Δευτέρα 2 Μαρτίου 2020

Το έθιμο της χελιδόνας και τα κάλαντα του Μάρτη


Ο Μάρτης είναι ο πρώτος μήνας της Άνοιξης.
Οι μητέρες δένουν ακόμα και σήμερα στα χέρια των παιδιών τους ένα βραχιόλι από πολύχρωμες κλωστές, που το λένε «μάρτη», για να μην τα «μαυρίσει» ο ήλιος. Είναι ένα μαγικό προφύλαγμα για τη νέα εποχική περίοδο. Το περίδεμα αυτό το φορούσαν τα παιδιά ως τη Ανάσταση ή ώσπου να πρώτο δουν χελιδόνι.
Το μήνα αυτό τα παιδιά έφτιαχναν ένα ξύλινο ομοίωμα χελιδόνας, το οποίο στόλιζαν με ζουμπούλια. Έπειτα το γύριζαν από σπίτι σε σπίτι σ' όλο το χωριό τραγουδώντας τραγούδια για τον ερχομό των χελιδονιών. Οι νοικοκυρές έδιναν στα παιδιά λεφτά, λάδι, κρασί, αλεύρι, σιτάρι. Τα λεφτά καθώς και τα προϊόντα αυτά τα αφιέρωναν τα παιδιά στην εκκλησία.
Είναι σημαντικό ότι το έθιμο αυτό επιβιώνει από τους αρχαίους Έλληνες και σε άλλα μέρη της πατρίδας μας όπως στη Μακεδονία, Θράκη, Δωδεκάνησα. Πρόκειται για τα λεγόμενα «χελιδονίσματα» τα ανοιξιάτικα κάλαντα.
Την πρώτη Μαρτίου τα παιδιά γυρνάνε στα σπίτια κρατώντας ένα αρθρωτό ομοίωμα χελιδονιού, την «χελιδόνα», και τραγουδούν ένα είδος καλάντων, τα χελιδονίσματα. Το έθιμο της χελιδόνας, έχει τις ρίζες του στην αρχαία Ελλάδα και επιβιώνει μέχρι τις μέρες μας σε πολλές περιοχές του Νομού Καρδίτσας (Παλαμά, Μουζακίου, Λίμνης Πλαστήρα, Σοφάδων κ.α.)
Σύμφωνα με τον κ. Απόστολο Φιρφιρή, Πρόεδρο του Κέντρου Πολιτιστικών Ερευνών Πεδινής Θεσσαλίας, για το παιδικό δρώμενο, το τραγούδι της χελιδόνας (τα κάλαντα της άνοιξης), (στην περιοχή του Παλαμά) τα παιδιά κρατούν ξύλινο ομοίωμα της χελιδόνας, το οποίο περιστρέφεται πάνω σε βάση φτιαγμένη με διαφορετικό τρόπο σε κάθε σπίτι.
xelidonismata palama4Παλαιότερα στη βάση (κόθρο) είχαν κρεμασμένες «κοκαλίτσες» (κελύφη από σαλιγκάρια) οι οποίες δημιουργούσαν πραγματική «συναυλία» στην περιστροφή της χελιδόνας.
Γύρω από το μικρό ξύλινο ιστό της χελιδόνας μαζεύεται ένα σχοινί το οποίο τραβούν τα παιδιά για να γυρίζει η χελιδόνα γρήγορα. Τα παιδιά γυρίζουν από σπίτι σε σπίτι τραγουδώντας το τραγούδι της χελιδόνας παίρνοντας διάφορα φιλοδωρήματα. Το τραγούδι όπως διασώθηκε μέχρι σήμερα λέγει:
Μάρτης ήρθε
καλώς μας ήρθε
χελιδόνα έρχεται
θάλασσα επέρασε
έκατσε και λάλησε
και γλυκά κελάηδησε
Μάρτη, Μάρτη μου καλέ
και Φλεβάρη χιοναρέ
κι ο Απρίλης ο γλυκύς
έφτασε δεν είναι αργά
τα πουλάκια κελαηδούν
κελαηδούν κι αυγά κλωσούν
κι ανεβαίνουν στα κλαριά
και φωνάζουν με χαρά
Μάρτης ήρθε.
Στις περισσότερες περιπτώσεις τα παιδιά τελειώνουν με τις φράσεις: Μέσα Μάρτης όξου τα ψήλια (Μέσα Μαρτς όξ' τα ψήλια). Είναι μια παλιότερη ευχή για τα αγροτικά σπίτια με τους αχυρώνες και τους στάβλους που το χειμώνα «γέμιζαν» ψήλους. Παλαιότερα τα παιδιά έπρεπε να σηκωθούν νύχτα για να ξεκινήσουν το τραγούδι. Έπρεπε λέει να προλάβουν τον ερχομό της Άνοιξης με τραγούδι για να πάνε όλα καλά. Για τις ώρες αυτές της νύχτας, μέχρι να ξημερώσει η πρώτη μέρα της άνοιξης, ειπώθηκαν από την πιτσιρικάδα πολλά για στοιχειά, φαντάσματα, καλότυχες, λάμιες, δρίμες που βγαίνουν από την παιδική φαντασία απ' αυτά που άκουγαν.




Το τραγούδι της χελιδόνας «χελιδόνισμα», όπως λέγεται σε διάφορες περιοχές, ήταν σίγουρα πιο μεγάλο, αλλά ξεχάστηκαν οι τελευταίες του στροφές όταν το έθιμο άρχισε να φθίνει. Τούτο αποδεικνύεται από μία στροφή που καταγράψαμε στον Παλαμά από ηλικιωμένους παλαιότερα:
Άφ'σα σύκα και σταφύλια
και σταυρό στη θυμωνίτσα
γύρ'σα πίσω δεν τα βρήκα
βρήκα στάρια φυτρωμένα
και αμπέλια κλαδεμένα.
Είναι λόγια που μπαίνουν στο στόμα της χελιδόνας και που θέλουν να τονίσουν τις αλλαγές που έγιναν στη φύση στο διάστημα αυτό από τον καιρό που έφυγε η χελιδόνα μέχρι τώρα που γύρισε. Άξιο θαυμασμού είναι ότι όχι μόνο το έθιμο αλλά και το ίδιο το τραγούδι παρουσιάζουν ομοιότητα με αυτό της αρχαιότητας που μας παρέδωσε ο Αθηναίος (Η, 60) γύρω στα 200 μ.Χ. αλλά ανάγεται σε πολύ παλαιότερα χρόνια. Το τραγουδούσαν και τότε τα παιδιά που περιέφεραν το ομοίωμα της χελιδόνας ζητώντας φιλοδωρήματα. Η ομοιότητα του αρχαίου τραγουδιού δεν είναι μόνο εννοιολογική αλλά και εν μέρει λεκτική:
Ήλθ' ήλθε η χελιδών
καλάς ώρας άγουσα
καλούς ενιαυτούς
επί γαστέρα λευκά
επί νώτα μέλαινα
παλάθαν συ προκύκλει
εκ πίονος οίκου.
Οίνου τε δέπαστρον
τυρών τε κάνιστρον
και πυρών α χελιδών
και λεκιθίταν
ουκ απωθείται…
Το αρχαίο τραγούδι παρουσιάζει ομοιότητα και με την τελευταία στροφή σ' ένα απ' τα τραγούδια του Λάζαρη τα γνωστά λαζαριάτικα που λέγει στον Παλαμά.
Το καλαθάκι μ' θελ' αυγό
κι η τσέπη μ' κουκουσίτσα *
κι του δεξί χειράκι μου
θελ' ένα παρατζέλου **
Μία παραλλαγή του τραγουδιού της χελιδόνας από την Αστρίτσα (Μπουλή) αναφέρει:
Μπαίνει βγαίνει η κυρά
φερ΄ αυγά σαρακοστά
για να δώσει στα πιδιά
που τραγούδησαν του Μαρτ'
Το έθιμο όπως μας πληροφορεί ο θρησκειολόγος M. Nilson έχει τις ρίζες του στην αγροτική λαϊκή λατρεία, σε θρησκευτικές και μαγικές δοξασίες.
Σήμερα στη Θεσσαλία σε λίγα χωριά συνεχίζεται το έθιμο. Σε πολλά χωριά σταμάτησε εδώ και λίγα χρόνια και μόνο οι ηλικιωμένοι το θυμούνται και το τραγουδούν όταν τους ρωτάς, νοσταλγώντας τα παλιά. Δεν πρέπει όμως να σταματήσει και όπου σταμάτησε πρέπει να αναβιώσει και να συνεχιστεί. Είναι εθνική μας υποχρέωση, ανάγκη επιτακτική, να συνεχιστεί. Διατηρήθηκε χιλιετηρίδες και δεν δικαιολογείται να σταματήσει σήμερα που οι εχθροί της πατρίδας μας φτάνουν στο σημείο να αμφισβητούν τα γεωγραφικά μας σύνορα.
Πολλές οικογένειες φτιάχνουν το ομοίωμα της χελιδόνας, τη «χελιδόνα» όπως τη λένε, μόνοι τους και εκεί ο καθένας βάζει το μεράκι του. Άλλα παιδιά χρησιμοποιούν τη “χελιδόνα” του πατέρα ή και του παππού που την έχουν φυλαγμένη καλά στο σπίτι τους. Οι μεγάλοι ξέρουν καλά την τέχνη της κατασκευής της «χελιδόνας». Υπολογίζουν το μέγεθος και το βάρος της ώστε να είναι “ζυγιασμένη”, να μαζεύει καλά το σχοινί και να γυρίζει γρήγορα και με άνεση. Ανάλογα με την κατασκευή η «χελιδόνα» έχει και διαφορετικό θόρυβο. Όταν είναι καλά κατασκευασμένη και «ζυγισμένη» χωρίς «τζόγο» και περιττές τριβές, ο μοναδικός θόρυβος που κάνει είναι αυτός της περιστροφής. Ακούγεται, δηλαδή, βούισμα και η «χεριδόνα» είναι επιτυχημένη στην κατασκευή και τότε τη λέμε «βαγκανούσα». Όταν, όμως, δεν είναι ζυγισμένη και έχει «τζόγο» στον ιστό, ακούγεται ο θόρυβος του ξύλου «κρρρ», για αυτό και τη λέμε «καρκαρούσα». Για τους ερευνητές των αρχαίων μουσικών οργάνων και τους μουσικολόγους το ομοίωμα της χελιδόνας θεωρείται ένα από τα αρχαιότερα μουσικά όργανα. Είναι άλλωστε μουσικό όργανο αφού συνοδεύει τραγούδι και σκοπό.
Αφού περάσει μία μέρα με ευχάριστη οικονομική δραστηριότητα, το μεσημέρι, οι πιτσιρικάδες θα κάνουν ένα απολογισμό για τα έσοδα, τα οποία και θα μοιράσουν μεταξύ τους.
Ύστερα θα φυλάξουν τη «χελιδόνα» στο σπίτι τους και θα πουν…… Και του χρόνου!
* Κουκουσίτσα, κουκόσια = το καρύδι
** Παρατζέλια = μικρά νομίσματα-παρατζέλια κρεμούσαν και οι καραγκούνες στις επίσημες μέρες. Τα παρατζέλια ήταν πιο μικρά σε μέγεθος απ' τα φλουριά και μικρότερης αξίας. Πολλές φορές οι καραγκούνες για να τα ξεχωρίσουν απΆ τα φλουριά που φορούσαν τα ονόμαζαν και λιανοφλούρια.
Το τέλος του Χειμώνα και τον ερχομό των χελιδονιών γιόρταζαν τα παιδιά από την αρχαιότητα με τα "χελιδονίσματα". Ο συγγραφέας Αθηναίος (2ος αιώνας μ.Χ.) έχει διασώσει ένα "χελιδόνισμα" που τραγουδούσαν τα παιδιά στη Ρόδο. Κρατώντας ένα ομοίωμα χελιδονιού, τριγύριζαν στην πόλη και ζητούσαν φιλέματα.



