Τάδε έφη......Μαρία Λιώτη
"Η ιστορία είναι αληθινή...... μου τη διηγήθηκε κάποιος γνωστός μου
και εγώ την περιγράφω έμμετρα....Κλαυδία μου, σου την στέλνω για να πάψεις να με βομβαρδίζεις με τις προτρτοπές σου.... "Γράψε Μαρία κάτι χιουμοριστικό , μία Ιστορία της νύχτας, συμμετοχή στο δρώμενο της Αριστέας.....".¨δεν θέλω να γίνομαι κουραστική....αλλά τελικά ενέδωσα και ιδού το αποτέλεσμα" :
Η φωτογραφία είναι από το Διαδίκτυο
Περιπέτεια νυχτερινή
-------------------------------------------------------
Μια νύχτα καλοκαιρινή, είχα μια περιπέτεια
που θα σας πω εγώ απλά χωρίς καμιά προπέτεια.
Πήγα φιλοξενούμενος σε κάποιο χωριουδάκι
σ΄' ένα ζευγάρι συγγενών που είχαν και παιδάκι.
Ητανε άνθρωποι αγνοί, ζεστοί, με καλοσύνη,
με μάγουλα ολόδροσα , μπράτσα μ' αξιωσύνη.
Το σπίτι τους διόροφο, πέτρινο και παληό,
απ' απ' την πλατεία δυό στενά, και δίπλα απ' το σχολειό.
Αβέρτο το ισόγειο,που βάζαν την πραμάτεια,
στο δε ανώγειο ένα χώλλ,κουζίνα και δωμάτια.
Στο πίσω μέρος του σπιτιού, αυλή με ξηραντήριο
και σε γωνία μακρυνή, μικρό αποχωρητήριο.
μ'εγκαρδιότητα,στοργή,αυτοί με φιλοξένησαν
κι'αισθήματα αγαλλίασης εμένα μου προξένησαν.
Οι μέρες μας εκύλησαν γεμάτες ευτυχία
βάσκανος όμως οφθαλμός φέρνει την ατυχία!!!
Στο τελευταίο δείπνο εγώ, παράφαγα,τυλώθηκα
και ύστερα στην κάμαρη επήγα και ξαπλώθηκα.
Στον ύπνο μου όμως ένιωσα μια έντονη καούρα
η κύστη μου εγέμισε και μ' έσφιξαν τα ούρα.
Στον καμπινέ να πάω ευθύς κίνησα ο καϋμένος
αλλά ο σκύλος στην αυλή γαύγιζ' αγριεμένος.
Φοβήθηκα ο δυστυχής μη με δαγκώσει ο σκύλος
κι ό,τι μπορούσα έκανα για να του γίνω φίλος.
Αδίκως πάσχισα εγώ το ζώο να ηρεμήσω
μήπως μπορέσω ο φτωχός να πάω να κατουρήσω.
Απελπισμένος τελικά στην κάμαρη επέστρεψα
στον πίσω εξώστη του σπιτιού την προσοχή μου έστρεψα.
Μες την απελπισία μου τη λύση τη σκαρφίστηκα
και στο μπαλκόνι βιαστικά βγήκα κι ανακουφίστηκα.
Θόρυβος δεν ακούστηκε στης νύχτας τη γαλήνη
ουδείς με αντελήφθηκε εκτός απ΄τη σελήνη.
Ξαλαφρωμένος πια εγώ πήγα κι αποκοιμήθηκα
μα την αυγή σαν ξυπνησα το κάζο μου θυμήθηκα.
Πού έπεσαν τα ούρα μου χωρίς να κάνουν θόρυβο;
κι έγινα το ατύχημα αθώο και αθόρυβο;
Koίταξα κάτω στην αυλή ,είδα την αγελάδα,
και κάτωθεν του μπαλκονιού μια σκάφη μαρμελάδα
που είχαν βάλει οι συγγενείς στον ήλιο να ξεράνουν
τα χειμωνιάτικα πρωϊνά μ' αυτήν να τα γλυκάνουν
Τη μαρμελάδα εμπλούτισε τη νύχτα η αμμωνία
και η ψυχή μου γέμισε τύψεις και αγωνία.
Την άλλη μέρα έφυγα γεμάτος πανικό
όμως δεν τους φανέρωσα το ένοχο μυστικό.
Τους είπα χίλια ευχαριστώ , μα μ' έπιασε ζαλάδα
όταν αυτοί μου χάρισαν βάζο με μαρμελάδα!!!!!!
