Σάββατο 20 Σεπτεμβρίου 2014

Σήμερα ζυμώνω, πλάθω, αλευρώνω, τηγανίζω.....κεφτέδες





Aπό μέρες ο Μ. έχει εκδηλώσει την επιθυμία να φάει κεφτέδες....."Κανένα κεφτεδάκι καιρό έχουμε να φάμε"....."Δύο πακέτα κιμά έχουμε στην κατάψυξη, δεν κάνεις κανένα κεφτεδάκι; "......"Τώρα που ψύχρανε ο καιρός, μήπως να κάνεις κεφτεδάκια και πατατούλες τηγανητές....."
Ομολογώ ότι τους λατρεύω τους κεφτέδες, ζουμερούς, ροδοψημένους, μυρωδάτους......αρκεί να τους έχει τηγανίσει άλλος, γιατί εγώ έχοντας κάνει όλη την προετοιμασία και μπουχτισμένη από τη διαδικασία του τηγανίσματος, καθόλου δεν απολαμβάνω το θεσπέσιο έδεσμα, έχω ήδη χάσει τη μισή απόλαυση, οπότε προτιμώ τον κιμά να τον κάνω μπιφτέκια που τα ψήνω στο φούρνο.....
Σήμερα πάντως.....ενέδωσα, ίσως γιατί δρόσισε, ίσως γιατί είχα ένα μεγάλο κομμάτι μπαγιάτικο ψωμί, ίσως γιατί μου γαργάλησε τη μύτη η μυρωδιά του φρέσκου δυόσμου το πρωϊ που πήγα στο σούπερ μάρκετ,  ίσως γιατί οι αντοχές μου στερέψανε για σχόλια του τύπου : " ότι θέλεις εσύ μαγειρεύεις, τόσες μέρες σου ζητάω να κάνεις κεφτεδάκια, κι εσύ με αγνοείς..."
Εβγαλα το μεγάλο μπώλ από το ντουλάπι, έβαλα μέσα το ψωμί να μουλιάσει κι άρχισα να αραδιάζω τα υλικά στον πάγκο της κουζίνας. Κιμά εννοείται ότι αγόρασα φρέσκο, γιατί δεν είχα προβλέψει να ξεπαγώσω αυτόν που είχα στην κατάψυξη, αυτός θα γίνει σίγουρα ή γέμιση για ντολμάδες, ή σάλτσα για μακαρόνια ή το πιθανότερο.....μπιφτέκια.
Επιθεώρησα τα σαλατικά στο ψυγείο, άνοιξα και τα βιβλία των συνταγών για καμία ιδέα και θυμήθηκα ότι έχω καταχωρημένες περίπου καμιά δεκαριά συνταγές για κεφτέδες "της γιαγιάς", "της Αλέκας", "της συμπεθέρας", "του
Συριανού"," της καντηλανάφτισσας", "του χασάπη", "νησιώτικους με ούζο", "παραδοσιακούς με θρούμπη", "ξηροκαμπίτικους" "κρεατοσφαιρίδια"κλπ.... τελικά δεν ακολουθώ καμία συγκεκριμένα και το αποτέλεσμα είναι πάντοτε ικανοποιητικό (ευτυχώς!) πάντως ξαναδιάβασα καλού κακού, κάτι σχετικό που είχα εκτυπώσει από το Internet :





Πώς να φτιάξετε τους τέλειους κεφτέδες

Οι κεφτέδες είναι το αγαπημένο φαγητό των περισσοτέρων. Και γι’ αυτό το πόρισμα δεν χρειάζονται ερωτηματολόγια και αναλύσεις. Αρκεί να αναλογιστούμε τη χαρά που όλοι κάναμε όταν ήμαστε παιδιά και φτάναμε στο μεσημεριανό τραπέζι για να ανακαλύψουμε πως «σήμερα θα φάμε κεφτέδες»!




Η αλήθεια είναι πως την ίδια χαρά βιώνουμε και σήμερα, κάθε φορά που ετοιμαζόμαστε να φάμε κεφτέδες, αλλά οι κοινωνικές συμβάσεις και απαγορεύσεις δε μας επιτρέπουν να δείξουμε έκδηλα τη χαρά και τον ενθουσιασμό μας και να αρχίσουμε να χοροπηδάμε γύρω από το τραπέζι.

Κάποιοι αγαπούν τους κεφτέδες με κόκκινη σάλτσα, κατά την ιταλική παράδοση και κάποιοι τους προτιμούν στεγνούς για να απολαμβάνουν τα μυρωδικά του κεφτέ χωρίς τις παρεμβολές του πελτέ. Όσο εύκολη και να θεωρείται όμως, η παρασκευή του πιάτου, στην πραγματικότητα δεν είναι τόσο εύκολη και καλό είναι να έχετε υπόψη σας μερικά μυστικά, πριν αποφασίσετε να δοκιμάσετε οι ίδιοι τις δυνάμεις σας στην κουζίνα.

Ο κιμάς

Για τις περισσότερες νοικοκυρές η ταυτότητα του κεφτέ εξαντλείται στον μοσχαρίσιο κιμά και δεν επιδέχεται πολλές παραλλαγές. Αυτό που δεν ξέρουν όμως, οι περισσότερες νοικοκυρές είναι πως ο συνδυασμός μοσχαρίσιου κιμά με χοιρινό οδηγεί σε ένα πολύ καλύτερο αποτέλεσμα. Το μοσχαρίσιο κρέας δεν έχει τόσο έντονη γεύση, ενώ τα λίπη που περιέχει, αντί να του δίνουν σε  γεύση του αφαιρούν σε ένταση.

Η προσθήκη του χοιρινού κιμά συμβάλει στη νοστιμιά του πιάτου, ενώ μερικοί πάνε ένα βήμα παραπέρα, χρησιμοποιώντας και χοιρινό λουκάνικο στο μίγμα. Το λουκάνικο -όταν είναι σε σωστή αναλογία- μπορεί να δώσει μια εξαιρετική πικάντικη γεύση στον κεφτέ, αλλά αν υπερβεί τα επιτρεπόμενα όρια, θα υπερκεράσει όλες τις άλλες γεύσεις του.

Πώς να «δέσετε» τον κεφτέ;

Μεγαλύτερο όμως, πρόβλημα και από την επιλογή του κιμά, είναι να καταφέρετε να μείνουν «δεμένοι» οι κεφτέδες στο τηγάνι και να μην φτιάξετε πάλι… κιμά για μακαρόνια. Κάποιοι χρησιμοποιούν την εύκολη και εγγυημένη λύση, που είναι το αυγό στο μίγμα. Αυτή η λύση ωστόσο, καταλήγει συχνά σε αρκετά σφιχτούς και ελαφρώς στεγνούς κεφτέδες.
Μια καλή εναλλακτική με πιο «ελαφρύ» αποτέλεσμα, είναι η επιλογή μαζί με το αυγό να χρησιμοποιήσετε και τρίμματα ψωμιού ποτισμένα σε γάλα. Το ψωμί, είτε συνοδεύεται από αυγό είτε όχι, καταφέρνει να δέσει επαρκώς τον κιμά και αν πλάσετε τους κεφτέδες με αλευρωμένα χέρια, τότε θα έχετε ακόμα πιο «στέρεα» αποτελέσματα.

Προσθήκες

Οι κεφτέδες όπως όλα τα πιάτα, αποκτούν πολλές παραλλαγές και εκδοχές με το πέρασμα του χρόνου, ανάλογα τα κέφια του μάγειρα και την επιτυχία της εκάστοτε προσθήκης στο μίγμα.

Η συνηθέστερη προσθήκη, που δεν αλλάζει φυσικά την ταυτότητα του κεφτέ, αλλά του δίνει έναν πιο δυναμικό χαρακτήρα, είναι το σκόρδο. Για κάποιους ωστόσο, το μίγμα του κιμά περιέχει ήδη κρεμμύδι, οπότε ο συνδυασμός και των δυο υλικών σε ένα… μικρό κεφτεδάκι, είναι τις περισσότερες φορές «δυσάρεστα εκρηκτικός».

Μια καλή εναλλακτική, για να διανθίσετε λίγο τους κεφτέδες σας είναι να προσθέσετε λίγο μάραθο στο μίγμα, που και διαφορετική γεύση θα δώσει στο πιάτο και πιο τραγανή υφή, που πάντα εκτιμάται.

Τελείωσα την ανάγνωση, έστιψα καλά το ψωμί και ανακάτεψα στο μπώλ όλα τα υλικά :κιμά, τριμμένο κρεμμύδι, αυγό, αλάτι, πιπέρι, ρίγανη, δυόσμο φρέσκο, τα σκέπασα και τα έβαλα στο ψυγείο να ξεκουραστούν .
΄Οσο ζύμωνα, θυμήθηκα κάτι σχετικό με την ετυμολογία της λέξης , δεν το φανταζόμουνα ότι ότι έχει χυθεί  τόσο πολύ μελάνι γι΄αυτό, κάποτε στο γραφείο, μετά από ένα συνέδριο στην Πόλη, είχαμε ασχοληθεί επί μία εβδομάδα να ψάχνουμε, πηγές, ετυμολογικές ρίζες, λεξικά, πορωθήκαμε με την ανάλυση του θέματος τόσο πολύ, που έχω συγκρατήσει στη μνήμη μου ότι "η λέξη είναι περσική και σημαίνει κόβω, λέξεις με παρόμοια ρίζα και έννοια χρησιμοποιούνε στο Πακιστάν, το Αφγανιστάν, την Τουρκία, την Αρμενία" πολλοί ισχυρίζονται ότι εμείς "δανειστήκαμε" τη λέξη , από τους Τούρκους, όμως πρόσφατα διάβασα ότι σε ένα συνέδριο, ένας Έλληνας δημοσιογράφος ανέφερε αυτό ακριβώς σε έναν Τούρκο συνάδελφό του και εκείνος έσπευσε να τον διορθώσει : " Τη λέξη κιοφτέ συνάδελφε, τη δανειστήκαμε από τους Βυζαντινούς..."οφτόν, κοπτόν" (κρέας), οι Τούρκοι όταν ήρθανε στην περιοχή ήτανε νομάδες, δεν είχανε κουζίνα......"