Στα πρώτα βυζαντινά χρόνια, το "ελληνικό" έθιμο της χελιδόνας θεωρήθηκε ειδωλολατρικό και στην αρχή απαγορεύτηκε από την εκκλησία. Παρ' όλα αυτά όμως τα παιδιά συνέχιζαν να τραγουδούν τον ερχομό της Άνοιξης και έτσι το έθιμο διατηρήθηκε όπως ακριβώς και στην αρχαιότητα. Σε κάθε μεριά της Ελλάδας, την 1η του Μαρτη τα παιδιά ξεχύνονταν στους δρόμους για να καλωσορίσουν τα χελιδόνια τους, τους αγγελιοφόρους της Άνοιξης. Κρατούσαν στα χέρια τους ένα ξύλινο χελιδόνι και του κρεμούσαν στο λαιμό κουδουνάκια . Πήγαιναν από σπίτι σε σπίτι και έλεγαν τα "χελιδονίσματα" ενώ τα κουδουνάκια συνόδευαν το τραγούδι τους.
Ήρθε ήρθε χελιδόνα
ήρθε και άλλη μεληδόνα
κάθισε και λάλησε
και γλυκά κελάηδησε:
Μάρτη, Μάρτη μου καλέ,
και Φλεβάρη φοβερέ
κι αν φλεβίσεις κι αν τσικνίσεις
καλοκαίρι θα μυρίσεις
Κι αν χιονίσεις κι αν κακίσεις
πάλιν άνοιξη θ' ανθίσεις.
Σε άλλα μερη λένε:
«Του Μάρτη χελιδονίσματα»
Χελιδόνα έρχεται
από μαύρη θάλασσα
θάλασσα επέρασε
τη φωλιά δε ξέχασε
εν δυο, εν δυο.
Μάρτη, Μάρτη βροχερέ
και Απρίλη δροσερέ
τα πουλάκια κελαηδούν
τα δεντράκια φύλλα ανθούν
τα πουλάκια αυγά γεννούν
κι αρχινούν να τα κλωσούν.
Χαρακτηριστικό είναι ένα άλλο ανοιξιάτικο έθιμο της βροχής, που σχετίζεται με την ανησυχία του αγροτικού κόσμου για τη βροχή και γίνεται συνήθως λίγο πριν τη Μεγάλη Εβδομάδα. Μαζεύονταν λοιπόν παιδιά μέχρι δεκαοκτώ χρονών και ορίζονταν με κλήρωση ένα από αυτά που το έντυναν με χόρτα.
Έπειτα έπαιρναν ένα παγούρι και ένα ποτήρι και γύριζαν από σπίτι σε σπίτι. Στο κάθε έριχναν στο ντυμένο με χόρτα παιδί ένα ποτήρι νερό, το οποίο κουνιόταν με αποτέλεσμα να στάζει κάτω το νερό. Κάθε φορά έλεγαν την παρακάτω προσευχή:
«να βρέξει αγαπημένε Θεέ να μεγαλώσουν τα σπαρτά».
ΧΕΛΙΔΟΝΙΣΜΑ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ
Μάρτης μας ήρθε,καλώς μας ήρθε
τα χελιδόνια έρχονται από την Αραβία,
μας φέρνουνε την άνοιξη κι όλο το καλοκαίρι
και ΄μεις για τούτο ήρθαμε, να πούμε καλημέρα
και να παρακαλέσουμε Χριστό και Παναγία
να μας βοηθά παντοτινά και όλοι με υγεία. Και του χρόνου!
ΧΕΛΙΔΟΝΙΣΜΑ ΣΑΜΟΥ (1o)
Δόνι, χελιδόνι
ήρθες, καλώς ήρθες.
Φκιάσε τη φωλιά σου
κάμε τα πουλιά σου
φκιάστηνε στο σπίτι
κανένας δεν τη γκίζει.
ΧΕΛΙΔΟΝΙΣΜΑ ΣΑΜΟΥ (2o)
Το χελιδόνι το πουλί
πάει πέρα κι’ έρχεται
πάει και ξανάρχεται
στήνει μήνυμα και λέει
πως είναι καλοκαίρι.
ΧΕΛΙΔΟΝΙΣΜΑ ΡΟΔΟΥ
Το χελιδόνισμα της Ρόδου, ένα ανώνυμο δημώδες άσμα, παραδίδεται από τον Αθήναιο (ακμή: περ. 200 μ.Χ.), ο οποίος αντλεί τις πληροφορίες του από το έργο Περὶ τῶν ἐν Ρόδῳ θυσιῶν του ιστοριογράφου Θέογνη, που δεν γνωρίζουμε πότε έζησε. Το άσμα είναι πιθανώς πολύ παλαιότερο, ενδεχομένως παλαιότερο και από τον 5ο αι. π.Χ., αφού ο Αριστοφάνης φαίνεται να έχει υπόψη του κάποιο χελιδόνισμα. Το τραγουδούσαν παιδιά που πήγαιναν από σπίτι σε σπίτι τον μήνα Βοηδρομιώνα (περ. 15 Φεβρουαρίου-15 Mαρτίου), δηλ. όταν έρχονταν τα χελιδόνια, οι προάγγελοι της άνοιξης. Στα παιδιά έδιναν γλυκίσματα, άλλα φαγώσιμα ή ακόμη και κρασί.
Τα άσματα αυτά. ανάλογα των οποίων υπάρχουν και σήμερα, κατά κανόνα συνδέονται με κρίσιμες μεταβάσεις μέσα στον κύκλο του έτους (πρωτοχρονιά, αρχή της άνοιξης κ.ά.) και έχουν συχνά ευετηρικό χαρακτήρα, αποσκοπούν δηλ. στο να φέρουν "καλή χρονιά". Παρόμοια χελιδονίσματα έχουν καταγραφεί στους νεότερους χρόνους σε διάφορες περιοχές της Ελλάδας. Πανελλήνια γνωστό είναι το «ήρθε, ήρθε η χελιδόνα...».
“Το Χελιδόνισμα της Ρόδου”
ἦλθ᾽ ἦλθε χελιδών
καλὰς ὥρας ἄγουσα,
καλοὺς ἐνιαυτούς,
ἐπὶ γαστέρα λευκά,
5ἐπὶ νῶτα μέλαινα.
παλάθαν σὺ προκύκλει
ἐκ πίονος οἴκου
οἴνου τε δέπαστρον
τυροῦ τε κάνυστρον·
10καὶ πύρνα χελιδών
καὶ λεκιθίταν
οὐκ ἀπωθεῖται· πότερ᾽ ἀπίωμες ἢ λαβώμεθα;
εἰ μέν τι δώσεις· εἰ δὲ μή, οὐκ ἐάσομες·
ἢ τὰν θύραν φέρωμες ἢ τὸ ὑπέρθυρον
15ἢ τὰν γυναῖκα τὰν ἔσω καθημέναν·
μικρὰ μέν ἐστι, ῥᾳδίως νιν οἴσομες.
ἂν δὴ τι φέρῃς, μέγα δή τι φέροις·
ἄνοιγ᾽ ἄνοιγε τὰν θύραν χελιδόνι·
οὐ γὰρ γέροντές ἐσμεν, ἀλλὰ παιδία.
Μ. Ζ. Κοπιδάκης
Ήλθε το χελιδόνι ήλθε
φέρνει τις καλοκαιριές
και χαρούμενες χρονιές,
κάτασπρη έχει την κοιλιά,
μαύρη την ουρά.
Ρίξε συκοπιταρίδα
από το αρχοντικό σου,
φέρε κύπελλο κρασί
και κανίστρι με τυρί.
Και το ξεροκόμματο,
μα και το αυγόψωμο
αγαπά το χελιδόνι. Να του δίνουμε ή θα καλοχεριστούμε;
Αν μας δώσεις -Αν μας αρνηθείς, ησυχία δεν θα βρεις
ή θα αρπάξουμε την πόρτα ή τ᾽ ανώφλι της
ή τη νοικοκυρά που ᾽ναι μες στο σπίτι·15
είναι μικροκαμωμένη, εύκολα σηκώνεται.
Αν θα μας φιλοδωρήσεις, να ᾽ναι κάτι που αξίζει.
Άνοιγε, άνοιγε τη θύρα στα χελιδονάκια·
δεν είμαστε δα γέροι, είμαστε παιδιά.
Χελιδονίσματα Κρήτης (Κάλαντα της Άνοιξης)
Ο Μάρτης ήρθε με χαρές και με δροσιές γεμάτος,
όλα τα έχνη τα κακά να μη φανή η φανιά ντως,
όξω ψύλλοι και κοργοί, όφιδες και μποντικοί
κολισαύρες και λιακόνια,
όξω απού τ΄ αφεντικού το στρώμα.
Το χελιδόνι νάρχεται , στο σπίτι να φωλεύγει,
και να του δίδετε θροφή να παίρνει να μισέβγει
να πηαίνει εις την έρημο, να είναι φορτωμένο,
να τρώει να ευφραίνεται κι αυτό το βλοημένο
δώτε και μας τον κόπο μας, ό,τι είναι ο ορισμός σας
και ο Χριστός μας πάντοτε να είναι ο βοηθός σας,
χρόνους πολλούς να ζήσετε, πάντα ευτυχισμένοι
σωματικά και ψυχικά να είστε ευτυχισμένοι .




Παρασκευή 21 Φεβρουαρίου 2020

Ο υπέροχος μύθος της αμυγδαλιάς που εξηγεί γιατί η αγάπη νικά πάντα τον θάνατο



ΣΥΜΒΟΛΟ ΤΗΣ ΕΛΠΙΔΑΣ


Η αμυγδαλιά δεν κάνει μόνο έναν από τους ωραιότερους καρπούς, αλλά νωρίτερα γεμίζει με τα ομορφότερα άνθη. Τα περίφημα λευκά ή ροζ άνθη αμυγδαλιάς...


Τα μπουμπούκια της αμυγδαλιάς μάλιστα σκάνε πολύ νωρίτερα απ' ό,τι αυτά των υπολοίπων δέντρων. Και κάπως έτσι τα άνθη της αμυγδαλιάς εκτός από το να δίνουν τη δική τους πινελιά στους πίνακες της φύσης στέλνουν κάθε χρόνο και το δικό τους προμήνυμα για την άνοιξη. Δεν είναι τυχαίο λοιπόν που συμβολίζουν την ελπίδα.

Τα εντυπωσιακά άνθη της αμυγδαλιάς βέβαια, κουβαλούν και τους δικούς τους μύθους.


Μύθος 1, η Φυλλίς και η αγάπη που νικά το θάνατο

Ήταν κάποτε στη Θράκη, μια πανέμορφη πριγκίπισσα, η Φυλλίς, η οποία ερωτεύτηκε το γιο του Θησέα, τον Δημοφώντα. Οι δύο νέοι γνωρίστηκαν όταν το καράβι του νεαρού Αθηναίου Δημοφώντα επέστρεφε από την Τροία.

Παντρεύτηκαν αλλά μετά από λίγο καιρό ο νεαρός Αθηναίος νοστάλγησε την πατρίδα του και η ερωτευμένη πριγκίπισσα μη αντέχοντας να τον βλέπει στεναχωρημένο ,τον άφησε να γυρίσει πίσω και αν την αγαπούσε πραγματικά θα ξαναγύριζε και τότε θα ήταν πραγματικά και ειλικρινά δικός της.

Έτσι κι έγινε, και η ερωτευμένη Φυλλίς έμεινε μόνη να περιμένει τον εκλεκτό της για χρόνια ώσπου μαράζωσε και πέθανε από τη θλίψη της.Όμως οι θεοί που ήξεραν την ιστορία της την μεταμόρφωσαν σε δέντρο για να μπορεί να περιμένει για περισσότερα χρόνια τον αγαπημένο της.Έτσι η ερωτευμένη γυναίκα δεν πέθανε αλλά έγινε το δέντρο, που έμελλε να γίνει σύμβολο της ελπίδας : η Αμυγδαλιά.

Έλεγαν λοιπόν ότι μετά από χρόνια και όταν ο Δημοφώντας επέστρεψε στη Θράκη , βρήκε την αγαπημένη του και πιστή γυναίκα , όχι περιστοιχισμένη από μνηστήρες ,αλλά ένα ξερό δέντρο δίχως φύλλα στη μέση του παγωμένου τοπίου.Απελπισμένος και γεμάτος τύψεις αγκάλιασε τον κορμό της και τότε εκείνη πλημμύρισε ανθούς στη μέση του χειμώνα νικώντας το θάνατο.

Μια άλλη εκδοχή του μύθου για την αμυγδαλιά αναφέρει ότι η φυλλίς έμεινε πίσω περιμένοντάς τον , στον τόπο της τελετής του γάμου της.Τα χρόνια περνούσαν και ο Δημοφώντας δεν επέστρεφε.Απελπισμένη η βασιλοπούλα που τον έχασε για πάντα πήγε και κρεμάστηκε σ'ένα δέντρο. Το δέντρο κράτησε την ψυχή της κι από τότε δεν ξανάβγαλε φύλλα , ούτε άνθισε.

