Τετάρτη, 6 Μαΐου 2020

Το πουκάμισο του φιδιού ή το κουκούλι της πεταλούδας;

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:


Της Μαρίας Ευθυμίου
















Η τρέχουσα πανδημία χτύπησε τις δυτικές κοινωνίες –και την Ελλάδα– σε μια φάση της ζωής τους κατά την οποία έχει προηγηθεί μακρά ειρήνη και ευημερία εβδομήντα πέντε χρόνων. Δύο γενιές δεν έχουν ζήσει τον πόλεμο παρά από διηγήσεις, και δεν γνωρίζουν –ούτε μπορούν καν να φανταστούν– τις στερήσεις, τις απώλειες, την ανασφάλεια και τον πόνο που έζησαν οι δικοί τους τρεις και περισσότερες γενιές πίσω. Στις προηγούμενες γενιές, ο θάνατος ήταν πιο κοντά και η αναστροφή της μοίρας πιο αναμενόμενη για σένα και τους διπλανούς σου. Εξ αυτού, είχες αναπτύξει στάσεις και άμυνες που στηρίζονταν στο πείσμα και στην καρτερία, σε στέρεες ιδεολογίες ή στη θρησκευτικότητα που απάλυνε τον πόνο και σε ενίσχυε απέναντι στις –συχνά φριχτές– αβεβαιότητες της καθημερινότητας.




Σήμερα, η πανδημία μάς βρήκε πάνω σε έπαρση, σε αλαζονεία. Στην ελαφρότητα να νομίζουμε ότι όλα δικαιωματικά μάς ανήκουν λες και είμαστε το κέντρο της Γης – αθάνατοι που όλοι και όλα πρέπει να τους υπηρετούν. Από την πλευρά αυτή, το χτύπημα που δεχτήκαμε έχει μια ευεργετική διάσταση: δημιουργεί ευκαιρία για στοχασμό, αναστοχασμό, αποτίμηση, επανάκτηση του μέτρου και της ουσίας. Κυρίως, δίνει ευκαιρία να ξαναποκτήσουμε την αίσθηση του συνανήκειν – όχι μόνο στο ίδιο εύθραυστο ανθρώπινο είδος, αλλά και σε μία συγκεκριμένη κοινωνία, τη δικιά μας κοινωνία, που χρειάζεται, σε καιρούς πραγματικά κρίσιμους, να βρει κοινούς βηματισμούς για να επιβιώσει.




Αυτήν την αίσθηση την είχαμε ξεχάσει, εν πολλοίς, καθώς τα τελευταία εβδομήντα χρόνια, μαζί με τα τεράστια βήματα προόδου, δεν έπαυσαν να εμφιλοχωρούν οι πολώσεις ενός επιτηδείως σερνάμενου εμφυλίου. Μαζί με την πρόοδο, πορεύονταν έτοιμα λόγια μίσους και προκάτ δήθεν σκέψεις που τροφοδοτούσαν ανάπηρα, διχαστικά, απορριπτικά, υπεροπτικά, ρηχά και μονίμως επιτιμητικά εγώ.




Οι εικόνες, όμως, που έρχονταν από την Ιταλία και την Ισπανία με τα πολύ τραγικότερα ημών δεδομένα, ήταν άλλης κατεύθυνσης. Εκεί, οι τόσο βαριά πληττόμενοι γείτονές μας, την ώρα του τρόμου και του θανάτου, άντλησαν δύναμη όχι από τον διχασμό αλλά από την ενότητα και την αλληλεγγύη. Από την ευγνωμοσύνη, την ευγένεια, την αξιοπρέπεια, την αγάπη. Τραγουδώντας από τα μπαλκόνια για να υμνήσουν την ομορφιά της χώρας τους, της κοινωνίας τους και της παράδοσής τους. Χειροκροτώντας νοσηλευτές και γιατρούς για την αφοσίωση στο τόσο επικίνδυνα εκτεθειμένο στον ιό έργο τους. Βοηθώντας ο ένας τον άλλον όσο και όπου μπορούσαν.




Το άτομο που επελέγη να μας πληροφορεί και να μας καθοδηγεί, ο κ. Τσιόδρας, αποδείχθηκε πως ήταν της ίδιας ποιότητας, του ίδιου ήθους με τις παραπάνω στάσεις. Ηρεμος, σοβαρός, μετρημένος, αισθαντικός, ευγενής, ουσιαστικός, ευαίσθητος, αναπτέρωνε το ηθικό χωρίς να χαϊδεύει τα αυτιά μας, την ίδια ώρα που μας υπεδείκνυε την πειθαρχία μέσα από διαδρομές πειθούς και όχι από εκβιαστικά διογκωμένους εκφοβισμούς. Στην ίδια γραμμή, και η πολιτική ηγεσία. Και ο πρωθυπουργός.




Αυτή η ανατροπή των πραγμάτων δεν εμπόδισε την εμφάνιση του διχαστικού λόγου. Παραδείγματος χάριν, η κυρία (και άλλοι, όχι λίγοι) που διατυμπάνιζε, διά του Τύπου και των μέσων μαζικής δικτύωσης, την αγανάκτησή της για το γεγονός ότι σύζυγος πολιτικού τόλμησε να χειροκροτήσει από το μπαλκόνι της τους γιατρούς και τους νοσηλευτές της χώρας. Ενώ είναι γνωστό πως μόνο οι «διαμαρτυρόμενοι» έχουν ευαισθησίες και αισθήματα, ενώ οι «άλλοι» –της αντίθετης παράταξης, βεβαίως– είναι φανερό ότι δεν έχουν. Και δεν τους επιτρέπεται να έχουν. Γιατί αλλιώς, καταρρέει το οικοδόμημα υπονόμευσης των δεσμών συνοχής μιας ολόκληρης κοινωνίας, που «διαμαρτυρόμενοι», όπως εκείνη, έχουν –μετά ηθικής υπεροχής, βεβαίως– επί μακρόν στήσει.




Κάτι, όμως, έχει αλλάξει. Η επιχείρηση αυτή τη φορά δεν βρήκε εύφορο έδαφος. Σαν έτοιμοι από παλιά, σαν να αισθανθήκαμε πως θα θέλαμε να ανταλλάξουμε το πουκάμισο του φιδιού με το κουκούλι της πεταλούδας, βγάλαμε από μέσα μας έναν επιμελώς, ως φαίνεται, κρυμμένο ευγενή, ουσιαστικό, αισθαντικό, υπεύθυνο εαυτό. Πειθαρχήσαμε μετά ελευθερίας, συμπαρασταθήκαμε μετά αξιοπρεπείας, νοιαστήκαμε μετά εμπιστοσύνης. Γίναμε πιο φίλοι, πιο συγγενείς, πιο εραστές, πιο πολίτες. Γίναμε οι όμορφοι εμείς. Που θα είναι πιο δύσκολο, τώρα που θα τελειώσει η πανδημία, να ξαναφορέσουμε το πουκάμισο του φιδιού. Γιατί θα έχουμε νέες πηγές μέσα μας να μας καθοδηγούν και να μας φωτίζουν.




Γιατί θα είμαστε όμορφοι ξανά. Αταλάντευτα όμορφοι. Και θα ξαναστήσουμε τη λαβωμένη κοινωνία και οικονομία μας ακουμπώντας ο ένας στον άλλον, και όχι υπονομεύοντας ο ένας τον άλλον.




Κι έχω να πω ένα μυστικό. Θα τα καταφέρουμε!




* Η κ. Mαρία Δ. Ευθυμίου είναι καθηγήτρια Ιστορίας στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του






 Πανεπιστημίου Αθηνών.

Κυριακή, 12 Απριλίου 2020

ΓΡΙΕΣ ΕΣΩΚΛΕΙΣΤΕΣ…χλωρίνη και DEΤTOL και βόλτα ως το χωλ….




-ΝΤΡΙΙΙΙΙΝΝΝΝΝ !!! Ελα βρε πουλάκι μου αγανάχτησα μέχρι να δείξει το ρολόϊ 8.00 να σε πάρω…
Τι ;;; Κι εσύ από τις 6.30 στο πόδι;;; Εχω πιεί δυό φασκόμηλα, έχω φάει τρία παξιμάδια, 8 ελιές και τώρα  μόλις έψησα και τον καφέ να τον πιώ με εσένα στο τηλέφωνο παρέα….
Τι είναι αυτό το κακό που μας βρήκε Κυριακούλα μου; Ποιος να το φανταζόταν ποτέ πως θα κλειδαμπαρωθούμε στα σπίτια και δεν θα κοτάμε να ξεμυτίσουμε ντίπ και θα έχουμε και τον φόβο των παιδιών, των εγγονιών μην κολλήσουν και μας κολλήσουν….των γειτόνων μην μας καλημερίσουν, των περαστικών μην τυχόν και φταρνιστούν….
Τι να λέμε, την είχαμε την μοναξιά μας και πρώτα….εγώ 28 χρόνια χήρα και με 3 παιδιά  και 5 εγγόνια σκορπισμένα στις άκρες του κόσμου κι εσύ τα ίδια  κι η Κανέλλα δίπλα , ακόμη χειρότερα, μην πω για την έρμη την ξαδέρφη μας την  Παρασκευή που από φαμίλια 8 νοματαίων ξέμεινε ολομόναχη με το κορίτσι τ΄άρρωστο….Τι να πω, ο Θεός ορίζει…..είχαμε μια παρηγοριά τις λειτουργίες και τους εσπερινούς πάνε κι αυτά….ξεμείναμε με την τηλεόραση που μας μαυρίζει τα τζιέρια με τα θανατικά, τα εγκλήματα, τις ασχήμιες του κόσμου….και τώρα μας βρήκε και τούτο το κακό, που απλώθηκε ολούθε…Η οργή του Θεού για τις αμαρτίες μας, τα ύστερα του κόσμου ζούμε…..τα γράφουν όλα τα ιερά βιβλία, τα έχουν πεί οι προφήτες….λιμοί, σεισμοί, αρρώστιες, πόλεμοι, πείνα…..
Ε……..όσο για πείνα δεν μπορώ να πω, έρχεται εκείνος ο βαφτιστικός μου και η γυναίκα του, η Κελαϊδινή,  χρυσή κοπέλλα, ο Θεός να τους δίνει κάθε καλό και μου έχουν γεμίσει το ψυγείο, τον καταψύκτη, τα ντουλάπια….Αφού τους έβαλα τις φωνές τις προ άλλες, βρε σείς τι να τα κάνω 10 πακέτα των 8 +2 δώρο χαρτιά υγείας;;; Ενας άνθρωπος είμαι με έναν πισινό….και τα μπετόνια τις χλωρίνες, τα μακαρόνια, τα ρύζια, τα όσπρια, τα αλεύρια, τις κονσέρβες τα ντοματάκια, τα ντολμαδάκια και τις ρέγγες ;;; Ελεγα….έλεγα… δεν καταλάβαιναν ντιπ….όσα δεν χώρεσαν στα ντουλάπια  τα έβαλαν σε χαρτόκουτα και τα στοίβαξαν το ένα πάνω στο άλλο…άσε τα κατεψυγμένα….έτσι και κοπεί το ρεύμα ή χαλάσει ο καταψύκτης,  δεν θέλω ούτε να φανταστώ τι έχουμε να πετάξουμε, άσε που θα βρωμίσει ο τόπος από ψάρια  και πουλερικά…
Μωρέ  , τους λέω… έχω κάνει τα κουμάντα μου εγώ, τι νομίσατε ;;; Εχω την σπιτική μου σάλτσα ντομάτα στα βάζα, τα γλυκά μου του κουταλιού, τις χυλοπίτες μου, τον τραχανά μου, τα τουρσιά μου, τις ελιές μου, το λαδάκι μου, τα παξιμάδια μου,  ξύδι και αλάτι δεν μου λείπουν ποτέ, σαπούνι πράσινο μπόλικο σπιτικό….και κρασάκι έχω, να΄ναι καλά ο συμπέθερος ο Λάμπης, όσο για τα φάρμακά μου, χίλια καλά να έχει,  μου τα φέρνει στο σπίτι κάθε μήνα  ο Νότης ο Φαρμακοποιός, χρυσό παλληκάρι, τυχερή όποια τον πάρει…
Και μια και το έφερε η κουβέντα, για σκέψου ποια καλή κοπέλα έχουμε στο σόϊ να του προξενέψουμε;  Είναι σου λέω, λαχείο…..ομορφόπαιδο με χαρακτήρα διαμάντι, επιστήμονας….ναι... δικό του το Φαρμακείο, το κληρονόμησε από τον θειό του, τον Λυκούργο τον Λιάμπουρη αν θυμάσαι….Τι μου λές;;; Σου τον είχανε προξενέψει τον μπάρμπα του, αλλά που εσύ….δεν είχες έγνοια παρά για τον Κοσμά σου…
Ποιά ;;; Την Τριάδα του Σαλταπήδα;;; Τι λες μωρέ, αυτή θ΄αφήσει τα μεγαλεία της πρωτεύουσας για να έρθει εδώ στην ταπεινή κωμόπολη …..ούτε Λαμπρή δεν πατάει το πόδι της …άσε που η μάνα της είχε πει στη Σιδερινή, την αδελφή του Δήμαρχου, που έχουν κουμπαριάσει, ότι με κάποιον γιό Βουλευτή τραβολογιέται ….κι ο πατέρας της το φυσάει και δεν κρυώνει, είναι να πεθάνει, γιατί ο λεγάμενος είναι ….ΣΥΡΙΖΑΙΟΣ !!!