Πάντως όποια και να είναι η προέλευση της λέξης, οι κεφτέδες σε όλες τους τις εκδοχές είναι καταπληκτικοί !!! Ντοματοκεφτέδες, ρεβυθοκεφτέδες, μελιτζανοκεφτέδες, κολοκυθοκεφτέδες, ταραμοκεφτέδες, γαυροκεφτέδες, χταποδοκεφτέδες, χορτοκεφτέδες....!!!

Και μιάς και σας άνοιξα την όρεξη,  και κεφτέδες δεν μπορώ να σας προσφέρω, για ρίξτε μιά ματιά στην ιστορία που έγραψα προ καιρού, συμμετέχοντας στο παιχνίδι των λέξεων της Φλώρας στο texnistories.blogspot.gr, μέχρις ότου εγώ  να πλάσω, να αλευρώσω,. να τηγανίσω τους κεφτέδες και τις πολυπόθητες πατατούλες, να φτιάξω και μία ανάμεικτη σαλάτα, ώστε  στο μεσημεριανό γεύμα να  έχω επιτέλους εκπληρώσει τις γαστριμαργικές επιθυμίες του Μ.
ο οποίος σίγουρα, θα βρεί κάτι να πεί που θα με δαιμονίσει : "πολύ μεγάλους τους έκανες, η μάνα μου τους έκανε μικρότερους"..."ωραίοι είναι αλλά....τσιγκουνεύτηκες , χρειαζόντουσαν περισσότερο αλάτι και πιπέρι...", ...."η γιαγιά μου έβαζε απαραιτήτως και σκορδάκι....", "ο παππούς τους προτιμούσε με μαϊντανό και κοκκινοπίπερο"...... 


  1. Ο Φωταγωγός
    H πιο ζωηρή ανάμνησή μας  από το διαμέρισμα που ζήσαμε τα πρώτα χρόνια της ζωής μας, είναι εκείνος ο μεγάλος φωταγωγός, σαν χωνί φωνόγραφου ,  που δυνάμωνε τους καθημερινούς θορύβους, τις κουβέντες και τις μυρωδιές  , τις στροβίλιζε και τις έστελνε  σχεδόν ατόφιες στα αυτιά και τη μύτη όλων των ενοίκων.
    Από τον πρώτο όροφο, που ζούσανε δυό φοιτήτριες, μας έρχονταν τα ακούσματα των μπήτλς και των ρόλλινγκ στόουνς, από τον δεύτερο , ανέβαινε καθημερινά η ευωδιά του θυμιάματος, από το λιβανιστήρι της κυρά Μοσχούλας , από τον τρίτο, η στεντόρεια φωνή της κυρά Καλλιρρόης : «Θεόδωρεεεεεεεεεε, πάλι γεμάτο ξανθές τρίχες το σακκάκι σουυυυυυυ!!!!»
    Από τον τέταρτο  αναδύονταν  οι θεσπέσιες μυρωδιές της κουζίνας της Κατίνας και της Ευθυμίας, δύο αδελφών που δεν μοιάζανε καθόλου ούτε στην όψη, ούτε στο χαρακτήρα, μας χάριζαν όμως   αθέλητα όλες τις λεπτομέρειες  της καθημερινότητάς τους.
    - Κατίνα πήγαινε να σκουπιστείς, πάλι πασαλείφτηκες με το κραγιόν,  τι το θέλεις το ρημάδι…βάλε και  στρωτά  παπούτσια, μην γκρεμοτσακιστείς  κι έχουμε άλλα…..Όλα τα ΄χει η Μαριωρή , ο φερετζές της λείπει…
    - Πάψε τη γκρίνια βρε  αρτσούμπαλη, που γυρνάς όλη μέρα με τις παντόφλες,  τη ρόμπα και την ποδιά της κουζίνας ….!!!
    Η Κατίνα κοντούλα και αφρατούλα, παρά την ηλικία της, όταν έβγαινε,  φορούσε απαραιτήτως κραγιόν και ήτανε πάντοτε περιποιημένη, η  Ευθυμία πάλι, ψηλή και άχαρη, δεν νοιαζότανε  για καλλωπισμούς, ήτανε αεικίνητη, φωνακλού και χωρατατζού   και οι δύο όμως ήτανε αξεπέραστες μαγείρισσες και από την κουζίνα τους ξεχυνόντουσαν οι πιο απίστευτες μυρωδιές :   κουνέλι στιφάδο, αγγινάρες με αρνάκι αυγολέμονο,  σουπιές κρασάτες, κροκέττες μπακαλιάρου και σκορδαλιά, γαύρος τηγανητός , σουτζουκάκια, χοιρινό με σέλινο, καλαμαράκια γεμιστά,  ρεβύθια στο φούρνο με δενδρολίβανο, λαχανοντολμάδες, μουσακάδες, παστίτσια ,…..
    Μαγειρεύανε μαζί κοντράροντας διαρκώς η μία την άλλη:  «΄Ελα σώνει…πολύ αλάτι έβαλες, λύσσα θα γίνουν οι σουπιές» , «Καλά δεν βλέπεις τι ψωνίζεις, το σέλινο είναι για πέταμα….» « Βιάσου χριστιανή μου, ρίξε μου λίγο ζουμί, θα κόψει το αυγολέμονο» «Βάλε κι άλλο κρεμμύδι, ο κεφτές για να γλυκάνει θέλει μπόλικο κρεμμύδι και μυρωδικά» « Αμάν βρε Κατίνα, έλα στο τηγάνι , να πιάσω εγώ το γουδί που έχω πιο πολλή δύναμη»…. «Ευθυμία άσε θα καθαρίσω εγώ τις αγκινάρες, εσύ δεν έχεις υπομονή , είσαι και τσαπατσούλα…»  «Τσαπατσούλα είναι η νύφη σου , η  ανοικοκύρευτη» «Τις είδαμε και τις δικές σου τις προκομμένες, ασιδέρωτα βάζουνε τ΄ασπρόρουχα στα συρτάρια» « Κλείσε το καπάκι και σταμάτα τις δοκιμές, έσωσες όλο το ζουμί από το φρικασέ….» «Ευθυμίααααααααα!!!  Τελείωσε ο καφές» «Κατίνααααα!!! Πήρε φωτιά το Κορδελιόοοοο, που έχεις το νού σου…. το μαλεμπί κάηκε ……»    
     Χαιρόντουσαν να μαγειρεύουνε και να προσφέρουνε  τα θεσπέσια  εδέσματά τους,   στις οικογένειες των παιδιών τους, που καθημερινά παραλαμβάνανε  ταψιά και  κατσαρόλες γεμάτες  σπιτικό φαγητό  δίνοντας ταυτόχρονα τις σχετικές παραγγελίες για την επομένη :«Κανένα γεμιστό έχουμε καιρό να φάμε»…  « ο μικρός τις προάλλες γύρεψε κρεατόσουπα» , «κόκκορα κρασάτο με χοντρό μακαρόνι, καιρό έχετε να φτιάξετε»… αλλά κι εμείς είχαμε τα τυχερά μας, κάθε τόσο μας ανεβάζανε  ένα γεμάτο πιάτο «για τη μυρωδιά» όπως λέγανε, γεμάτο τυροπιτάκια,  πιροσκύ, τηγανίτες με μέλι και κανέλλα ,  μπουγάτσα…..
    Από το φωταγωγό  ενημερωνόμασταν αναγκαστικά, γιά  όλα τα δρώμενα και υπομέναμε το μαρτύριο των γαργαλιστικών οσμών που γινότανε πραγματικά αβάσταχτο , όταν η μάνα μας επέμενε να φάμε σπανακόρυζο ή φακές, ενώ από κάτω ερχότανε η θεία μοσκοβολιά των κεφτέδων που τσιτσιρίζανε στο τηγάνι… 