Κάποτε με τα χιόνια του Γενάρη γύρισε ο γιος του Θησέα. Σαν έμαθε τον τραγικό χαμό της αγαπημένης του πήγε, αγκάλιασε το δέντρο και αυτό άρχισε να βγάζει τρυφερά φύλλα και άνθη. Η ψυχή της βασιλοπούλας ένιωσε χαρά με το γυρισμό του Δημοφώντα μα δεν ξαναπήρε την ανθρώπινη μορφή της. Έμεινε δέντρο και κάθε χρόνο το Γενάρη, στολίζεται με κάτασπρα λουλούδια.


Έτσι η αμυγδαλιά, έγινε σύμβολο της ελπίδας, δείχνοντας ότι η αγάπη δεν μπορεί να νικηθεί από το θάνατο.








Μύθος 2, η όμορφη Αμυγδαλιά και ο παγωμένος βοριάς

Η Αμυγδαλιά ήταν μια όμορφη κόρη και κατοικούσε σ΄ ένα μεγάλο πύργο. Η μητέρα της την είχε μονάκριβη , τη λάτρευε τόσο πολύ και δεν την άφηνε το χειμώνα να βγει έξω ούτε μια φορά, για να μην κρυώσει. Έτσι , η Αμυγδαλιά καθόταν τις χειμωνιάτικες μέρες πίσω από το τζάμι του παραθύρου της , μέσα στη ζεστασιά του δωματίου της και από εκεί έβλεπε τη βροχή να πέφτει , τον άνεμο να λυσσομανάει και πολλές φορές να ξεριζώνει τα δέντρα , το χιόνι να στροβιλίζεται και να ντύνει κάτασπρη τη γη , τα σπουργιτάκια να ψάχνουν με κόπο να βρουν κάτι για να τσιμπήσουν.

Μια μέρα ο Βοριάς , ο πιο ψυχρός από τους ανέμους που φυσάνε στη γη, έτυχε να περάσει έξω από τον πύργο, είδε την Αμυγδαλιά πίσω από το παράθυρό της , τον θάμπωσε τόσο πολύ η ομορφιά της , την αγάπησε κι έβαλε σκοπό να την παντρευτεί. Αλλά…ποια κοπέλα θα δεχόταν να παντρευτεί τον άνεμο; Έτσι ο Βοριάς αποφάσισε να μεταμορφωθεί σε άνθρωπο. Είχε μαγική δύναμη και το κατάφερε πολύ εύκολα. Μεταμορφώθηκε λοιπόν σ΄ ένα ωραίο παλικάρι , σ΄ έναν ιππότη και μια μέρα στάθηκε έξω από το παράθυρο της Αμυγδαλιάς.

Η όμορφη κόρη θαμπώθηκε κι αυτή από την ομορφιά του παλικαριού και δεν άργησε να τον αγαπήσει. -Γιατί δεν ανοίγεις το παράθυρό σου να σε δω από κοντά; τη ρώτησε μια μέρα ο Βοριάς. -Δεν μπορώ , του απάντησε η Αμυγδαλιά .Όσο κρατάει ο χειμώνας η μητέρα μου δε μ΄ αφήνει να βγω από το δωμάτιό μου ούτε ν΄ ανοίξω το παράθυρό μου, γιατί είμαι τόσο ντελικάτη και θα κρυώσω. Θα πρέπει να περιμένεις να έρθει το καλοκαίρι. -Το καλοκαίρι δεν περνώ από αυτά τα μέρη , της είπε ο Βοριάς. Να πεις στη μητέρα σου πως θέλω να σε παντρευτώ και τότε θα σ΄ αφήσει να βγεις από το δωμάτιό σου.

Μίλησε την ίδια εκείνη μέρα η Αμυγδαλιά στη μητέρα της για τον όμορφο νέο που είχε γνωρίσει και την παρακάλεσε να της επιτρέψει να τον παντρευτεί. -Μα…ποιος είναι αυτός ο νέος; τη ρώτησε η μητέρα της. Πώς να σε παντρέψω με έναν άγνωστο; Κι έπειτα…πώς θα μπορέσεις να βγεις έξω με αυτό το κρύο; Άφησε να ζεστάνει ο καιρός και τότε μπορείς να βγεις για να γνωρίσεις από κοντά το νέο που αγαπάς. -Να βγω έστω και για λίγο, την παρακάλεσε η Αμυγδαλιά. -Μην είσαι τόσο βιαστική κόρη μου, τη συμβούλεψε πάλι η μητέρα της.Υπάρχουν τόσοι και τόσοι νέοι που θα ήθελαν να σε παντρευτούν. Μη δίνεις και τόση εμπιστοσύνη σε αυτόν τον άγνωστο.

Η Αμυγδαλιά όμως δεν άκουσε τη συμβουλή της μητέρας της και μια μέρα που εκείνη έλειπε από τον πύργο , ντύθηκε στα λευκά , σα νύφη , άνοιξε την πόρτα κι έτρεξε να συναντήσει τον ιππότη της και να φύγει μαζί του… Ο Βοριάς την έσφιξε στην αγκαλιά του μα…ήταν τόσο παγωμένος και η Αμυγδαλιά ήταν τόσο άμαθη στο κρύο. Έτσι, δεν άργησε να παγώσει το σώμα της, να παγώσει η καρδιά της και να ξεψυχήσει…Δεν μπορούσε ποτέ να φανταστεί ότι ο νέος που αγαπούσε ήταν ο Βοριάς που παγώνει το καθετί στο πέρασμά του.

Ο θεός λυπήθηκε πολύ για το θάνατο της Αμυγδαλιάς και πάνω στον τάφο της έκανε ν΄ ανθίσει ένα δέντρο που πήρε τ΄ όνομά της. Από τότε, ακόμα και μέσα στο βαρύ χειμώνα , η αμυγδαλιά βιάζεται ν΄ ανθίσει.Τα λευκά της λουλούδια μοιάζουν με νυφικό πέπλο. Βιάζεται να συναντήσει τον αγαπημένο της Βοριά και να τον παντρευτεί. Κι εκείνος , παγώνει και μαραίνει χωρίς να το θέλει τα λουλούδια της...


Πηγή: iefimerida.gr - https://www.iefimerida.gr/news/406350/o-yperohos-mythos-tis-amygdalias-poy-exigei-giati-i-agapi-nika-panta-ton-thanato







Τρίτη 31 Δεκεμβρίου 2019

Κάλαντα !!!




Τὰ Κάλαντα εἶναι ἔθιμο ποὺ διατηρεῖται ἀμείωτο ἀκόμα καὶ σήμερα μὲ τὰ παιδιὰ νὰ γυρνοῦν ἀπὸ σπίτι σὲ σπίτι σὲ ζεύγη ἢ καὶ περισσότερα καὶ νὰ τραγουδοῦν τὰ κάλαντα συνοδεύοντας τὸ τραγούδι τους μὲ τὸ τρίγωνο ἢ ἀκόμα καὶ κιθάρες, ἀκορντεόν, λύρες, ἢ φυσαρμόνικες. Τὰ παιδιὰ γυρνοῦν ἀπὸ σπίτι σὲ σπίτι, χτυποῦν τὴν πόρτα καὶ ρωτοῦν: «Νὰ τὰ ποῦμε;». Ἂν ἡ ἀπάντηση ἀπὸ τὸν νοικοκύρη ἢ τὴν νοικοκυρὰ εἶναι θετική, τότε τραγουδοῦν τὰ κάλαντα γιὰ μερικὰ λεπτὰ τελειώνοντας μὲ τὴν εὐχὴ «Καὶ τοῦ Χρόνου. Χρόνια Πολλά». Ὁ νοικοκύρης τὰ ἀνταμοίβει μὲ κάποιο χρηματικὸ ποσό, ἐνῶ παλιότερά τους πρόσφερε μελομακάρονα ἢ κουραμπιέδες. Κάλαντα λέγονται τὴν παραμονὴ τῶν Χριστουγέννων, τῆς Πρωτοχρονιᾶς καὶ τῶν Φώτων καὶ εἶναι διαφορετικὰ γιὰ κάθε γιορτή.

Ἡ λέξη κάλαντα προέρχεται ἀπὸ τὴ λατινικὴ «calenda», ποὺ σημαίνει ἀρχὴ τοῦ μήνα. Πιστεύεται ὅτι ἡ ἱστορία τους προχωρεῖ πολὺ βαθιὰ στὸ παρελθὸν καὶ συνδέεται μὲ τὴν Ἀρχαία Ἑλλάδα. Βρῆκαν, μάλιστα, ἀρχαία γραπτὰ κομμάτια παρόμοια μὲ τὰ σημερινὰ κάλαντα. 
 Η Ειρεσιώνη (από το είρος, έριον= μαλλί προβάτου) λοιπόν, ήταν ένα κλαδί ελιάς  στολισμένο με γιρλάντες από μαλλί λευκό και κόκκινο και τους πρώτους φθινοπωρινούς καρπούς (σύκα, καρύδια, αμύγδαλα, κάστανα, δημητριακά). Την εβδόμη ημέρα του μηνός Πυανεψιώνος (22 Σεπτεμβρίου – 20 Οκτωβρίου), παιδιά των οποίων και οι δύο γονείς ζούσαν ,περιέφεραν την Ειρεσιώνη στους δρόμους της πόλης των Αθηνών τραγουδώντας από σπίτι σε σπίτι, παίρνοντας το φιλοδώρημά τους από τον νοικοκύρη ή την κυρά και όταν έφθαναν στο σπίτι τους κρεμούσαν την Ειρεσιώνη πάνω από την εξώπορτά τους, όπου έμενε εκεί μέχρι την ιδία ημέρα του νέου έτους, οπότε, αφού τοποθετούσαν την νέα, κατέβαζαν την παλιά και την έκαιγαν. Άλλα παιδιά κρεμούσαν την Ειρεσιώνη πάνω από την θύρα του Ιερού του Απόλλωνα.
  Το έθιμο απηχούσε την ευχή των ανθρώπων για την ευφορία της γης, τις ευχαριστίες τους για την καρποφόρα χρονιά που πέρασε και τον εξευμενισμό των θεών για μια ακόμα πιο αποδοτική σε γεννήματα χρονιά, αυτή που ερχόταν. Η γονιμότητα της γης ήταν, αυτονοήτως, πολύ σημαντική για την επιβίωση των πληθυσμών και την ευζωία τους. Το τραγουδάκι που διασώζει ο Πλούταρχος («Βίοι Παράλληλοι, Θησεύς 22») είναι χαρακτηριστικό:
«Ειρεσιώνη σύκα φέρει και πίονας άρτους
και μέλι εν κοτύλη και έλαιον αναψήσασθαι
και κύλικ’ εύζωρον, ως αν μεθύουσα καθεύδη»
δηλαδή: «Η Ειρεσιώνη σου φέρνει σύκα και αφράτα ψωμιά
και μέλι μέσα στο ποτήρι και λάδι για να ψήσεις
και μπουκάλι γεμάτο για να μεθύσεις και να κοιμηθείς γλυκά»  (απόδοση: Ανδρέα Πουρναρά)
 Ο Όμηρος έψαλλε κάποτε κάλαντα “παραχειμάζων εν Σάμω και προσπορευόμενος προς τας οικίας των επιφανεστάτων”.
Το τραγούδι τῆς Εἰρεσιώνης τῆς ἐποχῆς τοῦ Ὁμήρου, τὸ ἀπαντᾶμε σήμερα μὲ μικρὲς παραλλαγὲς στὰ κάλαντα τῆς Θράκης:

«Στο σπίτι ἐτοῦτο ποὔρθαμε τοῦ πλουσιονοικοκύρη
ν᾿ ἀνοίξουνε οἱ πόρτες του νὰ μπεῖ ὁ πλοῦτος μέσα
νὰ μπεῖ ὁ πλοῦτος κι ἡ χαρὰ κι ἡ ποθητὴ εἰρήνη
καὶ νὰ γεμίσουν τὰ σταμνιὰ μέλι, κρασὶ καὶ λάδι
κι ἡ σκάφη τοῦ ζυμώματος μὲ φουσκωτὸ ζυμάρι».