Πήραν εντολή από τα παιδιά μου είπαν, να με φροντίσουν , αλλά κι από μόνοι τους δεν μπορώ να πω, κάθε βδομάδα μου φέρνουν τα φρέσκα ζαρζαβατικά και φρούτα από το μαγαζί τους…..ας τα βλέπει ο Θεός και να τους χαρίσει ένα παιδάκι που τόσο πολύ το θέλουν, προσεύχομαι γι΄αυτό συνέχεια, τέτοια καλά παιδιά, αγαπημένο ζευγάρι , εργατικοί, αυτόν τον καημό έχουν…..τι να πω …..μακάρι να τους αξιώσει ο Θεός…..7 εξωσωματικές έχει κάνει η κοπέλα και πάλι ελπίζει, άσε τα τάματα και τις παρακλήσεις….
Τώρα μ΄αυτό το κακό που μας βρήκε θα ερημώσουν και οι εκκλησιές…..μα είναι απο τ΄άγραφα να παρακολουθήσουμε τους χαιρετισμούς  και τις Ακολουθίες της Μ. Εβδομάδας από την τηλεόραση!!!
Τι να πω…..δεν το χωράει ο νούς μου αυτό που μας βρήκε…..από σήμερα ξέρεις κλείνουνε και τα κομμωτήρια. Ναι σου λέω,  χθές βράδι με πήρε η συμπεθέρα η Κρυστάλλω, πούχει ανηψιά την Γιαννούλα ….ντε….με το Κομμωτήριο  στην πάνω πόλη…
Η Γιωργίτσα του Μαυραντώνη πούχει το Κομμωτήριο  εδώ παρακάτω, έχει κλείσει από προχτές, είχε κάτι πελάτισσες λέει που βήχανε του σκοτωμού  είχανε και δέκατα κι έχει τρομοκρατηθεί η κοπέλα γιατί είναι και 5 μηνών έγκυος….και δεν θα το πιστέψεις, εκείνη η λολέγκω η Πλουσία και η θυγατέρα της, πήγανε και της βροντάγανε την πόρτα  του σπιτιού αξημέρωτα, για να τους βάψει την ρίζα…
Βρε τι μας βρήκε, ανταλλάζαμε καμιά κουβέντα, μαθαίναμε τα νέα της γειτονιάς, σχολιάζαμε….τώρα κλειδαμπαρωμένες με τις τηλεοράσεις και το τηλέφωνο άντε να κάνουμε χαϊρι….
Αστα να πάνε, είχαμε τις πολλές διασκεδάσεις;  Το κομμωτήριο είχαμε και ξεδίναμε λίγο,  φτιάχναμε τα ποδάρια μας  που τα ΄χουν ρημάξει οι κάλοι και τα κότσια,  συμμαζεύαμε τα μαλλιά μας , περνάγαμε καμιά βαφή κι  οι περισσότερες  γριές γινήκαμε ξανθιές και κοκκινομάλλες εκτός από την Ελπινίκη του Κούδουνα που δεν λέει ν ΄αλλάξει το μαύρο του κοράκου εδώ και 45 χρόνια…. Εσύ κι εγώ μονάχα μείναμε γκριζομάλλες κι η συμπεθέρα μου η Κρυστάλλω που αν και μικρότερη , τ΄άφησε κάτασπρα τα μαλλάκια της……Ναι καλά το λές….και η παπαδιά,  αλλά φαίνεται έχεις καιρό να την δείς , γιατί τώρα τα έχει λουλακιά….!!! Εμ και οι δυό  μεγαλύτεροι γιοί της γινήκανε κομμωτές και την πρακτική τους, στης μάνας τους το κεφάλι την εξασκήσανε, πάνε οι κοτσίδες, οι κότσοι , οι φουρκέττες,  οι φιλέδες, την κουρέψανε και της το λουλακιάσανε το μαλλί χωρίς να βγάλει άχνα !!!
Όχι….ο μικρός έγινε μάγειρας….ναι καλά λες, σέφ τους λένε τώρα και δουλεύει σε ένα μεγάλο Ξενοδοχείο…για την κόρη δεν ξέρω, είναι η μικρότερη αυτή, το στερνοπαίδι….θα πηγαίνει στο σχολειό ακόμη…   Μπα ! Τι μου λές ;;;  Ηθελε να παρατήσει το σχολειό να γίνει τραγουδίστρια....
Τελικά επειδή όλοι έπεσαν καταπάνω να την μεταπείσουν,  το παράτησε το σχολειό και τώρα θέλει να κολογερέψει ;;; Πω πω στεναχώρια που θα την έχουνε τα γονικά της….Τι να πω, κάθε παιδί τραβάει τον δρόμο του, άντε να τα μεταστρέψεις…
Τι μου λες ;;; Η Τασσώ του Φουρνόδαυλου θα κάνει έκθεση τα προικιά  της από ιστοσελίδα;;;  Σοβαρά μιλάς τώρα ;;;  Ακουσον άκουσον !!! Την έφτιαξε ο αδελφός της και μάλλον από εκεί θα δούμε και την Στέψη ….!!! Μπα…τώρα οι κοπέλες αυτά τα καροϊδεύουνε,  τα θεωρούν χωριάτικα συνήθεια , εντύπωση μου κάνει…Α!…. η μάνα της !!! Αυτή πάντα φιγουρατζού ήτανε και ξιπασμένη,  δεν την θυμάσαι νιόπαντρη,  που στην εκκλησιά στολιζότανε σαν τον Επιτάφιο και κάθε Σάββατο έβγαζε κι έλιαζε στο μπαλκόνι όλα τα ρουχικά της, ακόμη και τα  βρακιά μαζί με τα ξεσκονόπανα ;;; Ασε τις χρυσές βέργες τα βραχιόλια , μέχρι τον αγκώνα τα φορούσε και πήγαινε στην αγορά αλλά δεν μπορούσε να  κρατήσει τα ψώνια,  γιατί δεν λυγούσανε τα χέρια της !!!









Άλλο και τούτο, τα Μυστήρια θα τα παρακολουθούμε από τις τηλεοράσεις και τα τάμπλετ….
Εχεις κι εσύ από δαύτο  ;;; Μου έφεραν ένα μαραφέτι τα παιδιά, κάτι μου εξήγησαν….πως δουλεύει δηλαδή, γρι δεν κατάλαβα….το έχω πάνω στο τραπέζι και το ξεσκονίζω που και που…..αλλά η συμπεθέρα η Κρυστάλλω μια χαρά το έχει μάθει και μιλάει με τα παιδιά και τα εγγόνια και βλέπονται κιόλας….
Αυτό το ζηλεύω….δεν το κρύβω…δεν μπορώ να πω, μου πρότεινε η συμπεθέρα να μου το μάθει….αλλά έλα που τώρα δεν μπορούμε να ανταμώσουμε….έχει και τον συμπέθερο με την καρδιά και τα αναπνευστικά και δεν κοτάει να πάει ρούπι….
Τι θα μαγειρέψω σήμερα ;;; Τι να σου πω, μια ψυχή είμαι κι έχω δόξα τον Θεό  πληθώρα απ΄ όλα τ΄ αγαθά…. Και μόλις πάω να σκεφτώ τι θα μαγειρέψω, ένας κόμπος μου κλείνει τον λαιμό και σφίγγεται το στομάχι μου….σκέφτομαι όλους αυτούς που στερούνται και τι να σου πω ….μου κόβεται η όρεξη…..
Είχα κι εκείνη την Δεσποινιώ που ερχότανε 2-3 φορές την εβδομάδα και της έδινα μερικές μερίδες φαγητό και φρούτα για δύο οικογένειες που γνώριζε, αλλά  από τότε που έπεσε κι έσπασε το πόδι της, την πήραν τα παιδιά της  και την έχασα,  είχα και τον γέρο Ναθαναήλ που πέρναγε τ΄΄απομεσήμερα και τον φίλευα ότι είχα… πίττα, αυγά, τυρί, μουστοκούλουρα, σταφιδόψωμο….συχωρέθηκε κι αυτός πρόπερσι….
Τι τα θυμηθήκαμε τώρα…..τότε που τα σπίτια μας μοσχοβολούσαν φρεσκομαγειρεμένο φαγητό…..χοχλάκιζε ο μεγάλος τέντζερης… κρεατόσουπα, ψαρόσουπα, φασολάδα, φακές,  μοσχαράκι κοκκινιστό, σιγόβραζαν στον ταβά φασολάκια φρέσκα, μελιτζάνες ιμάμ, τουρλού, λαχανοντολμάδες, κοτόπουλο με μπάμιες….στο φούρνο  ξεροψήνονταν  στο μεγάλο ταψί  ντοματοπιπεριές και κολοκυθάκια γεμιστά, παστίτσιο, αρνάκι με πατάτες, σπανακόπιτες, τυρόπιτες, γαλατόπιτες, μπακλαβάδες, γαλακτομπούρεκα, κουλουράκια κανέλλας, κουραμπιέδες, μελομακάρονα….
Καημό τόχω να φουρνίσω στο μεγάλο ταψί…..Α ! Σε καλό μας , σχώρα με Παναγία μου, άρχισα και λέω παλαβομάρες…συμπάθα με Παρθένα μου , αλλά με τη σκέψη ότι με τα παιδιά και τα εγγόνια μου ποιος ξέρει πόσον καιρό θα κάνουμε να βρεθούμε κι αν θα με προλάβουν ζωντανή, παραλογιάζομαι και λέω ανοησίες, μην με ξεσυνερίζεσαι την αστόχαστη , δώσε μου άφεση Μεγαλόχαρη …..

Ναι καλά το λες, τη Μ. Πέμπτη να βάψουμε τ΄αυγά και να φουρνίσουμε κουλούρια΄ να μυρίσει το σπίτι να μην ξεχάσουμε τα έθιμά μας…..Τέτοια μέρα θυμάσαι, ντυνόμασταν οι κοπέλες λαζαρίνες , στολισμένες με λουλούδια και με τα καλαθάκια μας στο χέρι, γυρίζαμε πόρτα πόρτα και λέγαμε τα κάλαντα του Λάζαρου… και όσο κι αν έχουν περάσει τα χρόνια, τα θυμάμαι τα λόγια  …. ενώ δυσκολεύομαι να θυμηθώ αν πήρα τα χάπια μου, περίεργο δεν είναι ;;;






Αν είναι με το θέλημα και με τον ορισμό σας
Λαζάρου την Ανάσταση να πω στ’ αρχοντικό σας

Σήμερον έρχεται ο Χριστός,
ο επουράνιος Θεός
εν τη πόλει Βιθανία
Μάρθα κλαίει και η Μαρία
Λάζαρο τον αδερφό του
τον γλυκό και καρδιακό τους

Τον μοιρολογούν και λέουν
τον μοιρολογούν και κλαίουν
τρεις ημέρες τον θρηνούσαν
και τον εμοιρολογούσαν

Την ημέρα την τετάρτη
κίνησε ο Χριστός για να `ρθει
και εβγήκεν η Μαρία
έξω από τη Βιθανία
και εμπρός το γόνυ κλει
και τους πόδας Του φιλεί.

Αν εδώ ήσουν, Χριστέ μου,
δεν θ’ απέθνησκε ο αδερφός μου
Πλήν και τώρα `γω πιστεύω
και καλότατα ηξεύρω
ότι δύνασ’ αν θελήσεις
και νεκρούς να αναστήσεις !