کته
προέρχεται από τα περσικά όπου η λέξη kufteχει πειστική ετυμολόγηση εσωτερική στην περσική γλώσσα (δηλαδή, εξηγείτα χωρίς ανάγκη δανεισμού από άλλη γλώσσα).Στα πέρσικα το ρήμα کوفتن kuftan σημαίνει «κοπανάω» ή «αλέθω». Κρέας δηλαδή κοπανιστό ή αλεσμένο. Αν δούμε γεωγραφικά την εξάπλωση των ομόριζων λέξεων, βλέπουμε ότι φαγητά που περιλαμβάνουν «κρεατοσφαιρίδια» και που ονομάζονται «κάπως» σαν τους κεφτέδες υπάρχουν από τις βαλκανικές χώρες μέχρι πέρα από την Ινδία: ćufta στα σέρβικα και κροάτικα, kyufta στα αρμένικα, kufta στο Μπαγκλαντές, kοfta στο Πακιστάν.
Αυτό που λιγότερο συζητιέται, είναι το ίδιο το όνομα του κεφτέ,η προέλευσή του. Η τουρκική λέξη köfte προέρχεται από τα περσικά όπου η λέξη kufteh έχει πειστική ετυμολόγηση εσωτερική στην περσική γλώσσα (δηλαδή, εξηγείται ικανοποιητικά χωρίς ανάγκη δανεισμού από άλλη γλώσσα).Στα πέρσικα το ρήμα کوفتن kuftan σημαίνει «κοπανάω» ή «αλέθω». Κρέας δηλαδή κοπανιστό ή αλεσμένο. Αν δούμε γεωγραφικά την εξάπλωση των ομόριζων λέξεων, βλέπουμε ότι φαγητά που περιλαμβάνουν «κρεατοσφαιρίδια» και που ονομάζονται «κάπως» σαν τους κεφτέδες υπάρχουν από τις βαλκανικές χώρες μέχρι πέρα από την Ινδία: ćufta στα σέρβικα και κροάτικα, kyufta στα αρμένικα, kufta στο Μπαγκλαντές, kοfta στο Πακιστάν.  λιγότερο συζητιέται, είναι το ίδιο το όνομα του κεφτέ,η προέλευσή του. Η τουρκική λέξη köfte προέρχεται από τα περσικά όπου η λέξη kufteh έχει πειστική ετυμολόγηση εσωτερική στην περσική γλώσσα (δηλαδή, εξηγείται ικανοποιητικά χωρίς ανάγκη δανεισμού από άλλη γλώσσα).Στα πέρσικα το ρήμα کوفتن kuftan σημαίνει «κοπανάω» ή «αλέθω». Κρέας δηλαδή κοπανιστό ή αλεσμένο. Αν δούμε γεωγραφικά την εξάπλωση των ομόριζων λέξεων, βλέπουμε ότι φαγητά που περιλαμβάνουν «κρεατοσφαιρίδια» και που ονομάζονται «κάπως» σαν τους κεφτέδες υπάρχουν από τις βαλκανικές χώρες μέχρι πέρα από την Ινδία: ćufta στα σέρβικα και κροάτικα, kyufta στα αρμένικα, kufta στο Μπαγκλαντές, kοfta στο Πακιστάν. που λιγότερο συζητιέται, είναι το ίδιο το όνομα του κεφτέ,η προέλευσή του. Η του λέξη köfte προέρχεται από τα περσικά όπου η λέξη kufteh έχει πειστική ετυμολόγηση εσωτερι


Σάββατο 9 Αυγούστου 2014

Ιστορίες του καφενέ.......Των τραίνων ιστορίες.....

H συμμετοχή μου στη νέα πρόσκληση της Αριστέας, βασισμένη στις πραγματικές διηγήσεις συναδέλφων και παλαίμαχων Σιδηροδρομικών, αφηγηματικά ταξιδιάρικη σε παλιότερες εποχές, ελπίζω να την απολαύσετε......( παρά την αρχική μου πρόθεση να περιορίσω την έκτασή της.....δεν τα κατάφερα......την εμπλούτισα όμως με πολλές φωτογραφίες για να μην σας κουράσω.....)
Τα ονόματα είναι φανταστικά όμως οι χαρακτήρες και τα περιστατικά είναι πέρα για πέρα αληθινά.....



Σημείωση : Η Αμαξοστοιχία 504 στο Σταθμό Λαρίσης. Διακρίνεται αμέσως μετά τη μηχανή,  η μπλέ Κλινάμαξα LX16  Πρώτης θέσης.


Στον πρώτο όροφο του Κεντρικού Σ.Σ. Αθηνών ( Σταθμού Λαρίσης) διακρίνονται τα δύο πρώτα παράθυρα (αριστερά) όπου στεγαζότανε το Γραφείο Σιδηροδρομικής Εκμετάλλευσης της Εταιρείας CIWLT  όπου εργάστηκα για 38 χρόνια….


Των τραίνων ιστορίες…



Ο Αστέριος από όσο θυμότανε τον εαυτό του, είχε μία λατρεία στα τραίνα, μάλλον γεννήθηκε μ΄αυτήν, μιάς και ο παππούς αλλά και ο πατέρας του, δύο μπαρμπάδες του και ένας πρωτοξάδελφός του ήτανε σιδηροδρομικοί.
Γνώριζε από πολύ μικρός, τα δρομολόγια, τους σταθμούς, τους τύπους των βαγονιών, των μηχανών, τον ενθουσίαζε το σφύριγμα των συρμών, τον μάγευε ο ήχος των πιστονιών και αγαπούσε ακόμη και την  οσμή του μαύρου καπνού του λιθάνθρακα.

Ήτανε άτυχος όμως, μόλις άγγιξε τ΄όνειρό του, κι έβαλε  επιτέλους τη πολυπόθητη μπλέ στολή και το πηλίκιο με το σήμα των Ελληνικών Σιδηροδρόμων, έτυχε εκείνο το τρομερό δυστύχημα στο Μπράλο, ο εκτροχιασμός και η φωτιά που ακολούθησε,  έγιναν αιτία να χάσουνε τη ζωή τους πέντε άνθρωποι  και να τραυματιστούνε σοβαρά πάνω από τριάντα….Σ΄εκείνο το δυστύχημα σκοτώθηκε ο Μηχανοδηγός,  ο Προϊστάμενος , ο Τόλης ο ελεγκτής από την ΄Αρτα ,  που πάλεψε ενάμισι μήνα στην εντατική και τελικά έχασε τη μάχη και τέλος με σπασμένα τέσσερα πλευρά και χωρίς  το μισό δεξί  του πόδι  και δύο δάχτυλα του αριστερού του χεριού, επέζησε ο δόκιμος μηχανοδηγός, ο Αστέριος.
Τέσσερις οδυνηρούς μήνες πέρασε στο Νοσοκομείο και όταν βγήκε δεν την ήθελε τη ζωή του, καταρρακωμένος  κλείστηκε στον εαυτό του……είκοσι τεσσάρων ετών παλικάρι και τον έτρωγε η αυτολύπηση και ο πόνος, μέχρι τη μέρα που ο πατέρας, οι μπαρμπάδες και τα ξαδέλφια του, τον φέρανε με το ζόρι στο Σταθμό….
Ανάσανε τη γνώριμη μυρωδιά, άκουσε το σφύριγμα, την αναγγελία της άφιξης και αναχώρησης, ανατρίχιασε στο στρίγγλισμα των φρένων και έκλαψε από απόγνωση….όμως οι δικοί του άνθρωποι και όσοι συνάδελφοι βρεθήκανε εκεί, όλοι μια οικογένεια, μια αγκαλιά τον σηκώσανε στους ώμους και χωρίς να το καταλάβει βρέθηκε μ΄ένα κλειδί στο χέρι μπροστά στην ξύλινη πόρτα του ισογείου ενός κτίσματος δίπλα στο Σταθμό….
Τέλος πάντων, οι συνάδελφοι και οι δικοί του, είχανε καταφέρει με συνεχή διαβήματα στον Οργανισμό να εξασφαλίσουνε άδεια χρήσης 30 ετών γι΄ αυτό το παλιό οικοδόμημα, μία πετρόκτιστη  αποθήκη που ήτανε εγκαταλελειμμένη από χρόνια, εκεί δίπλα, μεσοτοιχία σχεδόν με την αίθουσα εμπορευμάτων του Κεντρικού Σταθμού.
Εκεί άρχισε να ξαναζεί ο Αστέριος, με τα χρήματα της αποζημίωσης και  με την αγάπη και συμπαράσταση των δικών του ανθρώπων, των φίλων και όλης σχεδόν της «οικογένειας» , έφτιαξε το Καφενείο «Ο ΣΤΑΘΜΟΣ».
Ένα καφενείο φιλόξενο, με  γυαλισμένο πάτωμα,  τραπεζάκια με λευκό μάρμαρο και  ξύλινες καρέκλες, με άπειρα κάδρα στους τοίχους που απεικονίζανε…τι άλλο; Τραίνα !!! Ντιζελομηχανές, ατμομηχανές, βαγόνια επιβατικά, εμπορικά, ταχυδρομικά, Αμαξοστοιχίες ολόκληρες, κλινάμαξες… αυτοκινητάμαξες….
 Έναν ολόκληρο τοίχο τον είχε αφιερώσει αποκλειστικά στις εξαιρετικές Αφίσσες της θρυλικής COMPAGNIE INTERNATIONLE DES WAGONS LITS, ήτανε το καμάρι του, μία συλλογή που είχε ξεκινήσει ο συχωρεμένος ο παππούς του, που εργάστηκε για 40 χρόνια σχεδόν, σ΄αυτή την μοναδική Αμαξοστοιχία !!!



Εκεί απάγκιασε , ξαναβρήκε το χαμόγελο και τη χαρά της ζωής, εκεί γνώρισε και τη γυναίκα του, τη Γλυκερία κι  απέκτησε μαζί της   μία
πραγματικά ευτυχισμένη οικογένεια  που συμπληρώθηκε από δύο θαυμάσια παιδιά, την Ισμήνη και τον Φίλιππο.