Γενικά αγαπώ πολύ τα κάλαντα όμως αυτά που ξεχωρίζω είναι της Κάτω Ιταλίας

Παραδοσιακὰ κάλαντα στὴν ἑλληνόφωνη διάλεκτο τῆς κάτω Ἰταλίας. παραπομπή: www.greciasalentina.org     https://youtu.be/lLgDyXzja9sΑstrina

Arte pu ettasa ettu sti massaria
ivloo tin porta ce to limbitari
ivloo ti mmana c' ola ta pedia
apoi to ciuri pu ene o generali.

Apoi' vo vloo ce to merciali
ti ccazza, ti skutedda, to rotuli
ce tis varti, varti merci na cai
irtame na tis kanome allegria.

Oria pune ta spiddia fabricata
Orrie tes porte mola ta klidia
Ka i patruna pu ne mia fata
Irtame na tis kanome allegria.

Irtame na sas ferme tin astrina
coriliana pu ti mate se tolo
e na mas doki presto ma to prima
irtame na sas ferme tin astrina.

 Ἀστέρι
Μόλις ποὺ φτάνω σ᾿ αὐτὸ τὸ σπίτι
εὐλογῶ τὴν πόρτα καὶ τὸ κατώφλι
εὐλογῶ τὴ μάνα καὶ ὅλα τὰ παιδία
καὶ τὸν κύρη ποὺ εἶναι ὁ ἀρχηγός.

Ἀκόμη εὐλογῶ καὶ τὸ τσουκάλι
τὴ χύτρα, τὴν κουτάλα, τὸν τρίφτη,
ποὺ ἐκεῖ γίνεται τὸ τυρί, νά γιατί
ἤρθαμε νὰ σᾶς φέρουμε τὴ χαρά.

Ὡραῖα πού ῾ναι τὰ σπίτια φτιαγμένα
ὡραῖες οἱ πόρτες μ᾿ ὅλα τὰ κλειδία
καὶ ἡ κυρὰ πού ῾ναι μία νεράιδα
ἤρθαμε νὰ τῆς φέρουμε τὴ χαρά.

Ἤρθαμε νὰ σᾶς φέρουμε τὸ ἀστέρι
ἀπὸ τὸ Κοριλιάνο
καὶ νὰ μᾶς δώσετε γρήγορα μπουναμᾶ
Ἤρθαμε νὰ σᾶς φέρουμε τὸ ἀστέρι.


Κάλαντα Πρωτοχρονιᾶς Μακεδονίας
Ἦρθε πάλι νέο ἔτος εἰς τὴν πρώτη του μηνός,
ἦρθα νὰ σᾶς χαιρετήσω, δοῦλος σας ὁ ταπεινός.

Ὁ Βασίλειος ὁ Μέγας, ἱεράρχης θαυμαστός,
εἰς τὴν οἰκογένειά σας νἄναι πάντα βοηθός.

Τὰ παιδιὰ εἰς τὸ σχολεῖο νὰ πηγαίνουνε συχνά,
νὰ μαθαίνουνε τὸ βίο, τῆς πατρίδας τὰ ἱερά.

Καὶ γιὰ τοὺς ξενιτεμένους ἔχω νὰ σᾶς πῶ πολλά,
σᾶς ἀφήνω «καληνύχτα», καὶ τοῦ χρόνου μὲ ὑγειά.

Κάλαντα Πρωτοχρονιᾶς Δυτικῆς Μακεδονίας
Ἅγιος Βασίλης ἔρχεται, Γενάρης ξημερώνει,
σὰ φέτος καὶ τοῦ χρόνου.

Ἐδῶ σὲ τούτην τὴν αὐλή, στὸ μαρμαροστρωμένο,
ἐδῶ ῾χουν χίλια πρόβατα καὶ δυὸ χιλιάδες γίδια.

Σὰν τὰ μυρμήγκια περπατοῦν, σὰν τὰ μελίσσια πᾶνε,
μὲ τὴ φλογέρα τὰ λαλοῦν, μὲ τ᾿ν ἀντρειὰ τὰ διώχνουν.

Χρόνια πολλά, καλὴ χρονιὰ στὸ σπίτι σας.

Παραδοσιακὰ πρωτοχρονιάτικα παινέματα Χίου

Καλησπερίζω φέρνοντας ἀγέρα μυρωμένο
ἀπ᾿ τ᾿ ἀφρισμένα κύματα χιλιοτραγουδισμένο.

Σ᾿ αὐτὸ τὸ σπίτι πού ῾ρθαμε πέτρα νὰ μὴ ραγίσῃ
κι ὁ νοικοκύρης τοῦ σπιτιοῦ χρόνια πολλὰ νὰ ζήσῃ.

Ἅγιε μου Βασιλάκη μου καὶ Ἅγιε μου Νικόλα,
προστάτευε τοὺς ναυτικοὺς τὴν ὥρα τοῦ κυκλῶνα.

Χρόνια πολλά, νά ῾στε καλὰ κι ἐσεῖς καὶ οἱ δικοί σας,
νὰ ῾ρθοῦνε τὰ ξενάκια σας κι ὅλοι οἱ ναυτικοί σας.

Σὲ ὅλους σας εὐχόμαστε ἀγάπη, εἰρήνη, ὑγεία,
καλὴ καρδιά, χαμόγελο καὶ Θεία εὐλογία.

Ἀρχιμηνιὰ κι ἀρχιχρονιά, ψιλή μου δεντρολιβανιά,
κι ἀρχὴ κι ἀρχὴ τοῦ Γεναρίου τοῦ μεγά- του μεγάλου Βασιλείου.

Βασίλη μ᾿ ἀπὸ ποῦ ῾ρχεσαι, κι ἀπὸ κι ἀπὸ ποῦ κατεβαίνεις
καὶ βαστᾶς, καὶ βαστᾶς ρόδα καὶ ραίνεις.

Κάτσε νὰ φᾷς, κάτσε νὰ πιῇς, κάτσε τὸν πόνο σου νὰ πῇς·
κάτσε, κάτσε νὰ τραγουδήσῃς καὶ νὰ μᾶς καλῶς ὁρίσῃς.

Κι ἔβγα, κι ἔβγα νὰ μᾶς κεράσῃς,
ποὺ νὰ ζῇς, ποὺ νὰ ζῇς καὶ νὰ γεράσῃς.
Καὶ τοῦ χρόνου!

Κάλαντα Πρωτοχρονιᾶς Ἰκαρίας

Ἀρχιμηνιὰ κι ἀρχιχρονιά, ψηλή μου δεντρολιβανιά·
κι ἀρχὴ καλός μας χρόνος, ἐκκλησιὰ μὲ τ᾿ ἅγιος θρόνος.
Ἅγιος Βασίλης ἔρχεται ἀπὸ τὸν κάβο Πάπα,
βαστάει καὶ στὴν πλάτη του μία μαλλιαρὴ θυλάκα,
νὰ βάλει μέσα τὰ ψωμιά, τὶς τηγανίτες, τὰ λεφτά.
-Ἐσένα, ἀφέντη, πρέπει σου καρέκλα καρυδένια,
γιὰ ν᾿ ἀκουμπᾷς τὴ μέση σου τὴ μαργαριταρένια.
-Καὶ πάλι ξαναπρέπει σου, βάλε στραβὰ τὸ φέσι σου
καὶ δίπλα τὸ βρακί σου, γιὰ νὰ σκάσουν οἱ ἐχθροί σου.
-Πολλά ῾παμε τ᾿ ἀφέντη μας ἂς ποῦμε τῆς κυρᾶς μας.
-Κυρὰ ψηλή, κυρὰ λιγνή, κυρὰ τἀπανοφρύδα
ποὺ ἔχεις τὸν ἥλιο πρόσωπο καὶ τὸ φεγγάρι στῆθος,
καὶ τοῦ κοράκου τὰ φτερὰ τἄχεις τἀπανοφρύδια
ποὺ ὅταν λουστεῖς καὶ χτενιστεῖς καὶ πᾷς στὴν ἐκκλησιά σου
ἡ στράτα ρόδα γέμισε ἀπ᾿ τὴν περπατησιά σου.
-Πολλά ῾παμε καὶ τῆς κυρᾶς, ἂς ποῦμε καὶ τῆς κόρης.
-Ἔχεις καὶ κόρην ὄμορφη, ποὺ δὲν ἔχει ἱστορία,
οὔτε στὴν Πόλη βρίσκεται, οὔτε στὴ Βενετία.
-Ἔχεις καὶ κόρη ὄμορφη, βάλ᾿τηνε στὸ ζεμπίλι
καὶ κρέμασέ τηνε ψηλά, νὰ μὴ τὴ φᾶν᾿ οἱ ψύλλοι.
-Πολλά ῾παμε, πολλά ῾παμε, μὰ δὲ μᾶς ἐκεράσατε,
κι ἂν ἀκόμα θὲ νὰ ποῦμε, βάλτε μας κρασὶ νὰ πιοῦμε.
-Ἐφάγαμε τὸν πετεινὸ, νὰ φᾶμε καὶ τὴν κότα
καὶ δῶστε μας τὸ φλουράκι μας, νὰ πᾶμε σ᾿ ἄλλη πόρτα!

Κάλαντα Πρωτοχρονιᾶς Τριπόδων (Βίβλου) Νάξου

Ἀρχιμηνιὰ κι ἀρχιχρονιά, ψηλή μου δεντρολιβανιά·
κι ἀρχὴ καλός μας χρόνος, ἐκκλησιὰ μὲ τ᾿ ἅγιος θρόνος.

Ἀρχὴ ποὺ βγῆκεν ὁ Χριστός, ἅγιος καὶ πνευματικός,
στὴ γῆ νὰ περπατήσει, καὶ νὰ μᾶς καλοκαρδίσει.

Ἅγιος Βασίλης ἔρχεται, κι ὅλους μᾶς καλοδέχεται,
ἀπὸ τὴν Καισαρεία, σύ ῾σ᾿ ἀρχόντισσα κυρία.

Βαστᾷ εἰκόνα καὶ χαρτί, ζαχαροκάντιο ζυμωτή,
χαρτὶ καὶ καλαμάρι, δὲς κι ἐμὲ τὸ παλικάρι.

Τὸ καλαμάρι ἔγραφε, τὴ μοίρα μου τὴν ἔγραφε,
καὶ τὸ χαρτὶ ὡμίλει, Ἅγιέ μου καλὲ Βασίλη.

Βασίλειε πόθεν ἔρχεσαι, καὶ δὲν μᾶς καταδέχεσαι,
καὶ πόθεν κατεβαίνεις, καὶ δὲν μᾶς ἐσυντυχαίνεις;

Ἀπὸ τῆς μάνας μ᾿ ἔρχομαι, μὰ ἐγὼ σᾶς καταδέχομαι,
καὶ στὸ σχολειό μου πάω, δὲ μοῦ λέτε τί νὰ κάμω.

Κάτσε νὰ φᾶς, κάτσε νὰ πιεῖς, κάτσε τὸν πόνο σου νὰ πεῖς,
κάτσε νὰ τραγουδήσεις, καὶ νὰ μᾶς καλοκαρδίσεις.

Μὰ ἐγὼ γράμματα μάθαινα, τραγούδια δὲν ἐμάθαινα,
τραγούδια δὲν ἠξεύρω, νά ᾿ρθω τζόγια μου νὰ σ᾿ εὕρω.

Κι ἂν δὲν ἠξεύρεις γράμματα, ἑλληνικὰ σπουδάγματα,
πές μας τὴν ἀλφαβήτα, πῶς ἐπέρναγες τὴ νύχτα.

Χλωρὸ ραβδί, ξερὸ ραβδί, ἄσπρο σταφύλι ροζακί,
χλωρὰ βλαστάρια πέφταν, ροδοκόκκινη βιολέτα.

Κι ἀπάνω στὰ βλαστάρια της καὶ στὰ περικλωνάρια της,
πέρδικες καλαηδοῦσαν, τζόγια μου καὶ σὲ ξυπνοῦσαν.

Δὲν ἦταν μόνο πέρδικες, γαρυφαλλιὲς λεβέντικες,
μόν᾿ καὶ περιστεράκια, μαῦρα μου γλυκὰ ματάκια.

Κατέβηκεν ἡ πέρδικα, ποὺ περπατεῖ λεβέντικα,
γιὰ νὰ βρέξει τὸ φτερό της, διατί τόση σκληρότης;

Καὶ βρέχει τὸν ἀφέντη μας, τὸν μπέη, τὸν λεβέντη μας,
τὸν πολυχρονεμένο, καὶ στὸν κόσμο ξακουσμένο.