Τον τάφο να μου δείξετε
και `γω τον ανασταίνω
Τραπέζι να `τοιμάσετε
κι εγώ θε να πηγαίνω

Και παρευθύς επήγαν
και τον τάφο του εδείξαν.
Επήγαν και του έδειξαν
τον τάφο του Λαζάρου
τους είπε και εκύλησαν
τον λίθο που `χε απάνου

Τότε ο Χριστός δακρύζει
και τον Άδη φοβερίζει:
Αδη, Τάρταρε και Χάρο,
Λάζαρο θα σου τον πάρω
Δεύρω έξω Λάζαρέ μου
φίλε και αγαπητέ μου

Παρευθύς από τον Άδη
ως εξαίσιο σημάδι
Λάζαρος απελυτρώθη
ανεστήθη κι εσηκώθη
Λάζαρος σαβανωμένος
και με το κερί ζωσμένος

Εκεί Μάρθα και Μαρία
εκεί κι όλη η Βηθανία
Μαθητές και Αποστόλοι
τότε ευρεθήκαν όλοι
Δόξα το Θεώ φωνάζουν
και το Λάζαρο ξετάζουν

Πες μας Λάζαρε, τι είδες
εις τον Άδη όπου πήγες ;

Είδα φόβους, είδα τρόμους
είδα βάσανα και πόνους.
Δώστε μου λίγο νεράκι
να ξεπλύνω το φαρμάκι
της καρδιάς και των χειλέων
και μη με ρωτάτε πλέον

Του χρόνου πάλι γιορτάσωμε
με υγεία να σας βρούμε
στον οίκο σας χαρούμενοι
τον Λάζαρο να πούμε


Τώρα τι να μαγειρέψω ….ένα στόμα… δεν σου κάνει καρδιά….βολεύομαι και με μία ντομάτα, 3-4 ελιές, λίγο ταχίνι στον καφέ , ένα παξιμάδι… Προχτές έβρασα μια χούφτα τραχανά νηστήσιμο, τον είναι λαχταρίσει….τι να σου πω ότι έχω και για σήμερα ;;;
Το φαγητό δεν μας λείπει ή τουλάχιστον δεν μας έχει λείψει ακόμη στους περισσότερους, η συντροφιά, η ανθρωπιά, η αλληλεγγύη, το νοιάξιμο….αυτά μας λείπουν και δεν μιλάω προσωπικά, μάρτυς μου ο Θεός….
Μπορεί τα παιδιά μου να είναι μακριά και να μου λείπουν, όπως και τα εγγόνια μου….αλλά δεν αισθάνομαι εγκατάλειψη….και πιστεύω ότι κι αυτή η δοκιμασία θα περάσει και ίσως μας κάνει σοφότερους και σωστότερους στις σχέσεις μας με τους συνανθρώπους μας…στο μεταξύ ξεσκέπασα την ραπτομηχανή και άνοιξα το σεντούκι με τα υφάσματα….με το φως της ημέρας και όσο τα μάτια μου βοηθούν,  θα ράβω μικροπράγματα για να τα προσφέρω σε όποιον τα χρειάζεται , τα βράδια έχω παρέα τις βελόνες, το βελονάκι και τα μαλλιά….πλέκω σκουφιά, κασκόλ, γάντια , εσάρπες και μικρές κουβερτούλες…. έρχεται  και τα παίρνει στο τέλος κάθε μήνα η Αγγελίνα , την θυμάσαι την μοναχοκόρη της γιατρίνας της Ναυσικάς ;;; Εγινε κι αυτή γιατρέσσα , μου γράφει και τα φάρμακα, μου παίρνει την πίεση, μετράει το ζάχαρο…..καλό να έχει , με κοιτάζει σαν δικό της άνθρωπο,  ότι ιατρικό  χρειάζομαι αυτή το φροντίζει και δεν θα το πιστέψεις , πλέκει !!! Τα μερόνυχτα των εφημεριών, όταν όλα είναι ήρεμα , χωρίς περιστατικά , μαζί με άλλες συναδέλφισσες πλέκουν !!! Μου έχει φέρει από πέρσι μπόλικα μαλλιά πλεξίματος…. Έτσι κι εγώ ξανάρχισα να πλέκω και το χαίρομαι γιατί περνάει η ώρα μου δημιουργικά,  αλλά έχω και την ικανοποίηση ότι συμμετέχω σε έναν καλό σκοπό….όλα αυτά πηγαίνουν σε Νοσοκομεία, σε μονάδες για πρόωρα μωράκια, σε Ορφανοτροφεία αλλά και σε γηροκομεία…





Μα και βέβαια μπορείς κι εσύ, θα της το πω όταν έρθει να πάρει την πραμάτεια μου , δεν φαντάζεσαι πόση χαρά παίρνω, κάθε φορά που μου δείχνει φωτογραφίες από μωράκια που φορούν τα σκουφάκια και τα καλτσάκια μου,   παιδάκια που φορούν τα κασκόλ και τα πουλοβεράκια μου και γεροντάκια σε αναπηρικές καρέκλες με σκεπασμένα τα γόνατα με τα κουβερτάκια μου….
Κι η Κρυστάλλω πλέκει, όχι για προίκες κι ας έχει τρείς κοπελούδες, αυτές τώρα δεν θέλουν ούτε προικιά, ούτε πλεκτά, ούτε κεντήματα , ούτε δαντέλες….τίποτα απ΄αυτά …..τα δίνει κι αυτή στην γιατρέσσα…
Εσύ που είσαι και μερακλού,  θα κάνεις θαύματα και θα με θυμηθείς πόση χαρά θα πάρεις…..πολλαπλάσια από αυτήν που θα δώσεις…
Τι μου λές;;; Η εγγονή της Αμαλίας έστησε αργαλειό και ζητάει βοήθεια  από γριές, για να περάσει στημόνια !!! Ελα Χριστέ, μα αυτή η κοπέλα αν θυμάμαι καλά,  ήτανε χρόνια στην Αγγλία και κάτι  σχετικό με οικονομικά σπούδασε….Α μπα !!! Σπούδασε και τις βαφές και τις κλωστές…..και  έγινε καλλιτέχνης υφάσματος….τώρα θα υφαίνει καλλιτεχνικά….  Για να δούμε, είμαι πολύ περίεργη να δω της νέας γενιάς την τέχνη , γιατί όσες παλιές υφάντρες ήξερα, όλες καλλιτέχνες ήτανε και φτιάχνανε αριστουργήματα…..Μπατανίες, κουβέρτες, φλοκωτά, πετσέτες, χράμια…..χαλιά, κιλίμια…αλλά η τέχνη τους ξεχάστηκε, καμία νέα δεν ήθελε την σκλαβιά του αργαλειού και τώρα μου λές πως ή εγγονή της Αμαλίας έστησε τον αργαλειό της γιαγιάς της…πάλι καλά που τον φυλάξανε και τον βρήκε , οι περισσότεροι έχουν γίνει καυσόξυλα…
Το ξέρω πως οι νέες τώρα δεν τα θέλουν, εγώ πάντως πολύ τα καμαρώνω τα υφάντά μου, τα στρώνω όλα και τα χαίρομαι, αθάνατα , μου φέρνουν μνήμες και είναι κομμάτια της ζωής μου όπως τα παλιά μου εικονίσματα, το καντήλι, το θυμιατό μου,  οι φωτογραφίες, τα έπιπλα και τα ντουβάρια τούτου του σπιτιού…. Της προίκας μου τα έχω όλα, ακόμα και  τα ελάχιστα που έχουν απομείνει της μάνας μου , ακόμα και μια κουβέρτα της πεθεράς μου, μ΄αυτήν σκεπάζομαι…  Θυμάμαι κι εκείνο το χαλί το δικό σου,  που έχεις στρωμένο στη σάλα, τι χαλασμός είχε γίνει με το σχέδιο , που το «έκλεψε» η θειά η Σαββούλα  από ένα Μοναστήρι κι έκανε Σαρανταλείτουργα για να ξεπλύνει την αμαρτία….
Εμείς να δούμε πως θα ξεπλύνουμε τις δικές μας, που γινήκαμε απάνθρωποι και ζούμε χωρίς φόβο Θεού, αφήσαμε το χρήμα και τις επιθυμίες να μας διαφθείρουν και τώρα που οι αρρώστιες και δυστυχίες έχουν μπεί σε κάθε σπιτικό, ψάχνουμε την αιτία….
Θυμιατίζω βέβαια…..και πρόσφορο ζυμώνω και τα κόλλυβα για τις ψυχούλες δεν παραλείπω, αλλά βρε Κυριακούλα μου, το βλέπουμε γύρω μας, το κακό έχει κατακλύσει τον κόσμο….
Σκοτώνουνε στο δρόμο με τα αυτοκίνητα και εγκαταλείπουν τον τραυματία να ξεψυχίσει μόνος κι αβοήθητος στην άσφαλτο….Τέτοια απονιά κι ασυνειδησία…..άκουσα τις προάλλες στο Κομμωτήριο, ότι φταίει ο Νόμος….άμα μείνεις λέει να βοηθήσεις τον συνάνθρωπο που τραυμάτισες ή σκότωσες, σε πάνε, δικαίως, για κακούργημα….αν τον εγκαταλείψεις αβοήθητο και ολομόναχο ….τότε , τον απάνθρωπο εγκληματία  τον τιμωρούν ελαφρύτερα, σχεδόν καθόλου….τον πάνε για πλημμέλημα…..άκουσον άκουσον….ποιοί τους φτιάχνουν αυτούς τους Νόμους και ποιοι τους ψηφίζουν ;;; Υπάρχει δικαιοσύνη σ΄αυτόν τον τόπο άραγε ;;;

Ασε αυτήν την κουβέντα Κυριακούλα μου, γιατί με αναστατώνει κι  αρχίζουν οι ταχυκαρδίες ….κι ας έχω πιεί όλα μου τα χάπια από τα χαράματα….Δεν βλέπω την ώρα να πιάσω το ράψιμο και το πλέξιμο να βρώ την ηρεμία μου….
Αν έχει λάδι το καντήλι μας,   θα την περάσουμε κι αυτή τη δοκιμασία Κυριακούλα μου, κάθε μία κλειδαμπαρωμένη στο σπίτι της βέβαια……με τις χλωρίνες και τα DETTOL ε….ας μην μιζεριάσουμε, οι γονείς μας περάσανε  πολέμους, κατατρεγμούς, δυστυχίες, απώλειες,  και δεινά πολύ χειρότερα……ας μην ξεχνάμε αυτούς που αγωνίζονται νύχτα και μέρα στα Νοσοκομεία να περιθάλψουν τον πάσχοντα άνθρωπο και αυτούς που υπηρετούν για την προστασία της πατρίδας……
Προσευχόμαστε για όλους !!! Εμείς θα υπομονέψουμε και θα καλογερέψουμε !!! Καλά το είπες !!! Μακάρι όταν περάσει αυτό το κακό, οι άνθρωποι να έχουν κάνει την αυτοκριτική τους και να βάλουν νέες συντεταγμένες στη ζωή τους με φόβο Θεού…δίνοντας προτεραιότητα στον ΣΥΝΑΝΘΡΩΠΟ , την Κοινωνική ευθύνη, στο ΕΜΕΙΣ και όχι το ΕΓΩ……..

Κλαυδία
Απρίλιος  2020







Σάββατο, 28 Μαρτίου 2020

Οι Σημαδεμένοι



Η φανταστική αυτή ιστορία, αποτελεί την συμμετοχή μου στο δρώμενο Φωτοσυγγραφική σκυτάλη 5 που οργανώνει και επιμελείται η Μαίρη στο Blog της ΓΗΙΝΗ ΜΑΤΙΑ https://ghinimatia.blogspot.com/2020/03/5_23.htm

l Η Μαρίνα επέλεξε γιά μένα αυτή την υπέροχη φωτό και τη λέξη ΠΟΤΑΜΙ. και τα δύο μου χάρισαν την έμπνευση να ξεδιπλώσω την ιστορία μου , που βγήκε σχεδόν μυθιστόρημα και να με συμπαθάτε αν σας κουράσω..... Μαρίνα μου από καρδιάς σ΄ευχαριστώ.







Οι σημαδεμένοι

Είχε βουίξει όλο το χωριό !!!Πόρτα πόρτα, στόμα στόμα τα νέα είχαν διαδοθεί με ταχύτητα αστραπής…!!!

Η Ζαφειρούλα με ανασκουμπωμένα τα μανίκια, φορώντας την παραδοσιακή φορεσιά του τόπου της, την πλουμιστή ολοκέντητη ποδιά και τον επίσημο κεφαλόδεσμο, πήρε τον κατήφορο και ροβολώντας προσπέρασε με βιάση τα τελευταία σπίτια του χωριού , τον σταύλο του Λαμπροθανάση, τα κοτέτσια της Πούλιενας, διέσχισε λοξά το περιβολάκι του Κοντοθόδωρου κι έφτασε στην πίσω αυλή του πιο ξεχωριστού σπιτιού του χωριού τους….Το σπίτι της Μιλέβας και του Γιώργη!!!

Αποκομμένο από το χωριό , δίπλα σχεδόν στην ακροποταμιά , αυτό το χαμηλό σπιτάκι με τα θολωτά παράθυρα και την γκρίζα σκεπή, στρωμένη με ασημόγκριζες πλάκες σχιστόλιθου ήταν βαμμένο μ΄ένα απαλό κιτρινωπό χρώμα και ζωγραφισμένο με λογής λογής σύμβολα και λουλούδια….




Ανοιξε την ξύλινη πόρτα με το μεγάλο μπρούτζινο κλειδί, άνοιξε τα παράθυρα να μπεί το φως του ήλιου , επιθεώρησε γύρω αν όλα είναι στη θέση τους , ξανασκούπισε τα ποτήρια και τα τοποθέτησε στους μεγάλους δίσκους πάνω στο τραπέζι και βγήκε στην αυλή….

Κάθισε στο φαρδύ πεζούλι κι άφησε τα μάτια της να πλανηθούν στο ονειρικό τοπίο….τα δέντρα στον οπωρώνα ήταν ολάνθιστα, τα φυτά στις γλάστες που είχε φυτέψει πριν μήνες είχαν σχεδόν όλα ανθίσει, οι μέλισσες βούϊζαν ευτυχισμένες και το ποτάμι , ακολουθούσε τον υδάτινο δρόμο του ακατάπαυστα, ξεκινώντας από τις πηγές ψηλά στα βουνά, κατρακυλώντας στις πλαγιές ορμητικό , κάπου μάλιστα ριχνόταν από ψηλά και σχημάτιζε καταρράχτη που κατέληγε σε μικρή λίμνη και συνέχιζε διασχίζοντας την κοιλάδα, περνώντας κάτω από μικρά και μεγάλα πέτρινα γεφύρια, από χωριουδάκια και πολιτείες για να καταλήξει στην αγκαλιά της θάλασσας….