Το Καφενείο του Αστέριου δεν εξυπηρετούσε μόνο τους ταξιδιώτες, έγινε σημείο συνάντησης των εν ενεργεία σιδηροδρομικών και στέκι των συνταξιούχων , που το αποκαλούσανε "εντευκτήριον" κι εκείνος ακούραστος και σβέλτος, έχοντας ξεπεράσει το εμπόδιο του πρόσθετου μέλους, απολάμβανε τους γνώριμους ήχους των αγαπημένων του τραίνων και τις απολαυστικές ιστορίες των συναδέλφων πρώην και νυν… Με βοηθούς το Βασιλάκη,  ένα παληκαράκι πεντάρφανο, μεγαλωμένο στο Χατζηκυριάκειο και την κυρά Φιλιώ, χήρα συναδέλφου, στο θαυματουργό κουζινάκι του καφενείου, εκτός από καφέδες μοσχομυριστούς και μερακλήδικους , κατασκευαζόντουσαν από τον ίδιο τον Αστέριο, εξαιρετικοί μεζέδες , ποικιλίες, λουκάνικα κάθε λογής, κεφτεδάκια ονειρεμένα και οι περίφημοι γαυροκεφτέδες και ρεβυθοκεφτέδες με την κορυφαία συνταγή της σμυρνιάς πεθεράς του, της κυρίας Ευδοκίας. Αλλά και η Φιλιώ, Μακεδόνισσα γαρ, διέπρεπε στις νόστιμες πίτες και τα γλυκά, δεν υπήρχε γλυκό του κουταλιού που να μην έχει φτιάξει, όσο για τα  σιροπιαστά,όποιος δοκίμαζε, σίγουρα  επιθυμούσε να ξαναδοκιμάσει....  ειδικότητά της οι λουκουμάδες, το σαραγλί, το γαλακτομπούρεκο,  τα ροξάκια και το θεϊκό  εκμέκ καταϊφι με φυστίκι Αιγίνης…..
Χθές,   εκεί στο καφενεδάκι του Σταθμού, στο "εντευκτήριον" έγινε μία από τις συνηθισμένες μαζώξεις των παλαίμαχων,   συναντηθήκανε γύρω στις 8.00 καμιά δεκαριά συνταξιούχοι σιδηροδρομικοί, όλοι σχεδόν γνώριμοι μεταξύ τους και θυμηθήκανε, τι άλλο; παλιές ιστορίες….. τέτοιες συνάξεις γινόντουσαν συχνά-πυκνά και ο Αστέριος τις απολάμβανε με την ψυχή του, φρόντιζε μάλιστα να ετοιμάζει σπέσιαλ μεζεδάκια για τους συναδέλφους και αξημέρωτα σχεδόν πήγαινε στην αγορά να προμηθευτεί τα απαραίτητα, λεπτοκομμένο εκλεκτό παστρουμά και τουρσιά , λαδοτύρι, σίγλινο,  μύδια, γαυράκι, γαρίδες….αν ήτανε στην παρέα ο Σπύρος ο Κερκυραίος ,που ήτανε και κουμπάρος του, ειδικά γι΄αυτόν, έφτιαχνε τους αγαπημένους του ρεβυθοκεφτέδες, σαν ανταμοιβή για το κέφι που έφερνε στην παρέα με την κιθάρα και τα τραγούδια του.
Πρόσχαρος και γελαστός, ξεκίναγε μόνος με την ωραία φωνή του  και καταλήγανε να τραγουδάνε όλοι μαζί,  μέχρι αργά….. «Τα τραίνα που φύγαν, αγάπες μου πήρανε…..»     « Το τραίνο φεύγει στις 8….»  «Σκέφτηκες άραγε ποτές σ΄ένα σταθμό σ΄ένα εξπρές πόσοι καημοί, πόσες χαρές, πόσες λαχτάρες….» « Τραίνα στους σταθμούς λησμονημένα….»
   
Δεν υπήρχε τραγούδι σχετικό με τραίνο ή σταθμό που να μην το ήξερε…..εκτός από τα χιλιάδες άλλα……και ήτανε αυτοδίδακτος  με τεράστιο ταλέντο !!! Ορφάνεψε στα 15 και ανέλαβε τις τρείς μικρότερες αδελφές του, ευτυχώς ένας συγγενής του κατάφερε να προσληφθεί  σαν εργάτης γραμμής στο σιδηρόδρομο. Γρήγορα χάρη στο εξαιρετικό ταλέντο του, έγινε μέλος της μπάντας των Σιδηροδρομικών, βοήθησε τη μεγάλη αδελφή του ν΄ανοίξει κομμωτήριο και την πάντρεψε μ΄έναν δημοτικό υπάλληλο, η δεύτερη μικροπαντρεύτηκε μ΄ένα δάσκαλο και τη μικρότερη, αφού τη σπούδασε , Φιλόλογος έγινε , την πάντρεψε μ΄έναν  συνάδελφό της.
Πολύ αγαπητός ήτανε και ο Σήφης ο πρώην Αρχιτεχνίτης, ο επονομαζόμενος «Ποιητής» γιατί σκάρωνε πολύ επιτυχημένα στιχάκια και μαντινάδες στη στιγμή,  που τα σημείωνε πίσω από το πακέτο των τσιγάρων του ή στις χαρτοπετσέτες   και τα απάγγελε με την έντονη κρητική προφορά του, εκπλήσσοντάς τους κάθε φορά  :

«Σαν ράγες έχουνε στρωθεί
μέσα μας οι αναμνήσεις
και στην ψυχή έχουν χαραχτεί
χιλιάδες ενθυμήσεις.

Γνώριμοι οι ήχοι των τροχών
το στρίγγλισμα των φρένων,
οι αποβάθρες των σταθμών,
το σφύριγμα των τραίνων.»

Ενώ σε κάθε συνάντηση, αν δεν είχε γράψει κάτι δικό του, του ζητούσανε απαραιτήτως να τους απαγγείλει το ποίημα του Γιώργου Μανθαιάκη:
ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΤΟ ΤΡΕΝΟ



Α

Αν έχεις πάρει της ζωής…φίλε το «μαύρο» τρένο…
κάνε σινιάλο του οδηγού…και πες του «κατεβαίνω» …


Λίγο αν μείνεις στο σταθμό…ένα «άσπρο» θα περάσει…
και κοίτα να επιβιβαστείς…πριν να σε προσπεράσει…


Για εισιτήριο μη νοιαστείς…το έχεις πληρωμένο…
με κόπους κι όνειρα ζωής…είναι αποκτημένο…


Μέσα από κάμπους και βουνά…με περισσή ομορφάδα…
με καλοκαιρινό καιρό…και με λαμπρή λιακάδα…


Θα είναι το ταξίδι σου…μες στης ζωής τη χώρα…
κι ούτε στιγμή μη φοβηθείς…αν δεις και κάποια μπόρα…


Πάλι ο ήλιος θε να βγει…μετά την καταιγίδα…
να ρίξει πάνω σου άπλετα...το φως και την ελπίδα…
ν πάρει της ζωής…φίλε το «μαύρο» τρένο…
κου οδηγού…και πες του «κατεβαίνω» …
Εκείνος πάντως, δεν παρέλειπε να απαγγείλει και το αγαπημένο του τετράστιχο του Μ. Αναγνωστάκη :

  Απο την πόλη έρχομαι και σε χωριό πηγαίνω
αν τρέξω λίγο και βιαστώ, το τρένο το προφταίνω!
  Τί τυχερός, είναι express!, παντού δε σταματάει,
μα στο χωριό που πάω εγώ, το τρένο αυτό δεν πάει!!


΄Αλλοτε πάλι στην παρέα ήτανε οι συνάδελφοι που διακρινόντουσαν για τις διηγήσεις και το χιούμορ τους, όπως χθές που η βραδιά ξεκίνησε με τη διήγηση του Αποστόλη του Kαρδιτσιώτη, «Πειρατή» τον φωνάζανε οι συνάδελφοι και το αποδεχότανε ο καλοκάγαθος Θεσσαλός,  πρώην Κεντρικός Ελεγκτής  που είχε χάσει  το δεξί του μάτι  σε σιδηροδρομικό δυστύχημα στα Τέμπη. Είχε ένα ξεχωριστό   χάρισμα αυτός ο άνθρωπος  να διηγείται παραστατικά και γλαφυρά με τη βαθειά βελούδινη φωνή του, ήτανε μάλιστα  στα μεγάλα  κέφια του, εκείνο το βράδυ, γιατί αρραβώνιασε τη μοναχοθυγατέρα του,  μετά λοιπόν τα κεράσματα και τις ευχές, όλοι κρεμόντουσαν από τα χείλη του,  τους θύμισε εκείνον  τον Αρχιεπιθεωρητή, τον Πελοπίδα το Θηβαίο με το παρατσούκλι  « Λιχούδης» , που αν και είχε ζάχαρο κι η δόλια η κυρά του τον τάϊζε πικροράδικα και τον πότιζε ματζούνια, εκείνος δεν έχανε ευκαιρία να φάει ένα γλυκό όπου και όπως το εύρισκε…." που λέτε κάποτε  στα Φάρσαλα,  επιβιβαστήκανε δυό κυρίες καλοβαλμένες θεία και ανηψιά, με πολλά μπαγκάζια, ο Πελοπίδας ,  Ελεγκτής  τότε ,  φρόντισε προσωπικά να τακτοποιηθούνε  στο κουπέ τους και σε όλη τη διαδρομή δεν έπαψε να περνάει και να ξαναπερνάει , για να βεβαιωθεί ότι όλα είναι καλά.