Πολλὰ εἴπαμε τ᾿ἀφέντη μας, ἂς ποῦμε τῆς κυρᾶς μας:
Κυρὰ μαρμαροτράχηλη, καὶ βλασταρολαιμοῦσα,
ὅταν σὲ γέννα ἡ μάνα σου, ὅλα τὰ δέντρα ἀνθοῦσαν·
καὶ τὰ πουλιὰ τοῦ ποταμοῦ, κι ἐκεῖνα κελαηδοῦσαν.

Πολλὰ εἴπαμε καὶ τῆς κυρᾶς, ἂς ποῦμε καὶ τῆς κόρης:
Ἂν ἔχεις κόρη ἔμορφη, γραμματικὸς τὴν θέλει.
Ἂν εἶναι καὶ γραμματικός, πολλὰ προικιὰ γυρεύει.
Γυρεύει ἀμπέλια ἀτρύγητα, κι ἀμπέλια τρυγημένα·
γυρεύει καὶ τὴ θάλασσα μὲ ὅλα τὰ καράβια·
γυρεύει καὶ τὸν κὺρ-Βοριᾶ, νὰ τὰ καλαρμενίζει.

Πολλὰ εἴπαμε τῆς κόρης μας, ἂς ποῦμε καὶ τοῦ γιοῦ μας:
Ἂν ἔχεις γιὸ στὰ γράμματα, καὶ πιάσει τὸ ψαλτήρι,
νὰ τὸν ἀξιώσει ὁ Θεός, νὰ βάλει πετραχήλι.

Πολλὰ εἴπαμε καὶ τοῦ υἱοῦ, ἂς ποῦμε καὶ τῆς δούλας:
Ἂν ἔχεις δούλα ἔμορφη, καὶ βγεῖ νὰ μᾶς κεράσει,
νὰ τῆς εὐχηθοῦμε ὅλοι μας,
νὰ ζήσει, νὰ γεράσει, καὶ ψωμὶ (2) νὰ μὴ χορτάσει!

Κάλαντα Πρωτοχρονιᾶς Κρήτης

Ταχειὰ-ταχειὰ ῾ν᾿ ἀρχιχρονιὰ κι ἀρχὴ τοῦ Γεναρίου,
αὔριο ξημερώνεται τ᾿ ἁγίου Βασιλείου.

Πρῶτα ποὺ βγῆκεν ὁ Χριστός,
-ἅγιος καὶ πνευματικός-
στὴ γῆ νὰ περπατήσει,
ἐβγῆκε καὶ χαιρέτησε ὅλους τοὺς ζευγολάτες.

Τὸν πρῶτο ποὺ χαιρέτησε ἦτον Ἅγιο Βασίλης
-Καλῶς τὰ κάνεις Βασιλειό, καλὸν ζευγάριν ἔχεις.
-Καλὸ τὸ λὲς ἀφέντη μου, καλὸ καὶ εὐλογημένο,
ποὺ τὸ ῾βλογᾶ ἡ χάρη σου μὲ τὸ δεξιό σου χέρι,
μὲ τὸ δεξιό, μὲ τὸ ζερβό, μὲ τὸ μαλαματένιο.

-Γιὰ πές μου Ἅη Βασίλη μου πόσα μουζούρια σπέρνεις;
-Σπέρνω σταράκι δώδεκα, κριθάρι δέκα πέντε
ταὴ καὶ ρόβι δεκαοχτὼ κι ἀπὸ νωρὶς στὸ στάβλο.

Ἐθέρισα κι ἁλώνεψα κι ἔκαμα χίλια μόδια
και τὰ κορκοσκινίσματα χίλια καὶ πεντακόσια.

Ματ᾿ ἄλλα δὲν ἐμέτρησα γιατί Χριστὸς ἐπέρνα.
Καὶ κειὰ ποὺ στάθην᾿ ὁ Χριστὸς χρυσὸν δεντρὶν ἐβγῆκεν,
καὶ κειὰ ποὺ μεταπάτησε χρυσὸ κυπαρισσάκι
ποὖχε στὴν μέση τὸν σταυρὸ καὶ στὴν κορφὴ τὴν βρύση.

Στὰ μεσοκλωναράκια του πέρδικα κακαρίζει.
-Κακάριζε κακάριζε πέρδικα κορωνάτη,
μὰ ἐπὰ τὸν ἔχουν τὸν ὑγιό, τὸ μοσχοκανακάρη..


Ἑτέρα ἐκδοχὴ Ρεθύμνης
Ταχειὰ- ταχειὰ ῾ν᾿ Ἀρχιμηνιά, ταχειὰ ῾ν᾿ ἀρχὴ τοῦ χρόνου,
ἀρχὴ ποὺ βγῆκεν ὁ Χριστὸς στὴ γῆ νὰ περπατήξει.

Κι ἐκειὰ ποὺ πρωτοπάτησε χρυσὸ δεντρὶ ἐβγῆκε,
χρυσὸ δεντρί, χρυσὸ βαγί, χρυσὸ κυπαρισσάκι.

Χρυσᾶ ῾ταν τὰ κλωνάρια-ν-του κι ὁλάργυρη ἡ κορφή-ν-του
καὶ κάτω στὴ ριζίτσα-ν-του γράμματα ἦσαν γραμμένα.

Δασκάλοι τ᾿ ἀναγνώθουνε, διάκοι κανοναρχοῦν τα
καὶ τὰ μικρὰ διακόπουλα στέκουν καὶ συντηροῦν τα.

Κι ὁ ἥλιος ἁποὺ πρόβαλε στσ᾿ Ἀνατολῆς τὰ μέρη
παίρνει τα καὶ πηγαίνει τα, κάτω στὸ περιγιάλι.

Βρίσκουν ἐκειὰ τὸ Βασιλειὸ ἁποὺ ῾κανε ζευγάρι.
Καλῶς τὰ πᾶς Βασίλειε, καλὸ ζευγάρι ἔχεις!

Καλὸ τὸ λὲς ἀφέντη μου, καλὸ κι εὐλογημένο,
ἀφοῦ τὸ βλόγησ᾿ ὁ Χριστὸς μὲ τὸ δεξό-ν-του χέρι,
μὲ τὸ δεξό, μὲ τὸ ζερβό, μὲ τὸ μαλαματένιο.

Πές μας νὰ ζήσεις Βασιλειό, πόσα μουζούρια σπέρνεις;
Σπέρνω σταράκι δώδεκα, μουζούρια δεκαπέντε,
ταγὴ καὶ ρόβι δεκοχτὼ κι ἀπὸ νωρὶς στὸ στάβλο.

Ἂν εἶναι θέλημα Θεοῦ, χρυσή μου περιστέρα,
ἀνοίξετε τὴ-ν–πόρτα σας νὰ ποῦμε καλησπέρα.

Ἐπᾶ ποὺ καλαντίσαμε, καλὰ πλερώσετέ μας,
καλὰ νά ῾ναι τὰ τέλη σας καὶ τ᾿ ἀποδέματά σας.

Πάνω ἀπ᾿ τὴν πόρτα σας ὁ Θιός, γράφει τὴν ἀλφαβήτα,
τώρα μισεύγομε κι ἐμεῖς καὶ λέμε καληνύχτα!

Καλὴ χρονιὰ καὶ εἰς ἔτη πολλά!

Κάλαντα Πρωτοχρονιᾶς Κερκύρας

Ἀρχιμηνιὰ κι ἀρχιχρονιά, πρώτη τοῦ Γεναρίου.
Αὔριο ξημερώνεται τ᾿ Ἁγίου Βασιλείου.

Ἅγιος Βασίλης ἔρχεται ἀπὸ τὴν Καισαρεία.
Βαστάει εἰκόνα καὶ χαρτί, χαρτὶ καὶ καλαμάρι.

Τὸ καλαμάρι ἔγραφε καὶ τὸ χαρτὶ μιλοῦσε!
- Βασίλη πόθεν ἔρχεσαι καὶ πόθε κατεβαίνεις;

- Ἀπὸ τὴ μάνα μ᾿ ἔρχομαι καὶ στὸ σχολειὸ πηγαίνω,
νὰ μάθω τ᾿ ἅγια γράμματα καὶ τ᾿ ἅγιο Εὐαγγέλιο!

Σ᾿ αὐτὴν τὴν πόρτα πού ῾ρθαμε, πέτρα νὰ μὴ ραγίσει,
κι ὁ νοικοκύρης τοῦ σπιτιοῦ,χρόνια πολλὰ νὰ ζήσει!

Νὰ ζήσει χρόνους ἑκατὸ καὶ νὰ τοὺς ἀπεράσει,
καὶ στῶν παιδιῶν του τὶς χαρὲς κουφέτα νὰ μοιράσει!

Κυρὰ χρυσή, κυρ᾿ ἀργυρή, κυρὰ μαλαματένια,
ποὺ σὲ χτενίζουν ἄγγελοι μὲ τὰ χρυσά τους χτένια,
ἄνοιξε τὸ πουγκάκι σου τὸ μαργαριταρένιο,
καὶ δῶσε μ᾿ ἕνα τάλληρο, ἂς εἶναι κι ἀσημένιο!

Καὶ τώρα καληνύχτα σας, καλὸ ξημέρωμά σας,
κι ὁ Ἅγιος Βασίλειος νἆναι βοήθειά σας.

Κάλαντα Πρωτοχρονιᾶς Κεφαλλονιᾶς

Ἅγιος Βασίλης ἔρχεται, Γενάρης ξημερώνει!
Ὁ μῆνας ποὺ μᾶς ἔρχεται, τὸ χρόνο φανερώνει.

Τρα λα λα λα λα λα λα λα λα
Τρα λα λα λα λα λα λα λα

Τὴν ἄδεια σας γυρεύουμε στὸ σπίτι σας νὰ μποῦμε!
Τὸν Ἅγιο μὲ ὄργανα, καὶ μὲ φωνὲς νὰ ποῦμε.

Τρα λα λα λα λα λα λα λα λα
Τρα λα λα λα λα λα λα λα

Ἐκοίταξα στὸν οὐρανὸ καὶ εἶδα δυὸ λαμπάδες!
καὶ μὲ τὸ καλωσόρισμα, καλές σας ἑορτάδες.

Τρα λα λα λα λα λα λα λα λα
Τρα λα λα λα λα λα λα λα

Καὶ πάλι ξανακοίταξα καὶ εἶδα δυὸ στεφάνια!
Καὶ μὲ τὸ καληνύχτισμα, καλά σας Θεοφάνεια.

Τρα λα λα λα λα λα λα λα λα
Τρα λα λα λα λα λα λα λα

Κάλαντα Πρωτοχρονιᾶς Ζακύνθου
Ἀρχιμηνιὰ κι ἀρχιχρονιὰ κι ἀρχὴ καλός μας χρόνος!
Ὑγεία ἀγάπη καὶ χαρὰ νὰ φέρει ὁ νέος χρόνος! (δίς)

Νὰ ζήσει ὁ κύρης ὁ καλὸς νὰ ζήσει κι ἡ κυρά του!
Ὅλα του κόσμου τ᾿ ἀγαθὰ νὰ ἔχει ἡ φαμελιά του! (δίς)

Νὰ ζήσει τ᾿ ἀρχοντόπουλο ποὔχει καρδιὰ μεγάλη!
Σ᾿ ἐμᾶς καὶ τὴν παρέα μας ἕνα φλουρὶ νὰ βάλει... (δίς)

Ποντιακά Κάλαντα Πρωτοχρονιάς


Αρχή κάλαντα (κι αρχή του χρόνου – δις)

Πάντα Κάλαντα, (πάντα του χρόνου-δις)

Αρχή μήλον έν’ (κι αρχή κυδών έν’-δις)

Αρχή μήλο είναι κι αρχή κυδώνι είναι

Κι αρχή βάλσαμον (το μυριγμένον-δις)

κι αρχή βάλσαμο το ευωδιαστό

Εμυρίστεν ατο (ο κόσμος όλεν-δις)

Το μύρισε ο κόσμος όλος

Για μυρίστ’ ατο κι εσύ αφέντα – καλέ μ’ αφέντα

Μύρισέ το κι εσύ αφέντη – καλέ μου αφέντη

Έρθαν καλά παιδία ’ς σην πόρταν – και ξαν ’ς σην πόρτα σ’

Ήρθαν καλά παιδιά στην πόρτα σου και πάλι στην πόρτα σου

Άψον το κερί σ’ (κι έλα ’ς σην πόρτα σ’-δις)

Άναψε το κερί σου κι έλα στην πόρτα

Χα μηλόπα, χα ξερά τζιρόπα – ξερά τζιρόπα

Να μηλάκια, να ξερά αχλαδάκια – ξερά αχλαδάκια

Χα ξερά, μαύρα κοκκυμελόπα – κοκκυμελόπα

Να ξερά, μαύρα δαμασκηνάκια – δαμασκηνάκια



Λύσον την κεσέ σ’ και δος παράδας και δος παράδας 
Κι αν ανοί’ς μας, χαρά σην πόρτας σ’,χαρά σην πόρτα σ’.