Μια βδομάδα τώρα ετοιμαζόταν όλο το χωριό για τούτη τη μέρα, μαζί με τις άλλες γυναίκες είχαν φουρνίσει από τ΄αξημέρωτα ψωμιά, είχαν φτιάξει γλυκά, πίτες και παραδοσιακά φαγητά του τόπου τους και ο Πρόεδρος είχε ετοιμάσει μια μικρή τελετή για να καλωσορίσει το Συνεργείο της τηλεόρασης και την οικογένεια της Καλλιστώς.

Σήμερα ήταν μεγάλη μέρα….θα ερχόταν στο σπίτι της προγιαγιάς της, η Καλλιστώ , ο άνδρας της , τα παιδιά της, και άνθρωποι της τηλεόρασης που θα κατέγραφαν εικόνες του τόπου και θα έπαιρναν συνεντεύξεις από τους λιγοστούς κατοίκους….γιατί λιγοστοί είχαν απομείνει πιά οι μόνιμοι κάτοικοι, οι νέοι είχαν φύγει για τις μεγάλες πόλεις και το εξωτερικό και μονάχα 2-3 μήνες το καλοκαίρι, το χωριό ζωντάνευε από αυτούς που επέστρεφαν για λίγο, για τις διακοπές τους….



Η Καλλιστώ είχε γράψει ένα βιβλίο που ιστορούσε την ζωή της Μιρέλας της προγιαγιάς της και των προγόνων της… είχε ψάξει βαθειά για τις ρίζες της , είχε ταξιδέψει, είχε συναντήσει ανθρώπους και είχε καταφέρει να βρεί στοιχεία για την οικογένεια Γεωργίου έναν αιώνα πριν, στην Οδησσό, το Ιάσιο, την Φωξάνη …..ήρωες προγόνους μαχητές που έπεσαν το 1821 στη Μάχη του Σκουλενίου και στη Μονή Σέκκου, προγόνους ανθρώπους των γραμμάτων αλλά και εμπόρους που έζησαν και έκαναν περιουσία στην Ρουμανία, την Ουγγαρία, την Αυστρία… Κατάφερε να συνδέσει τις ιστορίες που άκουσε από το στόμα της μάνας της και της γιαγιάς της για την περιπετειώδη ζωή της προγιαγιάς της και θέλησε όχι μόνο να ερευνήσει και να γράψει το βιβλίο, αλλά να επισκεφθεί και τους τόπους που έζησε μέχρι να καταλήξει σε τούτη την κοιλάδα δίπλα στο ποτάμι , να ανακαινίσει το παλιό σπίτι, να αναστήσει τον οπωρώνα με την πρόθεση να περνάει μεγάλο μέρος του χρόνου εκεί μαζί με την οικογένειά της….

Πόσο είχε συγκινηθεί η Ζαφειρούλα ……γινόταν αναφορά και στη μάνα της τη Διαμάντω που ήταν συνομήλικη με την Σμαράγδα την κόρη της Μιρέλας, αλλά και την προγιαγιά της την Βασίλω , που ήταν από τις πιο αγαπητές της συγχωριανές…Εδώ και δυό μήνες που είχε πάρει το βιβλίο στα χέρια της, ούτε μέτρησε τις φορές που το διάβασε….και κάθε φορά βούρκωνε και κάθε φορά οι μνήμες την κατέκλυζαν , πάνε δυό χρόνια που είχε φύγει η μάνα της…οχτώ ο άντρας της , δώδεκα η γιαγιά της, τα παιδιά της ζούσαν με τις οικογένειές τους, όλα μακριά της…

Περισσότερο την είχαν συγκλονίσει τα κεφάλαια που αναφέρονταν στη Μιρέλα….

…… « Ετρεμε από το κρύο !!! Ω πόσο κρύωνε και το κεφάλι της γεμάτο από τις φωνές , τα ουρλιαχτά μέσα στο σκοτάδι…ο φόβος που την είχε παραλύσει ….προσπάθησε να φωνάξει Μαμά !!! Μαμάααα αλλά η φωνή της δεν έβγαινε και μετά αισθάνθηκε ένα τράνταγμα και το σώμα της να βυθίζεται στο παγωμένο νερό , προσπάθησε απεγνωσμένα να πάρει ανάσα…..μετά τίποτα….

Όταν άνοιξε τα μάτια της γύρω της βρίσκονταν σκυμένοι επάνω της, άγνωστοι άνθρωποι, που μιλούσαν μια γλώσσα που δεν καταλάβαινε….επαναλάμβαναν : « Γιασσάϊ τορ ή μουλό;» (Ζεί ή πέθανε; ) ΄Αρχισε να κλαίει και να επαναλαμβάνει ανάμεσα στ΄αναφιλητά της Μαμάαααα, μαμάααα…

-Γκέσα ροβέλας ο χουρντέ ντάκε (Κλαίει με λυγμούς το παιδί για τη μάνα του) είπε η μεγάλη γυναίκα με το μελαχροινό πρόσωπο και τα διαπεραστικά μαύρα μάτια..

-Λεκάκου κενάρι (στην ακροποταμιά) το βρήκαμε , αναποδογύρισε μια βάρκα το βράδυ, κάποιοι προσπαθούσαν να περάσουν απέναντι, έγινε μάχη, υπάρχουν και δυο πληγωμένοι, ο Φερκά και ο Φόνσο τους κουβάλησαν εδώ είπε ο Σαντόρ απευθυνόμενος με σεβασμό στη μητέρα του.

-Κάσκι σι καγιά σσοκκάρ τσχεϊορί; (Ποιανού να είναι το όμορφο κοριτσάκι); ρώτησε η Ζεμφίρα, χωρίς να πάρει απάντηση.

-Παρνί τσχεϊορί (Λευκό κοριτσάκι) διευκρίνισε ο μεγάλος γιός της ο Σαντόρ

Η Ζεμφίρα, σεβάσμια και πολύ ψηλά στην ιεραρχία της φυλής, αποφάσισε να κρατήσει το παιδί, μιάς και δεν βρέθηκε κανείς επιζών από εκείνη την τραγωδία. Οι δύο πληγωμένοι, παρά τις προσπάθειες και τη βοήθεια που τους προσφέρθηκε από τους τσιγγάνους, δεν τα κατάφεραν .

Ετσι η μικρή, που την ονόμασαν Μιρέλα «υιοθετήθηκε» από την Ζεμφίρα. Θα ήταν τεσσεράμισυ πέντε χρονών όταν την βρήκαν, φορούσε χρυσό σταυρό και κατάλαβαν ότι ήταν «Μπολντί» βαπτισμένη χριστιανή , είχε και ένα χαρακτηριστικό κόκκινο σημάδι που ξεκίναγε από το αριστερό πλάϊ του λαιμού και έσβηνε κάτω από το αριστερό αυτί της. Λολιπέ το έλεγε η Ζεμφίρα και χαμογελούσε….







Το είχε δει καθαρά στα χαρτιά, τα χαρτιά δεν έλεγαν ψέμματα….της είχε μεγάλο σεβασμό της τράπουλας η Ζεμφίρα και την συμβουλευόταν για σοβαρά ζητήματα μόνο και ποτέ για χρήματα….την είχε τυλιγμένη σε ένα μεταξωτό σάλι δίπλα στην εικόνα του Αη Γιώργη…αυτό το παιδί… «καγιά σι λεσκί ένι σεβγκιλίκα τσχέϊ» αυτή θα είναι η πιο αγαπητή μου κόρη…αυτό της είχαν δείξει τα χαρτιά, αλλά θα την αποχωριζόταν μετά από 11 χρόνια….

-«Σεβιλιόρ καβά χουρντό» Αγαπιέται αυτό το παιδί, έλεγε σε όλους, προκαλώντας πολλές φορές και τη ζήλεια, των κοριτσιών αλλά και των εγγονών της…και είχε δυό κόρες και τρείς γιούς η Ζεμφίρα. Την Γκιλί, την Ζόρα, τον Σαντόρ, τον Φερκά και τον Φόνσο είχε νύφες, γαμπρούς και πολλά έγγόνια….Ο άντρας της είχε πεθάνει.

Η Μιρέλα μεγάλωνε μαζί τους, είχε ξεχάσει πιά την μητρική της γλώσσα και είχε ενταχθεί στον κόσμο τους έχοντας επίγνωση της διαφορετικότητάς της….




Ο Φόνσο ήταν σιδεράς , πεταλωτής, ο Σαντόρ και ο Φερκά ήταν μουσικοί, όπως πολλοί από τη φυλή τους, έπαιζαν βιολί και τραγουδούσαν σε γιορτές και πανηγύρια.΄Ηταν τόσο καλοί που τους καλούσαν παντού και πήγαιναν με το κάρο τους στα γύρω χωριά, αλλά και σε πολιτείες, σε Γάμους , βαφτίσια και μεγάλες γιορτές ….επιστρέφοντας έφερναν δώρα σε όλους,,, γλυκίσματα στα παιδιά και μαντήλια, εσάρπες, υφάσματα, βραχιόλια και γιορντάνια στις γυναίκες….Θεωρούσαν μεγάλη ντροπή την επαιτεία και μεγάλη ασέβεια ο μάντεμα της μοίρας με χαρτιά ή καφέ, για χρήματα.

Με κάθε ευκαιρία στηνόταν χορός και η μουσική συνόδευε την καθημερινότητά τους, είχαν μέσα τους τον ρυθμό και την αγάπη για τη μουσική. Εκείνη σπάνια χόρευε, την γοήτευε περισσότερο ο ήχος του βιολιού και ο Φερκά της είχε δωρίσει ένα μικρό βιολί και της είχε δείξει τα βασικά. Μόνη της σχεδόν είχε μάθει να παίζει ¨κεμανάβα¨ … « Πουταρέλ κο γκι ντα ροβνταρέλ λε κεμανάβα και μπασσαλέλ ο Ρομ!» «Σ΄ανοίγει την ψυχή και την κάνει να κλαίει το βιολί που παίζει ο τσιγγάνος» της είχε πει ο Σαντόρ. Οι γυναίκες, όπως και οι άνδρες συνήθιζαν να καπνίζουν, είχαν ευέλικτα κορμιά και λικνίζονταν μαγευτικά με τους ήχους της μουσικής, αγαπούσαν πολύ τον χορό και το τραγούδι όμως είχαν και επιδέξια χέρια και ασχολούνταν με την καλαθοπλεκτική «σεπετλίκο», με τα καλάμια και τις λυγαριές που έβρισκαν άφθονα στην άκρη του ποταμού. Οι άντρες τους ήταν «Παζαρτζίο» και τα πούλαγαν στα γύρω χωριά, πολλές φορές πήγαιναν όλη η οικογένεια μαζί και τα παιδιά που χαίρονταν ιδιαίτερα την βόλτα με το κάρο , την είχαν πάρει πολλές φορές μαζί τους, η Γκιλί με τον Χοχάν και η Ζόρα με τον Τζάνκο. Τα παιδιά τους τα θεωρούσε αδέλφια της , έπαιζαν ολημερίς ανέμελα χωρίς να τα μαλώνει κανείς….τσαλαβουτούσαν στα νερά, τις λάσπες, ανέβαιναν στα κάρα και πηδούσαν από ψηλά, τα μεγαλύτερα ψάρευαν στο ποτάμι…..ή ανέβαιναν στ΄άλογα και κάλπαζαν κατά μήκος του ποταμού.








Πολλοί ζούσαν σε χαμηλοτάβανα σπίτια με πέτρινες στέγες και ζωγραφισμένους εσωτερικούς και εξωτερικούς τοίχους με λουλούδια και προστατευτικά σύμβολα σε ζωηρά χρώματα. Πολλοί όμως ακόμη και αν είχαν σπίτι, προτιμούσαν, ειδικά το καλοκαίρι, να μένουν σε ρουλότες, μεγάλα σκεπαστά κάρα που τα έσερναν άλογα, «Ρομά ε γκραστά» Οι Τσιγγάνοι έχουν άλογα που τα αγαπούν όπως τα σκυλιά και τις γάτες τους…

Της είχαν χαρίσει μία κάτασπρη μακρύτριχη γατούλα «Πισικορί» που λάτρευε και όταν έγινε 12 χρονών (σχορί) κοπέλα, φόρεσε κάτω από την φαρδιά φούστα της το μακρύ σαλβάρι που φορούσαν όλες οι συνομήλικές της, η Λάλα, η Μπαβάτ, η Ζόρα και η Ρουζάννα , τους χάρισαν επίσης ένα μακρύ γιορντάνι με πολύχρωμες χάντρες και η Ζεμφίρα τους φόρεσε στα χέρια από δύο ασημένιες βέργες ….και τους είπε : « πουτάρ κο βας τε ντικχάβ κο φάλο» ( ΄Ανοιξε το χέρι σου να σου πω τη μοίρα σου) και έσκυψε σοβαρή να μελετήσει τις γραμμές στο χέρι της Μιρέλας πρώτα…. «Θα φύγεις μακριά της είπε, κοντά σε ποτάμι θα ζήσεις … «Σο ντα κερέλ ο μανούςς κατάρ πι γαζία νασστί νασσέλ» « Ότι και να κάνει ο άνθρωπος, από το πεπρωμένο του δεν μπορεί να ξεφύγει…»

Στα δεκατρία της άρχισαν να τη ζητούν σε γάμο, πολλοί νέοι την είχαν ξεχωρίσει και την ήθελαν για ταίρι, η Ζεμφίρα όμως απάντησε σε όλους αρνητικά… «Δεν ανήκει στη φυλή μας»…πρέπει να ακολουθήσει το δικό της πεπρωμένο …

Δύο χρόνια αργότερα, όταν άρχισαν να λιώνουν τα χιόνια και φούσκωσαν τα νερά του ποταμού, εμφανίστηκε στον καταυλισμό τους ένας καβαλάρης με κοκκινόχρυσα μαλλιά και πληγωμένο άλογο….