Οι συνάδελφοι μόλις πήρανε είδηση τι συμβαίνει,  αρχίσανε να κρυφογελάνε βέβαιοι ότι έχει βάλει στο μάτι ,όχι τις κυρίες, αλλά το ταψί με τον σαπουνέ χαλβά που μεταφέρανε και δεν είχανε άδικο, μόλις το τραίνο έφθασε στο Σταθμό Αθηνών, έσπευσε να βοηθήσει τις συγκεκριμένες επιβάτισσες να αποβιβαστούνε και προθυμοποιήθηκε με περισσή ευγένεια να μεταφέρει και το ταψί με το χαλβά, όμως….τρελαμένος από την ευωδιά και τη λαχτάρα του για το γλύκισμα, σκόνταψε ο άμοιρος στο τελευταίο σκαλοπάτι του βαγονιού και προσγειώθηκε στην αποβάθρα με το πρόσωπο χωμένο μέσα στο ταψί !!!"
Μία άλλη φορά , συνέχισε ο Νώντας , πρώην Κεντρικός Σταθμάρχης στη Λάρισα, παρ΄ολίγο να πιαστεί στα πράσα από τον Γενικό Επιθεωρητή Αμαξοστοιχιών λίγο έξω από το Σταθμό της Θεσσαλονίκης,  ένας κλειδούχος συγχωριανός του, ο Ευδόκιμος, του είχε φέρει ένα βάζο γλυκό κυδώνι , δεν άντεξε τον πειρασμό ο δυστυχής  , άνοιξε λοιπόν το βάζο και βουτώντας μέσα τα δάχτυλα γευότανε με αγαλίαση το μυρωδάτο γλυκό, όταν ξαφνικά αντιλήφθηκε στην άλλη άκρη του βαγονιού τον Γενικό Επιθεωρητή, τον Αργυρίου το συχωρεμένο, να έρχεται προς το μέρος του….πανικόβλητος έχωσε το βάζο όπως-όπως  στην τσέπη του και έβγαλε  το πασαλειμμένο χέρι του  έξω από το παράθυρο, προφασιζόμενος ότι προσπαθεί να κλείσει το τζάμι….ενώ τα σιρόπια είχανε ποτίσει το σακάκι της στολής του και κατρακυλούσανε στο πάτωμα….





Η  πλάκα όμως που είχε αφήσει εποχή και η διήγησή της πάντα έφερνε γέλιο στην παρέα, ήτανε εκείνη η ιστορία του νεαρού τότε Κωστή, γιού και εγγονού σιδηροδρομικού που έκανε συνοδεία στις Κλινάμαξες στη διαδρομή Αθήνα- Παρίσι , αυτός ο αθεόφοβος όσο μπόϊ  του έλειπε, τόσο δαιμόνιο μυαλό είχε, πρώτος πήρε είδηση πως εκείνη τη στραβοβδομάδα , τρείς μυστακοφόροι του σιναφιού, είχανε πάθει
 μεγάλη ζημιά, δηλαδή τους συνέβει ότι χειρότερο και το ΄φεραν 
βαρέως, πρώτος  ο ίδιος ο μπάρμπας του ο Περικλής, Προϊστάμενος Αμαξοστοιχίας,   προσπαθώντας να ξεβουλώσει ένα καμινέτο , είχε καψαλίσει γερά τα μουστάκια και τα φρύδια του, από την άλλη ο Φωκίων, Σταθμάρχης απο την Τιθορέα, έβριζε ξεσκούφωτος γιατί ο κουρέας του, με μια αδέξια ξουραφιά του είχε κουτσουρέψει το δεξί άκρο του περιποιημένου του μύστακος, για τον  οποίο ήτανε ιδιαίτερα περήφανος και ευαίσθητος και δεν έφθανε αυτό, τρίτωσε και το κακό, όταν ο Αρχιεπιθεωρητής ο Τζινιώλης, ένας ευθυτενής ομορφάντρας που έφερε το ωραιότερο μουστάκι πάντων των σιδηροδρομικών, εισέπραξε μία γενναία γρατζουνιά από το γάτο του τον Σμόκυ, που του  τραυμάτισε όχι μόνο τη μύτη και το πηγούνι, αλλά δυστυχώς  και ένα μεγάλο μέρος από το εξαιρετικά περιποιημένο μουστάκι του ….
Αμίλητοι μετά  το πάθημά τους και οι τρείς, για μέρες ….όλο τραβιόντουσαν στις πιό απόμερες γωνίες του Σταθμού  και σιγοκουβεντιάζανε προσπαθώντας να παρηγορηθούνε για το πάθημά τους και να  εκτίθενται όσο το δυνατόν λιγότερο στα βλέμματα των συναδέλφων και των επιβατών. Τότε ακριβώς εμφανίστηκε ο Κωστής, αυτό το διαβολόσπερμα, ως από μηχανής Θεός τους παρουσιάστηκε και τους διαβεβαίωσε ότι θα τους έφερνε από το Παρίσι μία θαυματουργή Μαντέκα και το πρόβλημά τους θα λυνότανε άμεσα και με τον καλλίτερο τρόπο….Κάνανε υπομονή πέντε ημέρες οι ατυχήσαντες και όταν επιτέλους παραλάβανε το θαυματουργό βαζάκι, αναγάλλιασε η ψυχή τους, ο Κωστής μάλιστα δεν δέχτηκε χρήματα, «είναι δώρο» τους είπε και τους έδωσε λεπτομερείς οδηγίες χρήσης.
Αναθαρρήσανε και γεμάτοι προσμονή….το ίδιο βράδυ και οι τρείς, σπεύσανε και  απλώσανε την αλοιφή στα τραυματισμένα μουστάκια τους, βάλανε μάλιστα έναν επίδεσμο και τον τυλίξαμε με ένα δεύτερο γύρω από το κεφάλι για να σταθεροποιήσουνε τον πρώτο και να κάνει καλή δουλειά η αλοιφή, ο μπάρμπας του μάλιστα, άπλωσε μια γερή δόση και στα φρύδια και αποκοιμηθήκανε μπανταρισμένοι σαν τραυματίες πολέμου προσδοκώντας το θαύμα !!! Το πρωϊ τρέξανε όλοι στο λαβομάνο να ξετυλίξουνε τους επιδέσμους και να καμαρώσουνε τα σωτήρια αποτελέσματα της θαυματουργής Μαντέκας. Κοντέψανε να πάθουνε αποπληξία, τα μουστάκια τους  αντί να αποκατασταθούν, είχανε κολλήσει στον επίδεσμο ολοσχερώς και η περιοχή ανάμεσα στη μύτη και το επάνω χείλος που καλύπτανε, έμοιαζε με σεληνιακό τοπίο !!! Ο μπάρμπας του ούρλιαζε και έβγαζε αφρούς από το στόμα, δεν είχε εξαφανιστεί μόνο του μουστάκι του, αλλά και τα φρύδια !!! Η κάλτσα του διαβόλου αντί για μαντέκα τους είχε προμηθεύσει αποτριχωτική κρέμα !!!
Ο πατέρας του Κωστή, ο Θεόδωρος , πρώην Κεντρικός Σταθμάρχης στο Λιανοκλάδι,  απειλούσε με μια φαλτσέτα να τον σκοτώσει κι ο μπάρμπας του έξαλλος, τον έψαχνε σε γή και ουρανό για να τον σύρει κάτω από τις ρόδες του τραίνου. Η μάνα του, η συχωρεμένη η κυρά Καλλιόπη, τον είχε φυγαδεύσει άρον- άρον στο σπίτι της κουμπάρας της στην Πάτρα για να τον γλιτώσει, μάλιστα ο νεαρός, με τη βοήθεια των συναδέλφων, πήρε εσπευσμένα και κατ΄εξαίρεση μετάθεση για την Πάτρα.
Ο γέρος όμως του τη φύλαγε  , πήγε στην Πάτρα απροειδοποίητα και τον  συνάντησε να βολτάρει στην παραλία, του έριξε δύο μπουνιές σαν κεραυνούς, τον έκανε μαύρο στο ξύλο μπροστά στα μάτια των περαστικών και τέλος τον πέταξε  στη θάλασσα, ενώ ο Αρχιεπιθεωρητής και ο  Σταθμάρχης , βρίζανε θεούς και δαίμονες και κατεβάζανε καντήλια απειλώντας ότι αν πέσει στα χέρια τους ο τρισάθλιος ,θα τον πετάγανε από τη γέφυρα της Παπαδιάς . Τελικά ξεθύμανε η οργή τους και όταν αποκατασταθήκανε πιά τα μουστάκια τους, δώσανε άφεση, φοβούμενοι να μη γίνουνε αιτία για φονικό, μιας κι ο πατέρας του Κωστή είχε μεν χρυσή καρδιά αλλά ήτανε οξύθυμος και δεν ανεχότανε τις πλάκες του κανακάρη του, που τον προσβάλανε βαρειά, αυτόν που είχε πάντοτε άψογες σχέσεις με τους συναδέλφους, ενώ  ο άλλος μπάρμπας του  ο Ανδρόνικος, Γενικός Επιθεωρητής, όπως και ο μακαρίτης ο παππούς του, Controleur στο θρυλικό SIMPLON ORIENT EXPRESS  , ήτανε από τους πιο κιμπάρηδες και αξιαγάπητους σιδηροδρομικούς.