Ακολουθούσαν οι ευχές «Χρόνια πολλά, πάντα και του χρόνου, καληχρονία, και σ’ όλα τ’ οσπίτα υείαν κι ευλοΐαν».


http://www.youtube.com/watch?v=9md8J1jEYvE


Τα κάλαντα στον Πόντο αλλά και στα χωριά όπου εγκαταστάθηκαν οι Πόντιοι μετά το 1923, ψάλλονταν από τα παιδιά μέχρι και την δεκαετία του 1960, το απόγευμα της παραμονής, των Χριστουγέννων και της Πρωτοχρονιάς. Τα παιδιά έβγαιναν συνήθως κατά παρέες δύο, τριών ή περισσοτέρων ατόμων και αντί για τρίγωνα κρατούσαν καράβια που στόλιζαν με διάφορα στολίδια. Στο Οχυρό Δράμας τα μεγαλύτερα παιδιά, κατασκεύαζαν καράβια στα οποία τοποθετούσαν και κεριά τα οποία άναβαν (όταν το επέτρεπε ο καιρός) και το θέαμα ήταν φαντασμαγορικό. Κατά τη διάρκεια δε που έψαλλαν τα κάλαντα, κουνούσαν το καράβι σαν να βρισκόταν σε φουρτουνιασμένη θάλασσα. Τα κάλαντα που έψαλλαν ήταν:

Τρία καράβια αρμένιζαν στης Πόλης τα πογάζια.

Το ’να αρμενίζει με νοτιά, τ’ άλλο με τραμοντάνα

το τρίτο το καλλίτερο……………..

Τρία καράβια αρμένιζαν στης Πόλης τα πογάζια.

Τό ’να αρμενίζει με πανί, τό άλλο με το γκάζι

το τρίτο το καλλίτερο………………………


 Κατά περιοχές ψάλλονταν κάλαντα με διαφορετικό περιεχόμενο, όπως στην περιοχή Ίμερας και Καρμούτ το «Αε-Βασίλης έρχεται ας ση Λιαρί μερέαν» κτλ. Τα τελευταία χρόνια πριν από τον ξεριζωμό ψαλλόταν σαν πρωτοχρονιάτικα κάλαντα στην περιοχή Τραπεζούντας και το ποίημα


                                                 «
Του σκλάβου το καράβι»:


Τρεις καλογέροι απ’ του Μελά
και τρεις του Βαζελώνα,
καράβι βάζουν στα σκαριά
με το «Χριστός γεννάται».

Κι «Αρχιμηνιά κι αρχιχρονιά»
στη θάλασσα το ρίχνουν.
Βάζουν κι ένα Ρωμιόπουλο,
λεβέντη καπετάνιο.

Το Ρίζε βάλλει τ’ άρμενα,
τα Σούρμενα τα ξάρτια,
ο Όφις και η Τρίπολη
μουτζόπουλα και ναύτες.

Η πλούσια η Αργυρούπολη
ασήμι και χρυσάφι,
και την ευχή του Γένους μας
την δίνει η Τραπεζούντα.

Η Ζύγανα συννέφιασε
κι ο Ταύρος εχιονίστη,
της Κρώμνης τα ψηλά βουνά
τρανήν αντάραν έχουν.

Μα η δόλια η Μαύρη Θάλασσα
γαλήνεψε ως πέρα,
για να περάσει ατράνταχτο
του Σκλάβου το Καράβι...

– Δώστε κι εμάς τον κόπο μας,
ό,τ’ είναι ορισμός σας,
κι ο Άγιος Βασίλειος
να είναι βοηθός σας.

Παρασκευή 27 Δεκεμβρίου 2019

Η ψυχαναγκαστική αναζήτηση μιας ετοιμοπαράδοτης πλαστικής ευτυχίας






Φωτεινή Τσαλίκογλου: Η ψυχαναγκαστική αναζήτηση μιας ετοιμοπαράδοτης πλαστικής ευτυχίας
Η συγγραφέας και καθηγήτρια Ψυχολογίας του Παντείου επιχειρεί μια ανασκόπηση της δεκαετίας που τελειώνει.



Τη δεκαετία που πέρασε βεβαιότητες που έμοιαζαν ακλόνητες ένιωσα να θρυμματίζονται. Δεσμοί που φάνταζαν ακατάλυτοι είδα να διαρρηγνύονται. Είδα γύρω μου ανθρώπους, δίχως να πάσχουν απαραίτητα από μια ψυχική διαταραχή, να κινούνται στην γκρίζα ζώνη μιας ήρεμης απελπισίας, να επιζούν δίχως να ζουν, θυμίζοντας τον στίχο του Τ.Σ. Έλιοτ «and they go on living and partly living» (και συνεχίζουν να ζουν και εν μέρει μόνο να ζουν). Είδα τον φόβο στο βλέμμα τους. Στο όνομα του φόβου υψώνεις τείχη ψευδοπροστασίας και αμπαρώνεσαι σε ένα κελί. Κατασκευάζονται φανταστικοί εχθροί που επωμίζονται το βάρος της δικής σου δυσφορίας. Είδα τις αποχρώσεις να χάνονται και τον κόσμο μας να χωρίζεται σε απόλυτα καλά και απόλυτα κακά αντικείμενα. Είδα φίλους να μεταμορφώνονται στο πι και φι σε εχθρούς.


Η δυστυχία βγήκε στους δρόμους. Η θέα των εξαθλιωμένων άστεγων που ψάχνουν στα σκουπίδια σε ταράζει. Ωστόσο, ένα ερώτημα σε πιάνει από τον λαιμό. Από την άλλη όχθη όπου βρίσκεσαι, πόσο νομιμοποιείσαι να ταράζεσαι εκ του ασφαλούς; Πόσο ανεπαρκής, ίσως και κίβδηλα απενοχοποιητική είναι η εκ του ασφαλούς συμπόνια σου, όποια μορφή και αν αυτή παίρνει; Mε άλλα λόγια, ως πού μπορούν οι μεν να διεκδικήσουν το δικαίωμα να ταράζονται από αυτό που υφίστανται οι δε; Ερωτήματα που κληροδότησε η κρίση και έως σήμερα παραμένουν ανοιχτά.


Τη δεκαετία που πέρασε είδα ακόμα να οργιάζει το καθήκον της ευτυχίας. Η ψυχαναγκαστική αναζήτηση μιας ετοιμοπαράδοτης πλαστικής ευτυχίας, εμπνευσμένης από την ανθούσα βιομηχανία της «ευτυχολογίας». Είδα αυτάρεσκα κλεισμένους σε ένα μικρόψυχο «εγώ» ανθρώπους να γίνονται η άλλη όψη του ίδιου νομίσματος. Θλιμμένα πλάσματα που έπαιζαν τους χαρούμενους.


Τη δεκαετία που πέρασε είδα ακόμα να οργιάζει το καθήκον της ευτυχίας. Η ψυχαναγκαστική αναζήτηση μιας ετοιμοπαράδοτης πλαστικής ευτυχίας, εμπνευσμένης από την ανθούσα βιομηχανία της «ευτυχολογίας». Είδα αυτάρεσκα κλεισμένους σε ένα μικρόψυχο «εγώ» ανθρώπους να γίνονται η άλλη όψη του ίδιου νομίσματος. Θλιμμένα πλάσματα που έπαιζαν τους χαρούμενους. Μάσκες που υποδύονταν πρόσωπα. «Να είσαι ευτυχής, να χαμογελάς, να ελπίζεις, στο χέρι σου είναι». Η υπευθυνοποίηση αγκαλιά με την ενοχοποίηση. «Αν αποτύχεις, εσύ και μόνον εσύ θα φταις».



Φωτεινή Τσαλίκογλου: «Αυτά που ζει ο Έλληνας και τον αγριεύουν...»


Η οικονομική κρίση εξελίχθηκε σε μια κρίση της συνείδησης. Μια βαθιά ανθρωπιστική κρίση αξιών. Ο κλονισμός μιας στοιχειώδους εμπιστοσύνης στα πράγματα. Αυτό το «δεν ξέρω τι μου ξημερώνει» που υπονόμευσε ένα θεμελιώδες για τον καθέναν μας αίτημα: να έχεις την αίσθηση ή, έστω, την ψευδαίσθηση ότι η επόμενη μέρα, η επόμενη στιγμή, θα είναι περιφρουρημένη από την τρομοκρατία του απροόπτου. Δηλαδή η επόμενη στιγμή δεν θα θυμίζει τρομοκράτη που εισβάλλει στο μυαλό ή στο σώμα σου και τα τινάζει όλα στον αέρα.

Με τη σπαραχτική αβεβαιότητα της επόμενης στιγμής ανοίγει ο δρόμος για το βίωμα μιας αβοήθητης, γυμνής ύπαρξης. Είτε χορτάτη είτε πεινασμένη, η ύπαρξη αυτή δυσκολεύεται να ζήσει. Δεν είναι να απορείς που η δεύτερη πιο σημαντική ασθένεια στον πλανήτη για το 2020, όπως μας ενημερώνει ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας, θα είναι η κατάθλιψη. Δηλαδή η ζωή σαν θάνατος πριν από τον θάνατο.

Η συλλογική δυσφορία θα μπορούσε να συμβάλει στη δημιουργία ενός ανθρώπινου περιβάλλοντος συνεκτικότητας και αλληλοϋποστήριξης. Κάτι τέτοιο όμως δεν συνέβη.

Θα ομολογήσω όμως ότι το σημαντικότερο γεγονός που με καθόρισε τη δεκαετία που πέρασε ανήκει στην ιδιωτική σφαίρα. Ήταν ο θάνατος της μητέρας μου. Λίγο μετά γεννήθηκε το τρίτο κοριτσάκι της κόρης μου και πήρε το όνομά της: Έλλη. Η δυνατότητα μιας γέννησης καιροφυλακτεί πίσω από κάθε μορφή θανάτου. Κι αν δεν είναι έτσι, αξίζει να το δούμε έτσι. Μας συμφέρει.

Δεν ξέρω τι άλλαξε τα τελευταία δέκα χρόνια. Δεν ξέρω αν ισχύει το «όσο περισσότερο αλλάζει, τόσο το ίδιο μένει». Η ελπίδα είναι ένα άτιμο πράγμα. Αν δεν υπάρχει, σε σκοτώνει. Αν υπάρχει σε πλεόνασμα, γίνεται ένα άδειο περιτύλιγμα. Ένα ρητορικό σχήμα που πληγώνει μέσα από την αναντιστοιχία του με την πραγματικότητα.

Η επόμενη δεκαετία περιμένω να φέρει το τέλος της ελπίδας για ένα καλύτερο χθες, χωρίς την παραίτηση από την ελπίδα για ένα καλύτερο αύριο. Η επόμενη δεκαετία θα είναι αναπάντεχα καλύτερη. «Σας λέω την αλήθεια! Πιστέψτε με!». Μη χαμογελάτε ειρωνικά! Δεν πρόκειται για μια παιδιάστικη, αφελή ευχή. Να θυμίσω τον Πασκάλ. «Δεν υπάρχει κανένας σοβαρός λόγος να μην πιστεύει ένας άνθρωπος στα θαύματα» δήλωνε. Δεν πρόκειται για ειρωνεία ούτε για μεταφυσική, αλλά για απλή, ίσως, φυσική. Άλλωστε, ένας μεταγενέστερός του, ένθερμος οπαδός της λογικής, ονόματι Άλμπερτ Αϊνστάιν, παρατηρούσε: «Mόνο δύο τρόποι υπάρχουν να ζει κανείς τη ζωή του. Ο ένας είναι σαν τίποτα να μην είναι θαύμα. Ο δεύτερος, σαν τα πάντα να είναι θαύμα».


Ευτυχές, λοιπόν, το 2020!

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO.

Τρίτη 10 Δεκεμβρίου 2019

Αυτά παθαίνω....