Ο Φόνσο έβαλε καινούργια πέταλα στο άλογό του και ο αδελφός της Ζεμφίρας και αρχηγός της Ομάδας τους, ο Σούρχε, τον φιλοξένησε δυό βδομάδες στο σπίτι του. Όταν ήρθε η ώρα να φύγει ,τους ευχαρίστησε όλους , άφησε χρήματα αν και δεν του ζήτησε κανείς, γιατί τους φάνηκε «νασσανταρντό» , κατατρεγμένος… «Μπουτ λατσχό μανούςς σι» Είναι πολύ καλός άνθρωπος , αποφάνθηκε ο Σούρχε και η Ζεμφίρα συμφώνησε μαζί του.

Δυό χρόνια πέρασαν και όταν ήρθε ο καιρός για την μεγάλη γιορτή του ΕΝΤΕΡΛΕΖΙ ο ξένος με τα κοκκινόχρυσα μαλλιά εμφανίστηκε πάλι….πάνω σε ένα λευκό άλογο σαν τον Αη Γιώργη…

Εμεινε κοντά τους σχεδόν όλο το καλοκαίρι , ήταν γιατζιτζίο σι,( γραμματισμένος), και ζήτησε την Μιρέλα σε γάμο !!!

Ο Σούρχε τον πήγε στη Ζεμφίρα κι εκείνη αφού κοίταξε τα μάτια του, το χέρι του και έριξε τα χαρτιά, τον ρώτησε : Εχεις λολιπέ; (κόκκινο σημάδι) Εκείνος έκπληκτος απάντησε : Ναι που το είδες ; Εδώ πίσω στο σβέρκο, το σκεπάζουν τα μαλλιά μου και της το έδειξε…Τότε εκείνη του απάντησε: αν σε θέλει η Μιρέλα …μι ντοβάβα νταβ τουτ (την ευχή μου σου δίνω)….

Η Μιρέλα δέχτηκε, την είχαν κερδίσει το τρυφερό του βλέμμα , οι ευγενικοί του τρόποι, η ζεστή του φωνή και η γλυκιά ταραχή που της έφερνε η παρουσία του , εξ άλλου είχε βαθειά πίστη ότι : Ο ουσουμνάλ Ντέλ τζανέλ σο κερέλ «Ο παντοδύναμος Θεός ξέρει τι κάνει».

Εγινε ο γάμος με τα τσιγγάνικα έθιμα και όταν ήρθε η ώρα να φύγουν η μπορορί (νυφούλα) με τον σσουκάρ τσχαό τζαμουτρό ( ομορφόπαιδο Γαμπρό ) όλοι τους αποχαιρέτησαν συγκινημένοι, τους έδωσαν ένα κάρο γεμάτο με τα δώρα και την προίκα της νύφης, σκεπάσματα, μπακίρια, μεταξωτά σάλια με μακριά κρόσια, φορέματα, καλάθια, πασούμια….

Μπαχταλό φανούς ! Τυχερός άνθρωπος έλεγαν οι γεροντότεροι,

Λατσχέ γκέσκο (καλόψυχη) ! της φώναζαν δακρυσμένες οι γυναίκες

Δύσκολος ο αποχωρισμός της από όλους αυτούς που την αγάπησαν και τους αγάπησε και κυρίως από την Ζαμφίρα.

Εκείνη πολύ συγκινημένη αλλά χωρίς δάκρυα της κρέμασε τον χρυσό βαφτιστικό σταυρό της, στο στήθος της και της ευχήθηκε : Ο Ντελ τε πφουραρέλ τουμέν εκχέ σσαρά ντέστε «Ο Θεός να σας γεράσει σε ένα μαξιλάρι» έβγαλε και το σκαλιστό ασημένιο δαχτυλίδι της και της το φόρεσε στο αριστερό μεσαίο δάχτυλο, στο δεξί φορούσε ανγκρουσνί , τη χρυσή βέρα που της είχε περάσει ο Γιώργης. Ο Σούρχε τους ευχήθηκε με θέρμη : Ο Νταλ σαστιπέ ντα ζουραλιπέ τε ντελ τοτ «Ο Θεός υγεία και δύναμη να σας δώσει»

Οσο ξεμάκραινε το κάρο τους, άκουγαν τις φωνές να τους συνοδεύουν ΄Ατσεν ντεβλέσα !!! «Στην ευχή του Θεού» ! μέχρι που χάθηκαν….







Εγκαταστάθηκαν σ΄εκείνο τον τόπο, στο σπιτάκι δίπλα στην ακροποταμιά.

Ηταν ευτυχισμένη, ο Γιώργης την λάτρευε, ήταν δάσκαλος κι έγραφε βιβλία. Αρχισε να την διδάσκει την ελληνική γλώσσα και έμεινε κατάπληκτος πόσο γρήγορα έμαθε να μιλάει, να διαβάζει και να γράφει…

Σχεδόν αμέσως βάλθηκε να ζωγραφίσει τους τοίχους του σπιτιού. Όλα τα μοτίβα που είχε ζωγραφίσει μέχρι τώρα, τα επανέλαβε και αισθάνθηκε αμέσως απόλυτα οικείο το νέο της σπίτι.




Ο οπωρώνας έγινε αγαπημένη της ασχολία, έμαθε να μπολιάζει τα δέντρα, ξεχορτάριαζε, ξεκλάριζε και όταν ερχόταν η ώρα της συγκομιδής, μια μεγάλη γιορτή στηνόταν στο χωριό που συμμετείχαν όλοι !!!

Στο χωριό η αλήθεια είναι ότι δεν την καλοδέχτηκαν όλοι, οι προκαταλήψεις και η προσωπικές αντιζηλίες έκαναν τους ανθρώπους καχύποπτους και μερικούς ακόμη και εχθρικούς….Ο δάσκαλος φοβήθηκε ότι ο νέος δάσκαλος θα του πάρει την θέση, ο γέροντας παπά Φιλάρετος, τους αγκάλιασε και τους καλοδέχτηκε στο Ποίμνιό του, μερικές γυναίκες την χαρακτήρισαν «Παλιοκατσιβέλα» , κάποιοι άντρες, «ξενοφερμένη» και κάποιοι άλλοι τους καλοδέχτηκαν και τους δύο ….

Φιλίες πολλές δεν έκανε η Μιλέβα, μόνο με την Βασίλω και τη Φλώρα συνδέθηκε πιο στενά, με την πρώτη γιατί ήταν συνομήλικες και η μάννα της ήταν η μαμή που την βοήθησε στη γέννα της μονάκριβής της, της Σμαράγδας . Αυτή η φιλία έμελλε να συνεχιστεί και στις θυγατέρες τους, που έγιναν αχώριστες , η Διαμάντω και η Σμαράγδα , μαζί στις σκανταλιές, στο τσαλαβούτηγμα στο ποτάμι, στο ψάρεμα, στο πλέξιμο των καλαμιών που τους έδειξε υπομονετικά η Μιρέλα αλλά και στον χορό και το τραγούδι… με την Φλώρα πάλι, ένα περιστατικό τις έφερε, από αγαθή τύχη, πολύ κοντά…..











Ένα καλοκαιρινό απομεσήμερο πού μάζευε καλάμια από την ακροποταμιά, άκουσε μακρινό κοπετό και φωνές….Σαστισμένη προσπάθησε να ξεκαθαρίσει τους ήχους και μπήκε μέχρι τους γοφούς στο ποτάμι, που στο σημείο εκείνο και ρηχό ήταν .αλλά και λόγω του καλοκαιριού, το νερό ήταν λιγοστό.

Ξαφνικά είδε στο βάθος κάτι να κυλάει στο ποτάμι, παρασυρμένο από ο νερό που αναπηδούσε πάνω στις πλατιές πέτρες της ανάβαθης απλωσιάς του, και πλησιάζοντας βρέθηκε μ΄ένα παιδάκι δύο δυόμισι περίπου χρονών στην αγκαλιά της, που είχε πιεί κάμποσο νερό….Το γύρισε ανάποδα χτυπώντας του την πλάτη μέχρι που άρχισε να κλαίει γοερά ….

Βγήκε από το νερό και ανηφόρισε στο σπίτι της προσπαθώντας να ησυχάσει το μικρό. Αφού το σκούπισε, το εξέτασε καλά μην είναι χτυπημένο σοβαρά και όταν σιγουρεύτηκε ότι μόνο μώλωπες και γρατζουνιές έχει, πήρε τον ανήφορο για το πλάτωμα κάτω από το μεγάλο πέτρινο γεφύρι που συνήθιζαν να μαζεύονται οι γυναίκες και να πλένουν τα ρούχα…..




Τις βρήκε να χτυπιούνται και να τραβούν τα μαλλιά τους…πολλές είχαν μαζί και τα παιδιά τους, όμως όλες βουβάθηκαν μόλις την είδαν με το μικρό να κλαψουρίζει στην αγκαλιά της….η μάνα του ήρθε και το άρπαξε με λαχτάρα και ανακούφιση, στη συνέχεια γονάτισε κι άρχισε να της καταφιλάει τα χέρια και τα πόδια… όλες έκαναν ένα κύκλο γύρω της μιλώντας ταυτόχρονα με λόγια που μπερδεύονταν και δεν ξεχώριζαν…

Ετσι απέκτησε μια στενή σχέση με τη Φλώρα, τη μάνα του παιδιού που έσωσε και εννοείται ότι μετά από αυτό το γεγονός, άλλαξε σχεδόν η στάση όλων των γυναικών και ανδρών απέναντί της…την καλούσαν στα σπίτια τους, την καλοδέχονταν στις κοινωνικές εκδηλώσεις και απέφευγαν να σχολιάζουν αρνητικά το «κατσιβέλικο» ντύσιμό της με της φαρδιές φούστες και τις λουλουδάτες εσάρπες με τα κρόσσια.

Εκείνη τη χρονιά ήρθαν να τους επισκεφθούν κάποιοι τσιγγάνοι από τους «δικούς της» ο Μπόϊκο και η Βομβάνα, ο Χανσί, ο Μαντσί με την Δρίνα, ο Μοντί με την Μπάκτ, ο Ιστβάν . Αφησαν τις ρουλότες τους στην πίσω αυλή, ξέζεψαν τα άλογά τους κι έμειναν κοντά τους μία εβδομάδα, μάλιστα γιόρτασαν και το ΕΝΤΕΡΛΕΖΙ παρέα…..άναψαν φωτιά, έβαλαν το φαγητό στη μεγάλη χύτρα να βράζει, χόρεψαν , η Μιρέλα μάλιστα έπαιξε βιολί και τραγούδησε μαζί τους :










Sa me amala oro kelena

Mέρα γιορτινή, μέσα στο χορό



Oro kelena, dive kerena

Όλοι οι φίλοι μας τη γιορτάζουνε



Sa o Roma daje

Ολοι οι Ρομά μαμά



Sa o Roma babo babo

Ολοι οι Ρομά πατέρα



Sa o Roma o daje

Ολοι οι Ρομά ώ μαμά



Sa o Roma babo babo

Ολοι οι Ρομά πατέρα



Ederlezi, Ederlezi

Α-Ανοιξή μου, Ανοιξή μου



Sa o Roma daje

Ολοι οι Ρομά μαμά

Sa o Roma babo, e bakren chinen

Ολοι οι Ρομά κάνουν προσφορές



A me chorro, dural vesava

Αλλά μόνο εγώ στέκομαι μακρυά



Romano dive, amaro dive

Η δική μας μέρα, όλων των Ρομά



Amaro dive, Ederlezi

Η δική μας μέρα, για την Ανοιξη







Οταν έφυγαν, φούντωσε πάλι στο χωριό η διχογνωμία…. «Θα μας κουβαληθούν εδώ οι κατσίβελοι» « Θα μας κλέψουν οι τσιγγάνοι»….ο Γιώργης τρόμαξε να την παρηγορήσει….έτσι είναι οι άνθρωποι, ξεχνούν, έχουν βαθειές προκαταλήψεις….