Παπά παιδί, διαβόλου εγγόνι λέει η παροιμία που επαληθεύτηκε 100%  μιάς  και ο  Κωστής από τη μεριά της μάνας του ήτανε πράγματι παπά εγγόνι….
Πάντως ήτανε αμετανόητος και ανεξάντλητος στα καλαμπούρια και τις πλάκες ο άτιμος κι εκεί στην Πάτρα είχε σκαρώσει διάφορα, ο Περικλής ο Κλειδούχος, τους θύμισε εκείνο το Πάσχα που είχε βουτήξει ένα μισογεμάτο δοχείο μαύρη λαδομπογιά, από το Μηχανοστάσιο και είχε ζωγραφίσει με  μαύρες ρίγες και μαύρες βούλες τα δύο κάτασπρα σκυλιά του Υποπροϊσταμένου Αμαξοστοιχιών.
Εκείνος έξαλλος , είχε γεμίσει τον τόπο σημειώματα επικηρύσσοντας το δράστη με ένα διόλου ευκαταφρόνητο ποσό για την εποχή. Κι είχε το θράσος το διαβολογέννημα,  όχι μόνο να παρουσιαστεί, αλλά να  υποστηρίξει  με βεβαιότητα, ότι δράστες ήτανε μια κουστωδία τσιγγάνων που είχανε ταξιδέψει την προηγουμένη προς Αμαλιάδα….και να εισπράξει στη συνέχεια  χωρίς την παραμικρή ενοχή την αμοιβή, με την οποία οργάνωσε ένα πλούσιο τσιμπούσι και κέρασε όλους τους συναδέλφους πλήν του Υποπροϊσταμένου εννοείται….
Ο Βαγγέλης ο  πρώην Προϊστάμενος του Γραφείου Κίνησης, έφερε την κουβέντα σ΄ εκείνη τη δόλια την υπάλληλο του εκδοτηρίου εισιτηρίων,  τη μελαχροινούλα γαλανομάτα Λίτσα, με το φτωχό μυαλό και το μεγάλο  καημό, να παντρευτεί σιδηροδρομικό, γιατί της άρεσε η στολή…

Δεν είχε δυσκολευτεί να την πείσει  ο αφιλότιμος  ο Αντώνης ο Κεφαλονίτης  , Σταθμάρχης στην Κατερίνη, ότι έχει έτοιμο γαμπρό, τον δίδυμο αδελφό του και τη διαβεβαίωνε μάλιστα, μ΄εκείνη την αδιαφιλονίκητη πειστικότητα που διέθετε, ότι ο ίδιος θα γινότανε  κουμπάρος…. Της έφερνε ο αθεόφοβος που και που καμία κολώνια ή ένα μαντήλι, δώρα δήθεν από το μέλλοντα γαμπρό κι εκείνη η μυαλοκομμένη  ,όχι μόνο το είχε πιστέψει αλλά ετοίμαζε τα προικιά της και ξεροστάλιαζε στο σταθμό γράφοντας  στιχάκια : « όλα τα τραίνα ήρθανε, κι όλοι σιδηροδρόμοι, κι εμένα το πουλάκι μου, δεν φάνηκε ακόμη….»
Τελικά, παντρεύτηκε  έναν Λοχία από την Ξάνθη, που της προξένεψε μία εξαδέλφη της.
Αναψοκοκκινισμένοι όλοι από τα τσίπουρα και τις μπύρες και δακρυσμένοι  από τα γέλια, σήκωσαν  τα ποτήρια τους και τσουγκρίσανε « Εβίβα»!!! Καλά να είμαστε σύντροφοι ν΄ανταμώνουμε και να μοιραζόμαστε τις ιστορίες μας !!! Την ίδια στιγμή ακούστηκε το σφύριγμα του τραίνου, ο Αστέριος κοίταξε το ρολόϊ του, η Αμαξοστοιχία 602 έμπαινε στο σταθμό στην ώρα της, θα αναχωρούσε στις 11.20΄ακριβώς, η παρέα σε λίγο θα σκόρπιζε μέχρι την επόμενη σύναξη.
 
            


                                                                                                                                       Ο Αστέριος έκλεινε πάντα στις 11.30 τηρούσε  με σχολαστική ακρίβεια το ωράριό του, σαν δρομολόγιο τραίνου…..χωρίς αλλαγές,  χωρίς καθυστερήσεις…μοναδική εξαίρεση τα Χριστούγεννα, η Πρωτοχρονιά, και το Μ.Σάββατο, τότε  το καφενείο έμενε ανοικτό όλο το 24ωρο, υπήρχε  στρωμένο τραπέζι, φορτωμένο με καλούδια και παραδοσιακά εδέσματα, ανάλογα με την περίσταση. Ο Αστέριος  μαζί με την οικογένειά του, υποδεχότανε και  κέρναγε όλους τους συναδέλφους που είχανε υπηρεσία στο Σταθμό όπως και τους μοναχικούς , εν ενεργεία ή συνταξιούχους, που  φρόντιζε και τους καλούσε προσωπικά να περάσουνε μαζί  αυτές τις ξεχωριστές ημέρες, σαν  μέλη της « μεγάλης  σιδηροδρομικής οικογένειας….



*Η Μαντέκα = ειδική  κηρώδης αρωματική αλοιφή (πομάδα) σε μαύρο ή καφέ χρώμα, για την διαμόρφωση και στερέωση  του μουστακιού. Από το λατινικό mantica ή πιθανότερο από το αραβικό ΜΑΝΤΑΚΟ που σημαίνει γράσσο ή λίπος.











Πέμπτη 10 Ιουλίου 2014

Aλλος με τη βάρκα μας !!!

Μία καταπληκτική ιδέα της Πέτρας ήτανε η αιτία να ανασύρω από τη μνήμη μου αυτή την πέρα για πέρα αληθινή ιστορία....


 
O συχωρεμένος ο πατέρας μου είχε τρείς παιδικούς φίλους, τον ΄Ομηρο Ν. γεροντοπαλήκαρο που διατηρούσε κατάστημα ξηρών καρπών και ζαχαρωδών, τον Μιχάλη Τ. καλλιτέχνη επιπλοποιό και τον Πέτρο Λ. εκτελωνιστή. Toύς συνέδεε βαθειά φιλία μιάς και ήτανε γειτονόπουλα και είχανε μοιραστεί τις  κακουχίες της κατοχής, μάλιστα με τον Πέτρο ήτανε και συμμαθητές, πέρα από τη φιλία όμως τους συνέδεαν και τρία κοινά πάθη : το ψάρεμα, ο φιλοτελισμός και η αστρονομία….

΄Ενθερμος φιλοτελιστής ήτανε κυρίως ο πατέρας μου και ο΄Ομηρος που αφιερώνανε πολλές ώρες στη μελέτη σχετικών βιβλίων και τις συλλογές τους, όμως όλως παραδόξως, η αστρονομία τους είχε συναρπάσει όλους από τα νεανικά τους χρόνια, λόγω της φιλίας τους με τον Αστροφυσικό κ. Μαρίνο Λ. που τους μύησε στα μυστήρια το σύμπαντος και τη γνώση των νεφελωμάτων, των γαλαξιών, των αστερισμών, τις κινήσεις των πλανητών, είχανε μάλιστα μαγευτεί τόσο πολύ, που  πολύ συχνά κάνανε επισκέψεις στο αστεροσκοπείο της Πεντέλης , ο Πέτρος μάλιστα είχε αγοράσει κι ένα ακριβό τηλεσκόπιο, παρ΄όλα αυτά, το ψάρεμα,  παρέμενε αγαπημένο χόμπυ και των τεσσάρων, οπότε τα περισσότερα σαββατοκύριακα και τις αργίες όλο και κάτι είχανε κανονισμένο οι τέσσερις φίλοι.

 Ο ΄Ομηρος,  που ζούσε μόνος,  σχεδόν κάθε Κυριακή μεσημέρι,  ερχότανε στο σπίτι μας, καλεσμένος για φαγητό. Απολάμβανε σαν μέλος της οικογένειας το Κυριακάτικο γεύμα, συνήθως μοσχαράκι κοκκινιστό με κολοκυθάκια ή μελιτζάνες, το αγαπημένο φαγητό του μπαμπά, εναλλακτικά η μαμά έφτιαχνε τα δικά μας αγαπημένα, κοτόπουλο  ή ρολλό κιμά με πατάτες στο φούρνο, παστίτσιο και αρκετά συχνά μπακαλιάρο κροκέττες, σκορδαλιά και πατζάρια σαλάτα ή  κατσικάκι γιουβέτσι  τα αγαπημένα του «θείου» ΄Ομηρου. Εμείς τον αποκαλούσαμε «θείο» κι εκείνος  μας είχε ιδιαίτερη αδυναμία και μας θεωρούσε ανηψούδια του, κάθε φορά που ερχότανε,  μας κουβαλούσε του κόσμου τα καλούδια προφανώς για να εξιλεωθεί απέναντί μας, γιατί μετά το φαγητό, θα αφιέρωναν ώρες  μαζί με τον πατέρα μου, στα αγαπημένα τους γραμματόσημα, το απόγευμα πάντως πηγαίναμε όλοι μαζί στο Ζαχαροπλαστείο της πλατείας όπου ό «θείος» ΄Ομηρος κέρναγε γλυκό ή παγωτό, εκεί συνήθως ερχότανε και  ο Πέτρος, που από τότε που χήρεψε, ζούσε με την αδελφή του την Πολυξένη, μια καταπιεστική θεούσα που τον  καταδυνάστευε και τον τυραννούσε με τη διαρκή γκρίνια της και τις φανταστικές ασθένειές της καθώς και ο Μιχάλης , με τη γυναίκα του τη Ρία (Φανουρία), μία νταρντάνα, χωρατατζού και φωνακλού με χρυσή καρδιά, που εργαζότανε σε ένα εργοστάσιο παπουτσιών και το  αγοράκι τους,  τον Λάμπρο.