Η συμμετοχή μου στο
20ο Παίζοντας με τις λέξεις https://mytripssonblog.blogspot.com/2019/11/20-paizontas-me-tis-lekseis86.html




Αυτά παθαίνω εγώ όταν σε ακούω…..όταν σου έρχονται οι φαεινές κι αντί να πατήσω πόδι, αποβλακώνομαι η ανόητη και αμετανόητη…..


Ωχ βάϊ βάϊ…τα πλευρά μου, η μέση μου, τα ισχία μου, τα χέρια μου τα πόδια μου…. δεν ορίζω τίποτα, δεν μπορώ να καθίσω, να ξαπλώσω, να σταθώ όρθια…. και σαν κουτορνίθι έπεσα στην παγίδα της ανοησίας σου…. «οι κολλητοί μας, μαζέψανε κουμπάρους και ξαδέλφια και θα πάνε να μαζέψουν ελιές…. κρίμα τόσα χρόνια να τις μαζεύουν ξένοι και να μοιράζονται το λάδι, φέτος το αποφάσισαν και το πραγματοποίησαν και ξέρεις…10 τενεκέδες αγνό λαδάκι ήρθε στο μερτικό τους με δουλειά, τι δουλειά δηλαδή, γλέντι στην ουσία, τόσος λαός που είχε μαζευτεί και τα βράδια τα περνάγανε ζάχαρη, με τα μεζεδάκια τους, τις μπύρες, τα τσίπουρα, τα τραγούδια, τα καλαμπούρια τους….»


Βρε ο καλός ο σύντροφος, δεν εμπαίζει, δεν παραμυθιάζει, δεν αποπροσανατολίζει …. μια χαρά το είχαμε το λαδάκι μας, χρονιά παρά χρονιά μας έστελνε η θειά η Μόρφω , ο Θεός να την αναπαύσει, 8 τενεκέδες αγνό παρθένο ελαιόλαδο, από τον οικογενειακό ελαιώνα και μια χαρά πορευόμασταν, τώρα που η θείτσα μας άφησε χρόνους…. πρέπει εμείς κι εκείνος ο άχρηστος ο ανηψιός μας να μεριμνήσουμε….και πώς να μεριμνήσουμε δηλαδή που είμαστε άσχετοι παντελώς….;

Και το ωραίο είναι ότι όταν σου επεσήμανα το θέμα της ασχετοσύνης μας, μου αντέτεινες το κορυφαίο : «Ε…. όποιος έχει τα γένια, έχει και τα χτένια… δεν τα ξέρουν όλοι όλα, θα ρωτήσουμε και θα μάθουμε…».

Τέτοια αισιοδοξία, τέτοια αποφασιστικότητα και τέτοιο βάθος βλακείας απροσμέτρητον…


Εμείς που τις ελιές τις θαυμάζαμε από μακριά ριζωμένες στους κάμπους και τις πλαγιές, άντε και στο τραπέζι μας , σαν συνοδευτικό , με κείνα τα απίθανα εφτάζυμα παξιμάδια και το μυρωδάτο τσάι του βουνού, εσύ αποφάσισες ερήμην μου, να επιδοθούμε στο λιομάζωμα….


Και με το μυαλό που κουβαλάς, καλά το αποφάσισες, μου παρουσίασες το όλο θέμα με μία αληθοφανή απλότητα… αναρωτήθηκα που τις βρήκες όλες αυτές τις καταπληκτικές πληροφορίες;;;

Αφοπλιστικά μου απάντησες: «από συναδέλφους και στο google”....αν είναι δυνατόν ! Δεν το πιστεύω πως την πάτησα έτσι σαν ανυποψίαστη και ξαφνικά βρέθηκα με κάτι παλιόρουχα και τα μποτάκια ορειβασίας που με στενεύανε φρικτά , πεσμένη στα γόνατα να μαζεύω ελιές;;;

Τι ταλαιπωρία, μέσα στην υγρασία και τη λάσπη να κυνηγάω τις άτιμες τις ελιές που είχαν σκορπιστεί τριγύρω αντί να πέσουν με τάξη και συνέπεια μέσα στα ελαιόπανα…κι εσύ το διασκέδαζες άθλιε, μαζί μ΄εκείνο το ανήψι σου και τα φιλαράκια του που έφερε για βοηθούς …και τα βράδια, άσε μην τα θυμάμαι τα βράδια , τι γλέντια και χαρές μου είχες πει….δεν ήξερα που να βάλω το δόλιο μου κορμί, πώς να ισιώσω τη μέση μου και να πέσω να ξεραθώ σε κείνο το σκληρό και άθλιο στρώμα….


Δύο μέρες άντεξα , μετά κουλουριάστηκα στο πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου και κατέληξα εδώ στο κρεβάτι μου, με φρικτούς πόνους σε όλο μου το κορμί…. και κοκαλωμένα δάχτυλα…. Φοβάμαι ότι δεν θα επανέλθω στην πρότερη καλή κατάσταση… βίωσα στην κυριολεξία αυτό που λένε : «Πέρασα της ελιάς τα βάσανα».....

Σχετική εικόνα



Τρίτη 12 Νοεμβρίου 2019

Η Συμμετοχή μου στην 4η Φωτοσυγραφική Σκυτάλη





Η Συμμετοχή μου στην Φωτο-Συγγραφική Σκυτάλη 4 που οργανώνει η MARYPERTAX https://ghinimatia.blogspot.com/search/label/%CE%A6%CE%A9%CE%A4%CE%9F-%CE%A3%CE%A5%CE%93%CE%93%CE%A1%CE%91%CE%A6%CE%99%CE%9A%CE%97%20%CE%A3%CE%9A%CE%A5%CE%A4%CE%91%CE%9B%CE%97

Η φωτό που επέλεξε γιά εμένα η Στέλλα μαζί με την λέξη "ΓΟΝΕΙΣ"




Δωρεά

Πρώτα βγαίνει η ψυχή στον άνθρωπο κι ύστερα το χούϊ….μ΄αυτή τη σκέψη η Ζαχά,  σημείωνε στο σημειωματάριό της το πρόγραμμα της ημέρας πίνοντας τον καφέ της….Οργανωτική, λεπτομερής,   από τότε που θυμόταν τον εαυτό της, η βαπτισμένη Ζαχαρούλα , μοναχοκόρη του Ιάσονα και της Ζηνοβίας, τρόμαξε να αποτινάξει το χαϊδευτικό «Ρούλα» και να επιβάλλει στα 12 περίπου το Ζαχά….
Γονείς παραδοσιακοί ο Ιάσων και η Ζηνοβία, φρόντισαν να παραχαϊδέψουν τη μοναχοκόρη τους, προσφέροντάς της ότι καλύτερο κατά τα κρατούντα της εποχής,  σε μόρφωση, ταξίδια, διασκεδάσεις , λούσα….παραδόξως η νεαρή,  αντί να γίνει ένα κακομαθημένο μοναχοπαίδι , έγινε μια  γυναίκα με πολύ συγκροτημένη προσωπικότητα, που πάτησε πόδι στην επιθυμία του πατέρα της να γίνει δικηγόρος όπως εκείνος, επέλεξε την Σχολή Καλών Τεχνών όπου σπούδασε Γλυπτική και προς μεγάλη απογοήτευση της μητέρας της ,  γιατί τα ενδιαφέροντά της,  δεν περιλάμβαναν εβδομαδιαίες επισκέψεις σε κομμωτήρια, ράφτρες, καταστήματα με ρούχα, αξεσουάρ και καλλυντικά….είχε υιοθετήσει έναν  εντελώς δικό της τύπο εμφάνισης πολύ καλόγουστο, αλλά απλό και ανεπιτήδευτο. Η μάνα της, πανέξυπνη και καταφερτζού,  κατάφερε να συγκαλύψει την επαρχιώτικη νοοτροπία της και ως σύζυγος Δικηγόρου, να ανέλθει στην κοινωνική βαθμίδα της πόλης τους και να επιδοθεί, συγκρατημένα, στα συνήθη καθήκοντα με τακτική παρουσία στα σημαντικά κοινωνικά γεγονότα. Ο πατέρας της πάλι, αφοσιωμένος στο επάγγελμά του, το πρωϊ στα Δικαστήρια, το απόγευμα στο γραφείο του και τις ώρες που βρισκότανε στο σπίτι, πάντα χωμένος στα βιβλία του, αθόρυβος και στοχαστικός, κάπως απόμακρος…Τον πατέρα της τον εκτίμησε απεριόριστα μετά τον θάνατό του, όταν στην κηδεία του εμφανίστηκε ένα πλήθος άγνωστων ατόμων που κατέθεσαν τα ειλικρινή τους συλλυπητήρια αποκαλύπτοντας τις ευεργεσίες που είχαν λάβει από εκείνον….Τι άνθρωπος, δεν είχαν καν υποψιαστεί ότι είχε βοηθήσει περισσότερα από 10 παιδιά να σπουδάσουν, είχε αποτρέψει πλήθος διαζυγίων, είχε σώσει περιουσίες από πλειστηριασμούς, κληρονομιές από κακοδιαχείριση , είχε βοηθήσει σε υποθέσεις υπέρ δεκάδων παιδιών, είχε υπερασπιστεί σε δίκες αμισθί πλήθος αδυνάμων….
Η γνωριμία της  με τον Τιμόθεο, μετά από σχέση διόμισυ ετών, είχε ως κατάληξη τον γάμο , με μία τελετή  απλή και απέριττη, όπως την επέλεξαν οι ίδιοι, που υπήρξε ευτυχής και τους χάρισε δυό  δίδυμα αγόρια …..τον Μενέλαο και τον Φίλιππο και λίγο αργότερα την μικρή Μαργαρίτα. Εγιναν συνειδητοποιημένοι γονείς και χάρηκαν το μεγάλωμα των παιδιών τους μέρα με την ημέρα…..ήταν παρόντες χωρίς να τα πνίγουν ή να τα υπερπροστατεύουν ….

Ο Τιμόθεος , τρίτο παιδί μιάς πενταμελούς οικογένειας, είχε κρατήσει και επεκτείνει το οικογενειακό Βιβλιοχαρτωλείο με είδη Σχεδίου , χρώματα και υλικά καλλιτεχνίας , όταν ο πατέρας του έπαθε ανακοπή σε ηλικία μόλις 54 ετών. Η μεγάλη αδελφή του ήταν παντρεμένη και ζούσε στη Θεσσαλονίκη, ο μεγαλύτερος αδελφός του είχε γίνει στρατιωτικός και υπηρετούσε στον Ναύσταθμο, η μικρότερη αδελφή του ήταν πρωτοετής στη Σχολή Μαιών….Πολύ δεμένη οικογένεια, οι γονείς πάλαιψαν να στήσουν από το μηδέν την μικρή τους επιχείρηση και να αναστήσουν τα παιδιά τους με αγάπη και αξίες…Η Ζαχά τους αγάπησε όλους , περισσότερο μάλιστα τον πεθερό της,  που δεν πρόλαβε να γνωρίσει και εισέπραξε αγάπη και ζεστασιά πρωτόγνωρη από όλους . Την κέρδισε από την πρώτη στιγμή η πεθερά της, με την απλότητα, την αξιοπρέπεια και την ανεπιτήδευτη συμπεριφορά….παιδί προσφύγων από την Ανατολική Θράκη, βρέθηκε παντρεμένη με προξενιό στα 16 της, με τον Μαρίνο Καλούδη που την περνούσε 16 χρόνια, αλλά ήταν άνθρωπος μάλαμα , καλός όνομα και πράγμα….εργατικός, μειλίχιος, τρυφερός…..