Ξαναήρθαν κάποιες χρονιές ακόμη και κάποια στιγμή η Μιρέλα το αισθάνθηκε στον αέρα, της το μήνυσε το βουρβουρητό του ποταμού και το φύλλωμα των δέντρων….ότι η Ζαμφείρα έχει πεθάνει…έμεινε μια εβδομάδα άλαλη σε βαθύ πένθος, μουρμούριζε στα ρομανί , έφτιαξε κόλλυβα και άναψε κεριά, το γεγονός της το επιβεβαίωσαν ο Σούρχε, ο Τζάνκο και η Πάλι, ο Γκουαρίλ και η Ανελκά που τους επισκέφθηκαν το καλοκαίρι. Δεν θα την ξεχνούσε ποτέ και κάθε μέρα θυμόταν τα λόγια που της ψιθύριζε : Μανγκέν τουτ «Μην σταματάς ν΄αγαπάς»

Ήρθε ο μεγάλος πόλεμος, έπεσε δυστυχία στον κόσμο, θάνατοι, πείνα, τραγωδίες…..στο χωριό τους ζούσαν κάθε σπίτι και το δράμα του , όλοι σχεδόν είχαν ανθρώπους στο αντάρτικο ή στον στρατό…Τραγικά τα νέα και από τους τσιγγάνους, συμφορά και θάνατος ….τους περισσότερους τους έκλειναν σε στρατόπεδα συγκέντρωσης και τους θανάτωναν με φρικτό τρόπο…..

Κάποιο χειμωνιάτικο βράδυ έγινε κάποια συμπλοκή κοντά στο πέτρινο γεφύρι, άκουγαν τα πολυβόλα να κροταλίζουν και τις μηχανές των αυτοκινήτων να μουγκρίζουν…όταν η μάχη και η αντάρα κόπασαν ο Γιωργής κατέβηκε στην ακροποταμιά νε φέρει νερό….το νερό είχε κοκκινήσει από το αίμα…..κοίταξε προσεκτικά τριγύρω….ένα κορμί μπλεγμένο στα καλάμια κι ένα ακόμη παραπέρα σκαλωμένο στα βράχια της απέναντι όχθης…..Ενας γερμανός, κι ένας αντάρτης…..αιμόφυρτοι, πληγωμένοι και οι δύο…..Τους κουβάλησε στους ώμους….τον γερμανό τον απόθεσε στο σπίτι και η Μιρέλα ξεκίνησε να κόβει πανιά αφού έβαλε καθαρό νερό να βράσει. Τον αντάρτη τον βόλεψε στην μικρή αποθηκούλα στην άκρη του οπωρώνα δίπλα στο κοτέτσι…..Τους φρόντισαν και τους δυό , ο Γερμανός ανάρρωσε πρώτος , γύρισε στη μονάδα του αφού τους ευχαρίστησε θερμά, τους βεβαίωσε ότι δεν θα ξεχάσει την καλωσύνη τους, θέλησε μάλιστα να τους πληρώσει….δεν δέχτηκαν το παραμικρό…τους έστειλε όμως την επομένη ένα αυτοκίνητο γεμάτο προμήθειες....αλεύρι, λάδι, ζάχαρη, καφέ, γάλα, αλάτι, κονσέρβες σοκολάτες...Το νέο αμέσως διαδόθηκε στο χωριό, αλλά ακόμη και όταν μοίρασαν σχεδόν όλα τα αγαθά, κάποιες γλώσσες άρχισαν να λένε τα δικά τους….: «Φίλοι των Γερμανών» «έχουμε προδότες φανερούς στο χωριό μας» …Ο αντάρτης μόλις έγινε καλά, δυνάμωσε και στάθηκε στα πόδια του, χάθηκε μέσα στη νύχτα αφού τους φίλησε κλαίγοντας τα χέρια…..Ποτέ δεν έμαθε κανείς ότι το χωριό τους ούτε κάηκε, ούτε καταστάφηκε χάρη σ΄αυτή τους την ενέργεια και οι ίδιοι ποτέ δεν μίλησαν γι΄αυτό….

Ο χρόνος πέρασε, όπως κυλάει ο ποταμός…..η Σμαράγδα παντρεύτηκε έναν έμπορο και έφυγε να ζήσει μαζί του στην μεγάλη πόλη. Αργότερα μετανάστευσαν στη Αμερική. Ο Γιώργης πέθανε στην αγκαλιά της Μιρέλας κι εκείνη τον ακολούθησε μερικά χρόνια αργότερα….

Το μικρό ζωγραφισμένο σπίτι έμεινε έρημο και ο οπωρώνας απεριποίητος και σιωπηλός….

Η Σμαράγδα αφού κήδεψε την μάνα της, χήρα πιά και η ίδια, δεν επέστρεψε στην Αμερική αλλά χτυπημένη από ανίατη ασθένεια, δεν ξαναγύρισε ποτέ στον γενέθλιο τόπο της, όμως τα παιδιά της , η Αύρα και ο Σπύρος, θέλησαν κάποιο καλοκαίρι να γνωρίσουν τον τόπο που έζησαν ο παππούς και η γιαγιά τους.

Ήρθαν σαν επισκέπτες στο χωριό , περπάτησαν στα λιθόστρωτα σοκάκια, κατηφόρησαν στο σπιτάκι που οι ζωγραφιές του είχαν πιά ξεθωριάσει αλλά μαρτυρούσαν ακόμη ,ότι κάποτε κατοικούσαν ξεχωριστοί άνθρωποι εκεί….ο οπωρώνας είχε γεμίσει αγριόχορτα τους φίλεψε όμως μερικά ροδάκινα και η πίσω αυλή ήταν σκεπασμένη με ένα παχύ στρώμα από ξερά φύλλα….υποσχέθηκαν να επιστρέψουν και να ξαναζωντανέψουν τον ονειρεμένο τόπο….

Το ποτάμι εξακολουθούσε να πορεύεται στον υδάτινο δρόμο του, το παλιό πέτρινο γεφύρι στεκόταν αγέρωχο στην θέση του αν και δεν το διέσχιζαν πιά ούτε κάρα, ούτε άλογα ούτε γαϊδουράκια, σχεδόν ούτε πεζοί πιά, διατηρούσε όμως την επιβλητική γοητεία του….







Η ζωή τα έφερε έτσι ώστε η Αύρα και ο Σπύρος να φύγουν πρόωρα από τη ζωή πριν προλάβουν να πραγματοποιήσουν την υπόσχεσή τους….όμως η κόρη της Αύρας, η Καλλιστώ έγινε σπουδαία δημοσιογράφος και παντρεύτηκε τον Πάτροκλο, καθηγητή Ιστορίας και οι δυό τους αποφάσισαν να ερευνήσουν την ιστορία της οικογένειας της Καλλιστώς… Η έρευνα αυτή τους ταξίδεψε στο παρελθόν σε τόπους μακρινούς και ιστορικούς, σε αρχεία και επιζώντες….τους γνώρισε πρόσωπα και γεγονότα που η Καλλιστώ κατέγραψε με κάθε λεπτομέρεια στο βιβλίο της….Φρόντισαν τον οπωρώνα, φύτεψαν καινούργια δέντρα, ανακαίνισαν το σπιτάκι των προ-παππούδων, έκαναν σπουδαία δουλειά αναπαλαίωσης, έφεραν ειδικούς ανθρώπους για όλα… και τώρα, σε λίγο θα έφταναν με το συνεργείο της τηλεόρασης να καταγράψουν τις μαρτυρίες των γεροντότερων του χωριού και να απολαύσουν την ολοκλήρωση του οράματός τους !!!








Η Ζαφειρούλα αναπήδησε ξαφνιασμένη από τον θόρυβο των αυτοκινήτων…..σε καλό μου, ξεχάστηκα εντελώς…..έστρωσε την ποδιά της και προχώρησε να υποδεχτεί τους νεοφερμένους….Η κοκκινομάλλα Καλλιστώ χαμογελαστή και πρόσχαρη την αγκάλιασε και την φίλησε εγκάρδια, το ίδιο και ο σύζυγός της ο Πάτροκλος, τα παλληκάρια της τηλεόρασης την χαιρέτησαν με χειραψία κουβαλώντας τις μηχανές και τα σύνεργα της δουλειάς τους , τα παιδιά την χαιρέτησαν ευγενικά και λίγο αμήχανα…..ο πατέρας τους έκανε τις συστάσεις, η καλή μας φίλη κυρία Ζαφειρούλα παιδιά και από εδώ ο Γιωργής, ο Νώντας και η Μιρέλα μας….

Τριγύρισαν στην περιποιημένη αυλή , τον Οπωρώνα, εξερεύνησαν το σπίτι με τις ζωγραφιές στους τοίχους, κατέβηκαν στην ακροποταμιά ….

Τα παλικάρια τραβούσαν εικόνες με τις μηχανές….κεραστήκανε γλυκό του κουταλιού και παγωμένο νερό εμφιαλωμένο, γιατί δυστυχώς το νερό του ποταμού ήταν επίφοβο πιά να χρησιμοποιηθεί σαν πόσιμο και ανηφόρησαν όλοι μαζί στην Πλατεία του χωριού για να παραστούν στην τελετή που είχε ετοιμάσει ο Πρόεδρος….




Είπε λίγα λόγια για την ιστορία του χωριού που γνώριζε και για την ιστορία του Γιωργή και της Μιρέλας που δεν γνώριζε, αλλά πληροφορήθηκε μέσα από το βιβλίο της Καλλιστώς και από κάποιους γέροντες που είχαν ακούσματα από τους γονείς και τους παππούδες τους.

Τους καλωσόρισε σαν νέους χωριανούς και ευχήθηκε και άλλοι συντοπίτες να μιμηθούν το παράδειγμά τους και να επιστρέψουν , να συντηρήσουν τα σπίτια των προγόνων τους και να μένουν έστω περιστασιακά… ώστε το χωριό να έχει ζωή…Στη συνέχεια κάθησαν όλοι στο μεγάλο τραπέζι που είχε στρωθεί κάτω από τον γέρικο πλάτανο της πλατείας και απόλαυσαν τα τοπικά εδέσματα, το κρασί και το φρεσκοψημένο ψωμί…..


Ο Πάτροκλος διάβασε τους στίχους ενός ποιήματος που είχε γράψει ένα φίλος , αφιερωμένο στους τσιγγάνους :


Τσιγγάνοι Στου κόσμου την απέραντη αγκαλιά είμαστε εμείς εκείνα τα ελεύθερα πουλιά που ταξιδιάρικα της μοίρας χελιδόνια, περιπλανιόμαστε όλα μας τα χρόνια, μέσα στη φτώχια και την καταφρόνια, είτε τον ήλιο ανταμώνουμε, είτε τα χιόνια. Και η μικρούλα μας ζεστή καρδιά ζητάει να βρει μια σταλιά παρηγοριά, στου Κόσμου την αγάπη και συμπόνια. εμείς ενός κατώτερου θεού σπουργίτια, χωρίς αυλές, χωράφια, δίχως σπίτια, με τα παιδιά μας, τα σκυλιά μας καραβάνι περνάμε κάθε τόπο, άστεγοι τσιγγάνοι Κι όταν ο ήλιος έχει πια στη Δύση γύρει, στήνουμε όπου βρεθούμε το φτωχό τσαντήρι. Και δεν ζητάμε τίποτα άλλο όταν δίπλα μας περνάτε, μια καλημέρα μόνο να λέτε και να μας αγαπάτε.

Στάθης Γρίβας


Ηταν μια χαρούμενη μέρα, αρχή της άνοιξης , οι τσιγγάνοι θα γιορτάζουν το ΕΝΤΕΡΛΕΖΙ αυτές τις μέρες ….και σίγουρα οι ψυχές των προπαππούδων θα τραγουδούν :


Εντερλέζι εντερλέζι σα αντό μπρόςς ασσουγκιαράβ τουτ κάνα τε αβές, κάϊ κιρνί μπαρί ρατ τε να πασστιάβ λεάκο παί αντό ηχέρ τε τζάβ τα ταβάβ,,,,,,συμμετέχοντας σ΄αυτή τη χαρά…..

Εντερλέζι Εντερλέζι, όλο το χρόνο σε περιμένω πότε να ΄ρθεις, στη δική σου μεγάλη νύχτα να μην κοιμηθώ, ποταμίσιο νερό στο σπίτι να πάω να φέρω….»











Σημείωση :

Ederlezi: Η μεγαλύτερη γιορτή των Τσιγγάνων, η γιορτή της Άνοιξης. Θρησκευτικά ταυτίζεται με την Γιορτή του Αη-Γιώργη. Ξεκινάει να γιορτάζεται στις 23 Απριλίου και κορυφώνεται στις 6 Μαΐου.



Η  λέξη που επέλεξα   γιά την αγαπημένη ΑΧΤΙΔΑ : ΣΥΝΤΡΟΦΙΚΟΤΗΤΑ και η φωτό :


Δευτέρα, 16 Μαρτίου 2020

Αντιμετωπίζοντας σωστά... τον κορονοϊό

Και βέβαια θα κάτσω σπίτι και θα περάσω υπέροχα !!! Εχω τόσα πράγματα να κάνω !!! Καμία μαγκιά , τα πράγματα είναι σοβαρά....