Συχνά όλοι μαζί βρισκόμασταν τα Σαββατόβραδα στο ταβερνάκι της γειτονιάς, όπου εγώ και η μικρότερη αδελφή μου, μάλλον βαριόμασταν και θεωρούσαμε αυτή την έξοδο αγγαρεία, παρά τις προσπάθειες του « θείου» ΄Ομηρου να μας διασκεδάσει με τα αστεία του και να μας γλυκάνει με τα λουκούμια, τις σοκολάτες και τα ζαχαρωτά που μας κουβαλούσε, ενώ συμπαθούσαμε ιδιαίτερα τον καλοκάγαθο ο Πέτρο  που  μας τροφοδοτούσε με   χρώματα,  μολύβια και άφθονα μπλόκ ζωγραφικής, κάθε φορά που τύχαινε να εκτελωνίσει ανάλογο φορτίο, δε μας χαλούσε χατήρι και μας αγόραζε, προς μεγάλη μου λύπη, σωρηδόν κούκλες και όλα τα κοριτσίστικα παιχνίδια που διέθεταν τα μαγαζιά της περιοχής.

Οφείλω να ομολογήσω ότι τρέφαμε ιδιαίτερη αντιπάθεια για τον μικρό Λάμπρο, τον οποίο θεωρούσαμε, όχι άδικα, ενοχλητικό και κακομαθημένο καθώς και για τη δεσποινίδα Πολυξένη, την αδελφή του Πέτρου, με το ξινισμένο ύφος και τον σφιχτό κότσο, που μας χάριζε εικονίτσες αγίων και μικρά φυλαχτά που αγόραζε από τα μοναστήρια που επισκεπτότανε τακτικότατα. Αντίθετα τα πηγαίναμε μία χαρά με τη φωνακλού κυρία Ρία, η οποία μας έφτυνε και μας ξεμάτιαζε κάθε φορά που μας έβλεπε και μας έφερνε πανέμορφα  παπούτσια ολοχρονίς, μιάς και δεν είχε κόρες να βγάλει το απωθημένο της , μας κανάκευε και τρελαινότανε να μας χτενίζει, πράγμα που ομολογώ ότι δεν μου πολυάρεσε, αλλά το υπέμενα καρτερικά γιατί λάτρευα τα παπούτσια  ….

Οι τέσσερις φίλοι λοιπόν, αποφασίσανε κάποια στιγμή να αποκτήσουνε ιδιόκτητη βαρκούλα, παρά τις αντιρρήσεις της μάνας μου, της Ρίας και της Πολυξένης. Θυμάμαι τις  ατέλειωτες συζητήσεις, τις φωνές της Ρίας, τα επιχειρήματα της μάνας μου, την κλάψα της Πολυξένης που δε σταθήκανε ικανά να τους μεταπείσουνε, οπότε  οι  τέσσερις φίλοι αποφασισμένοι,  έχοντας και ατράνταχτη επιχειρηματολογία,  σε χρόνο ντε τέ αγοράσανε  ρεφενέ τη «ΜΑΡΙΓΩ» μια ασπρογάλαζη ξεφτισμένη βάρκα με μια ασπριδερή τέντα και μια μηχανή EVINRUDE, η οποία μετονομάστηκε πάραυτα σε «Οι 4 φίλοι». Καλαφατίστηκε, βάφτηκε  , απέκτησε αρ. νηολογίου και όλα τα επίσημα έγγραφα και πήρε καμαρωτή τη θέση της στον λιμενίσκο των ερασιτεχνών ψαράδων στον ΄Αλιμο.

Πανευτυχείς οι 4 φίλοι αφιέρωναν πλέον τα Κυριακάτικα πρωϊνά  τους στο αγαπημένο τους σπόρ, και η μάνα μου, μαζί με εμάς, τη Ρία και τον ενοχλητικό Λάμπρο, περνάγαμε τα δικά μας Κυριακάτικα  πρωϊνά, στην παιδική χαρά του Ζαππείου και το βραδάκι καθόμασταν για γλυκό στο Ζαχαροπλαστείο της γειτονιάς  ή  τα καλοκαίρια, σε ένα από τα κοντινά μας θερινά Σινεμά, ΠΡΩΤΕΑ, ΘΗΣΕΙΟΝ, ΣΙΝΕ ΠΑΡΙ , ΕΡΕΧΘΕΙΟΝ.  Η Πολυξένη σπανίως ακολουθούσε, προς ανακούφιση όλων, γιατί ζαλιζότανε από τις φωνές μας… και κυρίως από τις στεντόριες κραυγές της Ρίας «Λάμπροοοοοο πάλι λερώθηκες !!!», « Λάμπροοοοοο θα πέσεις !!!» «Λάμπροοοο τελευταία φορά που ερχόμαστε»!!!. Εμείς  όταν βαριόμασταν τις κούνιες, βρίσκαμε εύκολα παρέα και με άλλα κοριτσόπουλα,  παίζαμε ξέφρενα κουτσό, τα μήλα και τη μπερλίνα, ενώ ο μικρός Λάμπρος ευρισκόμενος μόνιμα εκτός παιχνιδιού,  έτρεχε ξοπίσω μας μιξοκλαίγοντας με ματωμένα γόνατα, παραγκωνισμένος και μουτρωμένος.

Θυμάμαι τη φορά  και  ο πατέρας μου αποφάσισε να με πάρει μαζί στο ψάρεμα, ήτανε μια Κυριακή του Ιουνίου, η αδελφή μου ζαλιζότανε γενικώς σε αυτοκίνητα και βάρκες οπότε δεν υπήρχε περίπτωση να ζηλέψει, ζήλεψε όμως ο Λάμπρος και  ο Μιχάλης, έχοντας τρελή αδυναμία στο μοναχογιό του αποφάσισε να τον πάρει μαζί . Πρέπει να  ήμουνα γύρω στα έντεκα και τόσο ενθουσιασμένη, που αποφάσισα να αγνοήσω την παρουσία του μικρού πεντάχρονου, παρ΄όλο που κάτι μέσα μου με προειδοποιούσε ότι ο μικρός θα δημιουργούσε πρόβλημα .
Επιβιβαστήκαμε αξημέρωτα σχεδόν στη βάρκα, ο πατέρας μου στην πρύμνη, στο τιμόνι, οι άλλοι τρείς  εναλλάξ στα κουπιά, είχανε βάλει στοίχημα ότι θα ξανοίγονταν στο Σαρωνικό κωπηλατώντας και βαλθήκανε να επιδείξουνε ,τις ανύπαρκτες στην ουσία ικανότητές τους, τραγουδώντας μάλιστα ….  « Η τράτα μας η κουρελού, η χιλιομπαλωμένη….», βέβαια κουραστήκανε γρήγορα και μπήκε μπροστά η μηχανή έως ότου φθάσουμε στον επιλεγμένο ψαρότοπο.  Φορούσα ένα ψάθινο καπέλο , σορτσάκι  κι ένα μακό βαμβακερό μπλουζάκι από πάνω, ο μπαμπάς μου με είχε μάθει να δολώνω γαριδούλα στα αγκίστρια και μου είχε φτιάξει μία ολόδική μου καθετή , ανυπομονούσα να πιάσω ψάρια….

Δόλωνα και έριχνα την πετονιά μου, μόλις αισθανόμουνα το τσίμπημα, τραβούσα με δύναμη και…..να ένας σπάρος να σπαρταράει ….ο μπαμπάς ξεδόλωνε γιατί το λυπόμουνα το ψαράκι και αν ήτανε πολύ μικρό, το ξαναρίχναμε στο νερό να μεγαλώσει για να το ξαναπιάσουμε, αν ήτανε μεγαλούτσικο έμπαινε στο καλάθι για να το πάμε στο σπίτι να γίνει τηγανητό ή  μπουγιαμπέσσα.
Δεν ξέρω αν ισχύει αυτό που λένε για την τύχη του πρωτάρη, αλλά κάθε φορά που έριχνα την πετονιά μου, όλο και κάποιο ψαράκι πιανότανε στ΄αγκίστρι μου, άντε  ένας χάνος, μετά μία μένουλα, ένα χριστόψαρο, δύο σαφρίδια κι άλλος σπάρος, …. ο πατέρας μου έβγαλε δύο μεγαλούτσικα λιθρινάκια , κάμποσους  σπάρους, τρία μπαλαδάκια, ένα σαργουδάκι, ένα μελανούρι, οι άλλοι ψιλοπράγματα, δυό τρείς γοβιούς, ένα καπόνι, μερικούς γύλους, πέντε-έξι φρίσσες, μία στείρα, δύο σπαράκια, ένα χάνο, είχανε τρελαθεί…..