Ο Μαρίνος Καλούδης  βρέθηκε στα 11 του χρόνια,  κυριολεκτικά μόνος, μαζί με την μικρότερη αδελφή του την Ρόδω, όταν πέθανε η μάνα τους μετά από πολύμηνη ασθένεια , μόλις 28 ετών….Ο πατέρας τους , φρόντισε άμεσα να αντικαταστήσει την απωλεσθείσα συμβία με την Αρχοντία Σιγούρου, μια ξιπασμένη μεγαλοκοπέλα, αρτσούμπαλη, που όλοι στον τόπο τους γνώριζαν, για τις ιδιορυθμίες και τον κακό της χαρακτήρα….Η Αρχοντία εκτός του κακού χαρακτήρα και της κακής συμπεριφοράς, διέθετε μία τρανταχτή προίκα , γεγονός που πολύ μέτρησε στην απόφαση του Νεοκλή Καλούδη να την προσεγγίσει και να της προτείνει γάμο….Ο Νεοκλής είχε λογαριάσει πολύ προσεκτικά τις κινήσεις του, υπολογιστής και συμφεροντολόγος,  με το  που αρρώστησε η γυναίκα του και οι γιατροί δεν έδωσαν ελπίδες, έπαψε να ασχολείται μαζί της, αδιαφόρησε και για τα παιδιά του, όχι ότι ασχολήθηκε ιδιαίτερα και στο παρελθόν μαζί τους, μόνο στην Κυριακάτικη βόλτα με το ιδιόκτητο αμάξι του, καμάρωνε για την πανέμορφη γυναίκα του και τα καλοντυμένα και καλοαναθρεμένα παιδιά του….και φούσκωνε από υπερηφάνεια για τα γεμάτα θαυμασμό βλέμματα των συντοπιτών του… Δεν έχασε χρόνο, έτσι έκανε και στις δουλειές του, άρπαζε τις ευκαιρίες χωρίς δισταγμό, έπαιρνε ρίσκα , γι΄αυτό από απλός καραγωγέας είχε καταφέρει , σχετικά σύντομα, να αποκτήσει δικό του αμάξι και 2 Φορτηγά Μεταφορών … Μπορεί να ήταν αμόρφωτος, αλλά ήταν ομορφάντρας, ψηλός, επιβλητικός με κατσαρά καστανόξανθα μαλλιά,  μουστάκι και γενάκι  πάντα περιποιημένα, προσεγμένη εμφάνιση που κάλυπτε τους τραχείς του τρόπους, φρόντιζε ιδιαίτερα γι΄αυτό , όπως  φρόντισε άμεσα και έστρεψε όλο το ενδιαφέρον του στην Αρχοντία….

Η Αρχοντία έγινε κυρία Καλούδη με δόξα και τιμή μόλις έξι μήνες μετά τον θάνατο της άτυχης  Ελισσώς και φυσικά απαίτησε , έθεσε απαράβατο όρο, πριν γίνει ο γάμος, τα παιδιά να απομακρυνθούν….Ο Νεοκλής δεν είχε αντίρρηση….θα το τακτοποιούσε το ζήτημα, αλλοίμονο αν δεν κατάφερνε να ικανοποιήσει αυτή την απαίτηση της νέας συζύγου…..που σημειωτέον, θα συνεισέφερε  με 2.500 λίρες χρυσές και 2 ακίνητα στο βαλάντιο της νέας του οικογένειας…
Ο 11χρονος Μαρίνος και η 8χρονη Ρόδω βρέθηκαν με ένα μπογαλάκι το καθένα, στο κατώϊ της θειάς Κατίγκως σ΄ένα καμαράκι κάτω από τη σκάλα…..
Η θειά Κατίγκω, χήρα,  με έξι δικά της παιδιά, που είχαν πάρει τον δρόμο τους πιά, είχε μια ανοιχτή αγκαλιά και περίσσευμα αγάπης και κατά καιρούς αναλάμβανε και μεγάλωνε  ξένα παιδιά, ορφανά κυρίως …..Ο Μαρίνος και η Ρόδω,  κούρνιαξαν σαν τρομαγμένα πουλάκια στο μικρό , φτωχικό καμαράκι και βρήκαν παρηγοριά στην ζεστή αγκαλιά της θειάς Κατίγκως που προσπαθούσε φιλότιμα με τον απλοϊκό της τρόπο, να τους προσφέρει αγάπη, ασφάλεια και προστασία.

Ο Μαρίνος πήρε τον ρόλο του γονιού για την αδελφή του, την κρατούσε από χέρι όταν τις νύχτες ξυπνούσε έντρομη φωνάζοντας « Μαμά…Μανούλα….», την συμβούλευε να προσέχει στο δρόμο, στο σχολείο…την πρόσεχε σε κάθε βήμα και της επαναλάμβανε διαρκώς : «Να προσέχεις την τιμή σου….» Εκείνη δεν καταλάβαινε, μάλιστα την πρώτη φορά που της το είπε, τον ρώτησε απορημένη: «Γιατί θα με πουλήσουν ;» κι έβαλε τα κλάματα….Τρόμαξε να την καθησυχάσει και να της εξηγήσει… Ο ιδιος άφησε με καημό το σχολείο, μόλις τέλειωσε το Δημοτικό, όμως για την αδελφή του ήταν κατηγορηματικός: « εγώ θα δουλέψω, εσύ θα πάς και στο Γυμνάσιο….» Στο μεταξύ πέθανε κι ο πατέρας τους, σε ατύχημα, τράκαρε άσχημα  και πέθανε ακαριαία,  ήταν κοινό μυστικό ότι στο αμάξι μαζί του ήταν και μια γυναίκα που τραυματίστηκε βαρειά ….το νέο κυκλοφόρησε αμέσως, όμως  τα παιδιά το μάθανε 3 μήνες μετά . Η χήρα δεν έκανε τον κόπο να ενημερώσει , κανέναν δεν ήθελε στην κηδεία , φρόντισε μάλιστα και πούλησε μέσα σε μια νύχτα,  όσο όσο  τα φορτηγά…. 

Ο  μόλις 12 χρονών Μαρίνος, δούλεψε φιλότιμα και ευσυνείδητα,  στις αποθήκες στο λιμάνι  κι όπου εύρισκε τίμιο μεροκάματο,  μέχρι που βρέθηκε ο μπάρμπα  Αναστάσης στο δρόμο του, εκτίμησε την εργατικότητα και τον καλό του χαρακτήρα και τον πήρε στη δούλεψή του. Χονδρεμπόριο χάρτου , έμαθε καλά τη δουλειά κι ο μπάρμπα Αναστάσης έγινε γι΄αυτόν και την Ρόδω , ο πατέρας που δεν είχαν ποτέ… ΄Ηρθαν δύσκολοι καιροί, ο μπάρμπα Αναστάσης αρρώστησε και πέθανε, ο Μαρίνος και η Ρόδω , μαζί  του κλείσανε τα μάτια, τον κλάψανε, τον αγαπήσανε σαν πραγματικό πατέρα κι εκείνος , τ΄αγάπησε τα ορφανά σαν πραγματικά παιδιά του….Η Ρόδω έγινε δασκάλα, αυτό ήταν τ ΄ονειρό της …. ο Μαρίνος καμάρωνε και αισθανόταν πανευτυχής… δάκρυζε κρυφά στη σκέψη ότι κατάφερε να κάνει τ΄ όνειρό της πραγματικότητα η αδελφή του…..σύντομα ήρθε και ο διορισμός της, σε τόπο μακρινό και άγνωστο, σ΄ένα αιγαιοπελαγίτικο νησί… Την συνόδεψε και  την βοήθησε να εγκατασταθεί με έναν κόμπο στο λαιμό και βουρκωμένα μάτια. Πρώτη φορά θα χώριζαν τ’  αδέλφια ,  ανάμεικτα τα συναισθήματα, χαρά και προσμονή για τη νέα ζωή, απελπισία και μαρασμός για τον αποχωρισμό…..Τότε η μοίρα,  έφερε στον δρόμο του Μαρίνου την Δόμνα….αγαπήθηκαν με την πρώτη ματιά, δεν χρειάστηκε περισσότερο για να καταλάβουν ότι ήταν αδελφές ψυχές……..

Δυό χρόνια αργότερα γνώρισε και η Ρόδω τον άνδρα της ζωής της,  συνάδελφος…..τότε ακριβώς έλαβαν και τα δύο άδέλφια μήνυμα από το παρελθόν….ένας Συμβολαιογράφος τους καλούσε εκ μέρους της Αρχοντίας….
Η Ρόδω ήταν εντελώς αρνητική, εκείνη την περίοδο της ζωής της την είχε θάψει βαθειά και καμία διάθεση δεν είχε να την ανασκαλέψει, ο Μαρίνος πάλι, με τον μειλίχιο και γλυκό του τρόπο , κατάφερε να την μεταπείσει «Πρέπει να δώσουμε συγχώρεση της είπε…» και αυτό έκαναν….στάθηκαν δίπλα στο κρεββάτι της ετοιμοθάνατης Αρχοντίας, κρατημένοι από το χέρι όπως τότε που ήταν παιδιά και άκουσαν την απολογία της μέσα σε μπερδεμένα λόγια κι αναφυλλητά… Προσπαθούσε εναγώνια να συρθεί από το κρεββάτι να πέσει στα γόνατά τους, προσπαθούσε να τους φιλήσει τα χέρια, η κοφτή αδύναμη ανάσα της εμπόδιζε τη φωνή της,  όμως ολοένα έβρισκε τη δύναμη και με γουρλωμένα μάτια  γεμάτα ένταση, επαναλάμβανε : « σ…χώρεση….σ…χώρεση….»

Η Ρόδω αισθανόταν παγωμένη την ψυχή , το μυαλό και τα μέλη της…..η πιο άβολη στιγμή της ζωής της, κάποια στιγμή της φάνηκε ότι μπροστά της είδε τη μάνα της ξαπλωμένη στο λευκό μαξιλάρι με τα μάτια κλειστά και τα ξανθά μαλλιά της ολόγυρα σαν φωτοστέφανο….έκανε  ασυναίσθητα μια κίνηση να σκύψει μπροστά , ο Μαρίνος της έσφιξε το χέρι, έσκυψε κι εκείνος, « Συχωρεμένη» είπε με σταθερή φωνή, «Συχωρεμένη» ψιθύρισε κι εκείνη ασυναίσθητα.

Ενας τρομερός ρόγχος βγήκε από το στόμα της Αρχοντίας, σάλεψε τα κοκκαλιάρικα χέρια της στον αέρα κι ύστερα απόμεινε ακίνητη, με τα μάτια ορθάνοιχτα καρφωμένα στο ταβάνι……»Εξέπνευσε» είπε ο Συμβολαιογράφος που στεκόταν παράμερα….πλησίασε και τράβηξε το σεντόνι σκεπάζοντας το μπλαβί της πρόσωπο......ύστερα τους έδωσε τα έγγραφα της κληρονομιάς, ακίνητα, αποθήκες, καταστήματα, η συχωρεμένη είχε κληρονομήσει και μια άκληρη θειά της,  στα  χέρια της Ρόδης απόθεσε ένα κουτί γεμάτο κοσμήματα , της Αρχοντίας τα περισσότερα, φανταχτερά και μεγάλης αξίας, αλλά μέσα ήτανε και τα χρυσά μανικετόκουμπα του πατέρα τους, η χρυσή καδένα και το ρολόϊ του, η αγκράφα της γραβάτας του,  οι 2 χρυσοί  βαπτιστικοί σταυροί τους, ο σταυρός της μάνας τους, οι βέργες τα βραχιόλια της, το μαργαριταρένιο της κολλιέ , το χρυσό της περιδέραιο, η βέρα της και δύο ακόμη δακτυλίδια…

Γιατί κατακλύστηκε από όλες αυτές τις μνήμες το ήξερε καλά η Ζαχά, στο μεσαίο της δάκτυλο, μαζί με τη βέρα της  φορούσε ένα δακτυλίδι της Ελισσώς…..κάθε τόσο το χάϊδευε ασυναίσθητα,  μήνες τώρα δούλευε το γλυπτό της  και μόλις χθές είχε τελειώσει το πρόπλασμα….Ο Τίμος είχε συγκινηθεί τόσο πολύ…..γνώριζε ότι είχε εμπνευστεί αυτό το έργο από την ιστορία ζωής του πατέρα του και την είχε υποστηρίξει με  ενθουσιασμό σε κάθε βήμα…. Συνέχισε να σημειώνει σχολαστικά τα ραντεβού της ημέρας, το έργο έπρεπε τώρα να χυτευθεί…… ένα  ορειχάλκινο σύμπλεγμα,  Ανδρας, γυναίκα και παιδί  …..Γονείς, Οικογένεια… η δωρεά της στην πόλη της !!!

Σημείωση:

Η ιστορία μου, είναι καταγραφή αληθινών ιστοριών ανθρώπων που έτυχε οι δρόμοι της ζωής μας να συναντηθούν κάποια στιγμή και με στιγμάτισαν βαθειά….

Η φωτό που επιλέγω γιά την Ρένα Χριστοδούλου ,  είναι το γλυπτό του Γιώργου Χουλιάρα με τίτλο "Το γλυπτό του ΄Ελληνα Μετάνάστη" και η λέξη : ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗ      https://www.huffingtonpost.gr/entry/-12182_gr_17242288