Ξεκινάω να τακτοποιήσω εκείνες τις φωτό που είναι σκόρπιες σε συρτάρια, τσάντες, σακούλες, κουτιά, ράφια....
Λέω να κάνω κι ένα ξεκαθάρισμα σε ντουλάπες και συρτάρια....χρόνια τώρα το λέω και κάνω  κατά καιρούς κάτι αποσπασματικές ενέργειες,  αλλά τώρα είμαι αποφασισμένη να κάνω επιτέλους σωστή δουλειά...
Πάντα είχα επιθυμία να μάθω βελονάκι.....τώρα έχω το χρόνο να παρακολουθήσω όσα βίντεο αντέχω....
Τρία τέσσερα βιβλία που έχω στόχο να διαβάσω, αν και δυσκολεύομαι λόγω γλαυκώματος, νομίζω ότι θα τα καταφέρω....
Εχω μπόλικα υλικά χειροτεχνία και κοσμήματος... θα ανασκουμπωθώ....
Εχω φίλους διαδικτυακούς που μπορώ άνετα να επικοινωνώ μαζί τους και το τηλέφωνο φυσικά προσφέρεται γιά άμεση επικοινωνία...με τους συγγενείς και φίλους...
Εχω μισοτελιωμένα- μισοαρχινισμένα καμιά 15αριά κεντήματα.....ίσως είναι ευκαιρία κάποια να τα ολοκληρώσω να μην με βλαστημούν οι κληρονόμοι....
Ευκαιρία να γίνει μία καλή τακτοποίηση-ξεκαθάρισμα στα ντουλάπια της κουζίνας....να πεταχτούν τυχόν ληγμένα, να χρησιμοποιηθούν τα υπόλοιπα....πριν λήξουν....
Γιά προφανείς λόγους δεν θα το ρίξω ασύστολα στην μαγειρική και ζαχαροπλαστική....

΄Ομως θα λιώσω στην οθόνη του υπολογιστή σερφάροντας σε Μουσεία και Βιβλιοθήκες....




Εννοείται ότι  ολοήμερη συντροφιά θα υπάρχει ....μπόλικη μουσική και το βράδι ταινίες επιλογής μας....!!!

Μία φίλη μου έστειλε αυτό :

Τραγουδιέται με μουσική υπόκρουση Κηλαϊδόνη!!!https://youtu.be/ulm9wV3h864





Κόλλησε η Δήμητρα τη Μαίρη

φίλη που την είχε από παιδί

Κόλλησε μετά και τον Λευτέρη
το 'φεραν κι οι δυο στο Θοδωρή
Κόλλησε η Τασία
που χε πάει Βενετία
που το έφερε στο σπίτι
και κολλά και τον Κωστή
και η Νίκη με το Γιάννη
τώρα σύγκρυο τους πιάνει
γιατί φίλησαν προχθές το Θοδωρή
Βήξανε στο Θάνο
που δεν πήγε στο Μιλάνο
που χε σύζυγο τη Ρέα
και κουνιάδα την Ηρώ
αρρωστήσανε κι οι δύο
κι έχουν πάει νοσοκομείο
Ω να πάρει τους χαιρέτησα κι εγώ.


Φεύγει η Γιώτα από την Αμαλιάδα

για να πάει Ιερουσαλήμ

κόλλησαν πενήντα στην ομάδα

κάτω κι ο παπάς ο Σεραφείμ

Ανεβάσαν το Σταμάτη

στο σαράντα παρά κάτι

και τον βάλαν καραντίνα

μ' άλλους τρείς στο Αττικό

κι απ' τη Ζάκυνθο το Νιόνιο

τον κρατούν με οξυγόνο

που τον κόλλησε στην Πάτρα η Φιλιώ

Νάτη κάτω και την Άση

του μανάβη του Θανάση

που χε πάει Σαλονίκη

στην κουμπάρα τη Γωγώ

που χαιρέτησε τη Ρίτα

όταν ζύγιζε τα βλίτα

Ω να πάρει εκεί ψώνιζα κι εγώ


Κόλλησε ο Λουκάς στο λεωφορείο

κόλλησε κι η ατσίδα η Λενιώ

κλείσαν και ψεκάσαν το σχολείο

κόλλησαν τον Παύλο το γιατρό

Αρρωσταίνει η Μελίτη

που της έτρεχε η μύτη

που χει γκόμενο το Γιώργο

τον κολλάει το λοιπόν

κι η Κλειώ απ την Καβάλα

δεν της φτάναν όλα τ άλλα

της τελειώσαν ασπιρίνες και ντεπόν

Την πατάει κι η Ευγενία

Που 'χει ελιές στη Μεσσηνία

και κολλάει το Σωκράτη

της δουλειάς τ' αφεντικό

κι απ’ αυτόν που είναι λάσκα

και δε φόραγε τη μάσκα

βρε τι έπαθα, το κόλλησα κι εγώ.

Ας ελπίζουμε να δείξουμε όλοι την αναγκαία σύνεση και σοβαρότητα και να μήν κολλήσει κανείς !!!



Δευτέρα, 2 Μαρτίου 2020

Το έθιμο της χελιδόνας και τα κάλαντα του Μάρτη


Ο Μάρτης είναι ο πρώτος μήνας της Άνοιξης.
Οι μητέρες δένουν ακόμα και σήμερα στα χέρια των παιδιών τους ένα βραχιόλι από πολύχρωμες κλωστές, που το λένε «μάρτη», για να μην τα «μαυρίσει» ο ήλιος. Είναι ένα μαγικό προφύλαγμα για τη νέα εποχική περίοδο. Το περίδεμα αυτό το φορούσαν τα παιδιά ως τη Ανάσταση ή ώσπου να πρώτο δουν χελιδόνι.
Το μήνα αυτό τα παιδιά έφτιαχναν ένα ξύλινο ομοίωμα χελιδόνας, το οποίο στόλιζαν με ζουμπούλια. Έπειτα το γύριζαν από σπίτι σε σπίτι σ' όλο το χωριό τραγουδώντας τραγούδια για τον ερχομό των χελιδονιών. Οι νοικοκυρές έδιναν στα παιδιά λεφτά, λάδι, κρασί, αλεύρι, σιτάρι. Τα λεφτά καθώς και τα προϊόντα αυτά τα αφιέρωναν τα παιδιά στην εκκλησία.
Είναι σημαντικό ότι το έθιμο αυτό επιβιώνει από τους αρχαίους Έλληνες και σε άλλα μέρη της πατρίδας μας όπως στη Μακεδονία, Θράκη, Δωδεκάνησα. Πρόκειται για τα λεγόμενα «χελιδονίσματα» τα ανοιξιάτικα κάλαντα.
Την πρώτη Μαρτίου τα παιδιά γυρνάνε στα σπίτια κρατώντας ένα αρθρωτό ομοίωμα χελιδονιού, την «χελιδόνα», και τραγουδούν ένα είδος καλάντων, τα χελιδονίσματα. Το έθιμο της χελιδόνας, έχει τις ρίζες του στην αρχαία Ελλάδα και επιβιώνει μέχρι τις μέρες μας σε πολλές περιοχές του Νομού Καρδίτσας (Παλαμά, Μουζακίου, Λίμνης Πλαστήρα, Σοφάδων κ.α.)
Σύμφωνα με τον κ. Απόστολο Φιρφιρή, Πρόεδρο του Κέντρου Πολιτιστικών Ερευνών Πεδινής Θεσσαλίας, για το παιδικό δρώμενο, το τραγούδι της χελιδόνας (τα κάλαντα της άνοιξης), (στην περιοχή του Παλαμά) τα παιδιά κρατούν ξύλινο ομοίωμα της χελιδόνας, το οποίο περιστρέφεται πάνω σε βάση φτιαγμένη με διαφορετικό τρόπο σε κάθε σπίτι.
xelidonismata palama4Παλαιότερα στη βάση (κόθρο) είχαν κρεμασμένες «κοκαλίτσες» (κελύφη από σαλιγκάρια) οι οποίες δημιουργούσαν πραγματική «συναυλία» στην περιστροφή της χελιδόνας.
Γύρω από το μικρό ξύλινο ιστό της χελιδόνας μαζεύεται ένα σχοινί το οποίο τραβούν τα παιδιά για να γυρίζει η χελιδόνα γρήγορα. Τα παιδιά γυρίζουν από σπίτι σε σπίτι τραγουδώντας το τραγούδι της χελιδόνας παίρνοντας διάφορα φιλοδωρήματα. Το τραγούδι όπως διασώθηκε μέχρι σήμερα λέγει:
Μάρτης ήρθε
καλώς μας ήρθε
χελιδόνα έρχεται
θάλασσα επέρασε
έκατσε και λάλησε
και γλυκά κελάηδησε
Μάρτη, Μάρτη μου καλέ
και Φλεβάρη χιοναρέ
κι ο Απρίλης ο γλυκύς
έφτασε δεν είναι αργά
τα πουλάκια κελαηδούν
κελαηδούν κι αυγά κλωσούν
κι ανεβαίνουν στα κλαριά
και φωνάζουν με χαρά
Μάρτης ήρθε.
Στις περισσότερες περιπτώσεις τα παιδιά τελειώνουν με τις φράσεις: Μέσα Μάρτης όξου τα ψήλια (Μέσα Μαρτς όξ' τα ψήλια). Είναι μια παλιότερη ευχή για τα αγροτικά σπίτια με τους αχυρώνες και τους στάβλους που το χειμώνα «γέμιζαν» ψήλους. Παλαιότερα τα παιδιά έπρεπε να σηκωθούν νύχτα για να ξεκινήσουν το τραγούδι. Έπρεπε λέει να προλάβουν τον ερχομό της Άνοιξης με τραγούδι για να πάνε όλα καλά. Για τις ώρες αυτές της νύχτας, μέχρι να ξημερώσει η πρώτη μέρα της άνοιξης, ειπώθηκαν από την πιτσιρικάδα πολλά για στοιχειά, φαντάσματα, καλότυχες, λάμιες, δρίμες που βγαίνουν από την παιδική φαντασία απ' αυτά που άκουγαν.




Το τραγούδι της χελιδόνας «χελιδόνισμα», όπως λέγεται σε διάφορες περιοχές, ήταν σίγουρα πιο μεγάλο, αλλά ξεχάστηκαν οι τελευταίες του στροφές όταν το έθιμο άρχισε να φθίνει. Τούτο αποδεικνύεται από μία στροφή που καταγράψαμε στον Παλαμά από ηλικιωμένους παλαιότερα:
Άφ'σα σύκα και σταφύλια
και σταυρό στη θυμωνίτσα
γύρ'σα πίσω δεν τα βρήκα
βρήκα στάρια φυτρωμένα
και αμπέλια κλαδεμένα.
Είναι λόγια που μπαίνουν στο στόμα της χελιδόνας και που θέλουν να τονίσουν τις αλλαγές που έγιναν στη φύση στο διάστημα αυτό από τον καιρό που έφυγε η χελιδόνα μέχρι τώρα που γύρισε. Άξιο θαυμασμού είναι ότι όχι μόνο το έθιμο αλλά και το ίδιο το τραγούδι παρουσιάζουν ομοιότητα με αυτό της αρχαιότητας που μας παρέδωσε ο Αθηναίος (Η, 60) γύρω στα 200 μ.Χ. αλλά ανάγεται σε πολύ παλαιότερα χρόνια. Το τραγουδούσαν και τότε τα παιδιά που περιέφεραν το ομοίωμα της χελιδόνας ζητώντας φιλοδωρήματα. Η ομοιότητα του αρχαίου τραγουδιού δεν είναι μόνο εννοιολογική αλλά και εν μέρει λεκτική:
Ήλθ' ήλθε η χελιδών
καλάς ώρας άγουσα
καλούς ενιαυτούς
επί γαστέρα λευκά
επί νώτα μέλαινα
παλάθαν συ προκύκλει
εκ πίονος οίκου.
Οίνου τε δέπαστρον
τυρών τε κάνιστρον
και πυρών α χελιδών
και λεκιθίταν
ουκ απωθείται…
Το αρχαίο τραγούδι παρουσιάζει ομοιότητα και με την τελευταία στροφή σ' ένα απ' τα τραγούδια του Λάζαρη τα γνωστά λαζαριάτικα που λέγει στον Παλαμά.
Το καλαθάκι μ' θελ' αυγό
κι η τσέπη μ' κουκουσίτσα *
κι του δεξί χειράκι μου
θελ' ένα παρατζέλου **
Μία παραλλαγή του τραγουδιού της χελιδόνας από την Αστρίτσα (Μπουλή) αναφέρει:
Μπαίνει βγαίνει η κυρά
φερ΄ αυγά σαρακοστά
για να δώσει στα πιδιά
που τραγούδησαν του Μαρτ'
Το έθιμο όπως μας πληροφορεί ο θρησκειολόγος M. Nilson έχει τις ρίζες του στην αγροτική λαϊκή λατρεία, σε θρησκευτικές και μαγικές δοξασίες.
Σήμερα στη Θεσσαλία σε λίγα χωριά συνεχίζεται το έθιμο. Σε πολλά χωριά σταμάτησε εδώ και λίγα χρόνια και μόνο οι ηλικιωμένοι το θυμούνται και το τραγουδούν όταν τους ρωτάς, νοσταλγώντας τα παλιά. Δεν πρέπει όμως να σταματήσει και όπου σταμάτησε πρέπει να αναβιώσει και να συνεχιστεί. Είναι εθνική μας υποχρέωση, ανάγκη επιτακτική, να συνεχιστεί. Διατηρήθηκε χιλιετηρίδες και δεν δικαιολογείται να σταματήσει σήμερα που οι εχθροί της πατρίδας μας φτάνουν στο σημείο να αμφισβητούν τα γεωγραφικά μας σύνορα.
Πολλές οικογένειες φτιάχνουν το ομοίωμα της χελιδόνας, τη «χελιδόνα» όπως τη λένε, μόνοι τους και εκεί ο καθένας βάζει το μεράκι του. Άλλα παιδιά χρησιμοποιούν τη “χελιδόνα” του πατέρα ή και του παππού που την έχουν φυλαγμένη καλά στο σπίτι τους. Οι μεγάλοι ξέρουν καλά την τέχνη της κατασκευής της «χελιδόνας». Υπολογίζουν το μέγεθος και το βάρος της ώστε να είναι “ζυγιασμένη”, να μαζεύει καλά το σχοινί και να γυρίζει γρήγορα και με άνεση. Ανάλογα με την κατασκευή η «χελιδόνα» έχει και διαφορετικό θόρυβο. Όταν είναι καλά κατασκευασμένη και «ζυγισμένη» χωρίς «τζόγο» και περιττές τριβές, ο μοναδικός θόρυβος που κάνει είναι αυτός της περιστροφής. Ακούγεται, δηλαδή, βούισμα και η «χεριδόνα» είναι επιτυχημένη στην κατασκευή και τότε τη λέμε «βαγκανούσα». Όταν, όμως, δεν είναι ζυγισμένη και έχει «τζόγο» στον ιστό, ακούγεται ο θόρυβος του ξύλου «κρρρ», για αυτό και τη λέμε «καρκαρούσα». Για τους ερευνητές των αρχαίων μουσικών οργάνων και τους μουσικολόγους το ομοίωμα της χελιδόνας θεωρείται ένα από τα αρχαιότερα μουσικά όργανα. Είναι άλλωστε μουσικό όργανο αφού συνοδεύει τραγούδι και σκοπό.
Αφού περάσει μία μέρα με ευχάριστη οικονομική δραστηριότητα, το μεσημέρι, οι πιτσιρικάδες θα κάνουν ένα απολογισμό για τα έσοδα, τα οποία και θα μοιράσουν μεταξύ τους.
Ύστερα θα φυλάξουν τη «χελιδόνα» στο σπίτι τους και θα πουν…… Και του χρόνου!
* Κουκουσίτσα, κουκόσια = το καρύδι
** Παρατζέλια = μικρά νομίσματα-παρατζέλια κρεμούσαν και οι καραγκούνες στις επίσημες μέρες. Τα παρατζέλια ήταν πιο μικρά σε μέγεθος απ' τα φλουριά και μικρότερης αξίας. Πολλές φορές οι καραγκούνες για να τα ξεχωρίσουν απΆ τα φλουριά που φορούσαν τα ονόμαζαν και λιανοφλούρια.
Το τέλος του Χειμώνα και τον ερχομό των χελιδονιών γιόρταζαν τα παιδιά από την αρχαιότητα με τα "χελιδονίσματα". Ο συγγραφέας Αθηναίος (2ος αιώνας μ.Χ.) έχει διασώσει ένα "χελιδόνισμα" που τραγουδούσαν τα παιδιά στη Ρόδο. Κρατώντας ένα ομοίωμα χελιδονιού, τριγύριζαν στην πόλη και ζητούσαν φιλέματα.



Στα πρώτα βυζαντινά χρόνια, το "ελληνικό" έθιμο της χελιδόνας θεωρήθηκε ειδωλολατρικό και στην αρχή απαγορεύτηκε από την εκκλησία. Παρ' όλα αυτά όμως τα παιδιά συνέχιζαν να τραγουδούν τον ερχομό της Άνοιξης και έτσι το έθιμο διατηρήθηκε όπως ακριβώς και στην αρχαιότητα. Σε κάθε μεριά της Ελλάδας, την 1η του Μαρτη τα παιδιά ξεχύνονταν στους δρόμους για να καλωσορίσουν τα χελιδόνια τους, τους αγγελιοφόρους της Άνοιξης. Κρατούσαν στα χέρια τους ένα ξύλινο χελιδόνι και του κρεμούσαν στο λαιμό κουδουνάκια . Πήγαιναν από σπίτι σε σπίτι και έλεγαν τα "χελιδονίσματα" ενώ τα κουδουνάκια συνόδευαν το τραγούδι τους.
Ήρθε ήρθε χελιδόνα
ήρθε και άλλη μεληδόνα
κάθισε και λάλησε
και γλυκά κελάηδησε:
Μάρτη, Μάρτη μου καλέ,
και Φλεβάρη φοβερέ
κι αν φλεβίσεις κι αν τσικνίσεις
καλοκαίρι θα μυρίσεις
Κι αν χιονίσεις κι αν κακίσεις
πάλιν άνοιξη θ' ανθίσεις.
Σε άλλα μερη λένε:
«Του Μάρτη χελιδονίσματα»
Χελιδόνα έρχεται
από μαύρη θάλασσα
θάλασσα επέρασε
τη φωλιά δε ξέχασε
εν δυο, εν δυο.
Μάρτη, Μάρτη βροχερέ
και Απρίλη δροσερέ
τα πουλάκια κελαηδούν
τα δεντράκια φύλλα ανθούν
τα πουλάκια αυγά γεννούν
κι αρχινούν να τα κλωσούν.
Χαρακτηριστικό είναι ένα άλλο ανοιξιάτικο έθιμο της βροχής, που σχετίζεται με την ανησυχία του αγροτικού κόσμου για τη βροχή και γίνεται συνήθως λίγο πριν τη Μεγάλη Εβδομάδα. Μαζεύονταν λοιπόν παιδιά μέχρι δεκαοκτώ χρονών και ορίζονταν με κλήρωση ένα από αυτά που το έντυναν με χόρτα.
Έπειτα έπαιρναν ένα παγούρι και ένα ποτήρι και γύριζαν από σπίτι σε σπίτι. Στο κάθε έριχναν στο ντυμένο με χόρτα παιδί ένα ποτήρι νερό, το οποίο κουνιόταν με αποτέλεσμα να στάζει κάτω το νερό. Κάθε φορά έλεγαν την παρακάτω προσευχή:
«να βρέξει αγαπημένε Θεέ να μεγαλώσουν τα σπαρτά».
ΧΕΛΙΔΟΝΙΣΜΑ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ
Μάρτης μας ήρθε,καλώς μας ήρθε
τα χελιδόνια έρχονται από την Αραβία,
μας φέρνουνε την άνοιξη κι όλο το καλοκαίρι
και ΄μεις για τούτο ήρθαμε, να πούμε καλημέρα
και να παρακαλέσουμε Χριστό και Παναγία
να μας βοηθά παντοτινά και όλοι με υγεία. Και του χρόνου!
ΧΕΛΙΔΟΝΙΣΜΑ ΣΑΜΟΥ (1o)
Δόνι, χελιδόνι
ήρθες, καλώς ήρθες.
Φκιάσε τη φωλιά σου
κάμε τα πουλιά σου
φκιάστηνε στο σπίτι
κανένας δεν τη γκίζει.
ΧΕΛΙΔΟΝΙΣΜΑ ΣΑΜΟΥ (2o)
Το χελιδόνι το πουλί
πάει πέρα κι’ έρχεται
πάει και ξανάρχεται
στήνει μήνυμα και λέει
πως είναι καλοκαίρι.
ΧΕΛΙΔΟΝΙΣΜΑ ΡΟΔΟΥ
Το χελιδόνισμα της Ρόδου, ένα ανώνυμο δημώδες άσμα, παραδίδεται από τον Αθήναιο (ακμή: περ. 200 μ.Χ.), ο οποίος αντλεί τις πληροφορίες του από το έργο Περὶ τῶν ἐν Ρόδῳ θυσιῶν του ιστοριογράφου Θέογνη, που δεν γνωρίζουμε πότε έζησε. Το άσμα είναι πιθανώς πολύ παλαιότερο, ενδεχομένως παλαιότερο και από τον 5ο αι. π.Χ., αφού ο Αριστοφάνης φαίνεται να έχει υπόψη του κάποιο χελιδόνισμα. Το τραγουδούσαν παιδιά που πήγαιναν από σπίτι σε σπίτι τον μήνα Βοηδρομιώνα (περ. 15 Φεβρουαρίου-15 Mαρτίου), δηλ. όταν έρχονταν τα χελιδόνια, οι προάγγελοι της άνοιξης. Στα παιδιά έδιναν γλυκίσματα, άλλα φαγώσιμα ή ακόμη και κρασί.
Τα άσματα αυτά. ανάλογα των οποίων υπάρχουν και σήμερα, κατά κανόνα συνδέονται με κρίσιμες μεταβάσεις μέσα στον κύκλο του έτους (πρωτοχρονιά, αρχή της άνοιξης κ.ά.) και έχουν συχνά ευετηρικό χαρακτήρα, αποσκοπούν δηλ. στο να φέρουν "καλή χρονιά". Παρόμοια χελιδονίσματα έχουν καταγραφεί στους νεότερους χρόνους σε διάφορες περιοχές της Ελλάδας. Πανελλήνια γνωστό είναι το «ήρθε, ήρθε η χελιδόνα...».
“Το Χελιδόνισμα της Ρόδου”
ἦλθ᾽ ἦλθε χελιδών
καλὰς ὥρας ἄγουσα,
καλοὺς ἐνιαυτούς,
ἐπὶ γαστέρα λευκά,
5ἐπὶ νῶτα μέλαινα.
παλάθαν σὺ προκύκλει
ἐκ πίονος οἴκου
οἴνου τε δέπαστρον
τυροῦ τε κάνυστρον·
10καὶ πύρνα χελιδών
καὶ λεκιθίταν
οὐκ ἀπωθεῖται· πότερ᾽ ἀπίωμες ἢ λαβώμεθα;
εἰ μέν τι δώσεις· εἰ δὲ μή, οὐκ ἐάσομες·
ἢ τὰν θύραν φέρωμες ἢ τὸ ὑπέρθυρον
15ἢ τὰν γυναῖκα τὰν ἔσω καθημέναν·
μικρὰ μέν ἐστι, ῥᾳδίως νιν οἴσομες.
ἂν δὴ τι φέρῃς, μέγα δή τι φέροις·
ἄνοιγ᾽ ἄνοιγε τὰν θύραν χελιδόνι·
οὐ γὰρ γέροντές ἐσμεν, ἀλλὰ παιδία.
Μ. Ζ. Κοπιδάκης
Ήλθε το χελιδόνι ήλθε
φέρνει τις καλοκαιριές
και χαρούμενες χρονιές,
κάτασπρη έχει την κοιλιά,
μαύρη την ουρά.
Ρίξε συκοπιταρίδα
από το αρχοντικό σου,
φέρε κύπελλο κρασί
και κανίστρι με τυρί.
Και το ξεροκόμματο,
μα και το αυγόψωμο
αγαπά το χελιδόνι. Να του δίνουμε ή θα καλοχεριστούμε;
Αν μας δώσεις -Αν μας αρνηθείς, ησυχία δεν θα βρεις
ή θα αρπάξουμε την πόρτα ή τ᾽ ανώφλι της
ή τη νοικοκυρά που ᾽ναι μες στο σπίτι·15
είναι μικροκαμωμένη, εύκολα σηκώνεται.
Αν θα μας φιλοδωρήσεις, να ᾽ναι κάτι που αξίζει.
Άνοιγε, άνοιγε τη θύρα στα χελιδονάκια·
δεν είμαστε δα γέροι, είμαστε παιδιά.
Χελιδονίσματα Κρήτης (Κάλαντα της Άνοιξης)
Ο Μάρτης ήρθε με χαρές και με δροσιές γεμάτος,
όλα τα έχνη τα κακά να μη φανή η φανιά ντως,
όξω ψύλλοι και κοργοί, όφιδες και μποντικοί
κολισαύρες και λιακόνια,
όξω απού τ΄ αφεντικού το στρώμα.
Το χελιδόνι νάρχεται , στο σπίτι να φωλεύγει,
και να του δίδετε θροφή να παίρνει να μισέβγει
να πηαίνει εις την έρημο, να είναι φορτωμένο,
να τρώει να ευφραίνεται κι αυτό το βλοημένο
δώτε και μας τον κόπο μας, ό,τι είναι ο ορισμός σας
και ο Χριστός μας πάντοτε να είναι ο βοηθός σας,
χρόνους πολλούς να ζήσετε, πάντα ευτυχισμένοι
σωματικά και ψυχικά να είστε ευτυχισμένοι .