Αλλάξαμε θέσεις στη βάρκα, πήγαμε πιο βαθιά στο Σαρωνικό, πιο αριστερά, πιο νότια, τέλος πάντων περνούσε η ώρα, ο μικρός άρχισε τη γκρίνια, ο θείος ΄Ομηρος τον τάιζε ζαχαρωτά και σοκολάτες, σε λίγο ήθελε πιπί, μετά έβαλε τα κλάματα και γύρευε τη μάνα του, ο Πέτρος του έδινε να κρατάει τη μισενέζα, τάχα μου πως ψαρεύει  κι εκεί που ο πατέρας του επιτέλους, έπιασε μια μεγαλούτσικη σάλπα, ο μικρός άρχισε να ξερνοβολάει. Αφήσανε όλοι τις καθετές και σπεύσανε σε βοήθεια, του αλλάξανε ρούχα και τον ξαπλώσανε στη σκιά κάτω από την τέντα, ο πατέρας του όλο νεύρα μουρμούριζε μέσα από τα δόντια του, ο Πέτρος και ο Όμηρος προσπαθήσανε να τον απασχολήσουνε κρατώντας τον καθισμένο  στην κουπαστή, να παρακολουθεί το ταξείδι στο νερό του πλαστικού πολύχρωμου  καραβιού  που του είχε χαρίσει ο Πέτρος…κρατώντας  σφιχτά το σπάγκο που ήτανε δεμένο.  Εκείνη ακριβώς τη στιγμή , ένοιωσα ένα δυνατό τράβηγμα στην πετονιά μου και άρχισα να την τραβάω με δύναμη :  « Το έπιασα, το έπιασα και είναι μεγάλο !!!» φώναξα όλο ενθουσιασμό,  όλοι στραφήκανε προς το μέρος μου, να δούνε το ψάρι που ανέβαζα με θαυμαστή επιδεξιότητα, μία μουρμούρα γύρω στα 600 γραμμάρια όπως είπε ο μπαμπάς, στην προσπάθειά μου όμως να τραβήξω τη μισινέζα, προκάλεσα ένα απότομο κούνημα της βάρκας που έκανε το Λάμπρο να χάσει την ισορροπία του, να ξεγλιστρήσει  από τα χέρια του Πέτρου  και μπλούμ........ να βρεθεί στη θάλασσα…!!!
Πρώτος έπεσε ο πατέρας μου με τα ρούχα στο νερό, ήτανε δεινός κολυμβητής , αμέσως μετά  έπεσε ο Πέτρος για να συνδράμει στο σωστικό έργο και σχεδόν ταυτόχρονα ο πατέρας του μικρού, ο Μιχάλης , που πάνω στη σαστιμάρα του μπερδεύτηκε με την καθετή του και του μπήκανε τ΄ αγκίστρια στα χέρια.
 Εγώ έμεινα να κοιτάζω την τροφαντή μουρμούρα να σπαρταράει στο πάτωμα της βάρκας με το αγκίστρι ακόμα καρφωμένο στο στόμα της και ο «θείος» ΄ Ομηρος έπιασε τα κουπιά για να μην παρασυρθεί η βάρκα από το κύμα.
Τελικά τον Λάμπρο τον άρπαξε ο πατέρας μου, πριν βρεθεί στο βυθό και με τη βοήθεια των υπολοίπων τον ανεβάσανε στη βάρκα, τον ξαπλώσανε και τον γυρίσανε ανάποδα να βγεί το νερό που είχε καταπιεί και αφού συνήλθε και πήγε η καρδιά όλων στη θέση της, αποφασίστηκε ότι το ψάρεμα είχε λάβει τέλος και πήραμε το δρόμο της επιστροφής.

΄Ολοι αμίλητοι, ο μικρός αποκαμωμένος είχε αποκοιμηθεί στην αγκαλιά του σοκαρισμένου πατέρα του, που σκεφτότανε πως θα τα έβγαζε πέρα με τη  Ρία, οι υπόλοιποι  αποφασίσανε να στήσουνε μία αυτοσχέδια συνωμοσία σχετική με το περιστατικό  , εμένα ο μπαμπάς απλά με κοίταξε και έφερε το δάχτυλο στα χείλη του, δεν χρειαζότανε τίποτα περισσότερο, μπήκα αμέσως στο νόημα, η εχεμύθεια άλλωστε ήτανε κληρονομικό μου χάρισμα, βασικά συμφωνήσανε να ισχυριστούνε ότι ένα μεγάααααλο κύμα μας περιέλουσε και αφού είχαμε γίνει μούσκεμα, μας είχε πυρπολήσει και ο ήλιος, πέσαμε όλοι στη θάλασσα με τα ρούχα για να….δροσιστούμε…   ο μικρός τώρα αν έλεγε κάτι διαφορετικό,  κάπως θα διασκεδαζότανε το πράγμα αφού όλοι οι συνομώτες είχανε συμφωνήσει,σε μια παρατραβηγμένη αλλά αλληθοφανή ιστορία.   Ο Πέτρος και ο ΄Ομηρος ρίξανε τα λιγοστά ψαράκια που είχανε πιάσει στο καλάθι του Μιχάλη και ο πατέρας μου με τη σειρά του συνεισέφερε με τα τρία μπαλαδάκια και δύο μεγαλούτσικους σπάρους και τέλος εγώ, μάλλον απρόθυμα, παραχώρησα το χριστόψαρο και δύο χάνους από την ψαριά μου, ώστε να φθάσει στο τηγάνι της Ρίας μία αξιοπρεπής ψαριά.
Τέλος πάντων ο μικρός , κάτι μπερδεμένα διηγήθηκε στη μάνα του, η οποία δεν έβγαλε άκρη, ρώτησε και τον άντρα της και της είπε αυτά που είχε συνεννοηθεί με τους υπόλοιπους και ούτε γάτα ούτε ζημιά κι εγώ, εννοείται, μιλιά δεν έβγαλα για την περιπέτειά μας,  μόνο δήλωσα με ειλικρίνεια, ότι παρά τη ρέντα μου στο ψάρεμα, δεν ήθελα να ξαναπάω, γιατί με έκαψε ο ήλιος, αυτό ήτανε αλήθεια, παρά το καπέλο και τη nivea που με είχε αλείψει ο μπαμπάς, αλλά  κυρίως γιατί βαρέθηκα.
Η ιστορία πάντως με τη βάρκα δεν τράβηξε πολύ, γιατί μία Κυριακή, τέλη  Οκτωβρίου ήτανε νομίζω, που είχανε βγεί για ψάρεμα οι 4 φίλοι κι ενώ βρισκόντουσαν κοντά στις Φλέβες γύρισε ξαφνικά ο καιρός, έπιασε μπουρίνι δυνατό και καταρρακτώδης βροχή. Η μηχανή έσβησε και παρά τις προσπάθειές τους, στάθηκε αδύνατον να ξαναπάρει μπροστά.  Κωπηλατούσανε σαν τρελοί αλλά το νερό έπεφτε με το τουλούμι, μαυρίλα, δεν ξέρανε πιά που πηγαίνανε στεριά και πέλαγος είχανε γίνει ένα, ξαφνικά χάσανε το ένα κουπί, σε λίγο και το δεύτερο, η βαρκούλα γέμιζε νερό και παράδερνε ακυβέρνητη, ο πατέρας μου ήτανε ο μόνος που κρατούσε την ψυχραιμία του, οι άλλοι είχανε κλ@σει μέντες, όπως ομολόγησαν οι ίδιοι αργότερα, σταυροκοπιόντουσαν και τάζανε στον ΄Αγιο Νικόλαο , ο πατέρας μου τους συμβούλεψε  να μη σταματάνε  να προσπαθούνε ν΄αδειάζουνε τα νερά και παράλληλα να κάνουνε σήματα με τους φακούς και ω! του θαύματος, μετά από κάμποσες ώρες αγωνίας και απόγνωσης, τους είδανε από ένα φορτηγό που πορευότανε για το λιμάνι του Πειραιά.
Τους ανασύρανε μαζί με τη βάρκα, τους δώσανε στεγνά ρούχα, τσάϊ και κονιάκ και τους αποβιβάσανε σώους στον Πειραιά. Τη βάρκα δεν θέλησε ο καπετάνιος να την κατασχέσει, παρ΄όλο που αυτό προβλέπεται από το ναυτικό δίκαιο .
Εν τω μεταξύ όσο η ώρα περνούσε και βράδιαζε η μάνα μου είχε χάσει την υπομονή και την ψυχραιμία της και είχε πιάσει τα τηλέφωνα, μετά από λίγο, θυμάμαι ήρθε στο σπίτι μας η Πολυξένη, που έκλαιγε και δερνότανε: « Τον έχασα τον αδελφό μου !!! Το στήριγμά μου !!!!» « ΄Αγιε Νικόλα μου στη χάρη σου θ΄ανάψω δέκα  λαμπάδες στο μπόϊ μου» , « Παναγία μου θαλασσινή, κάνε το θαύμα σου» Σχεδόν ταυτόχρονα κατέφθασε και η Ρία, αναμαλλιασμένη και έξαλλη , σέρνοντας το Λάμπρο από το χέρι που έκλαιγε γοερά. Ξεφώνιζε και  απειλούσε «Μόνο να είσαι ζωντανός Μιχάλη και θα σε πνίξω με τα ίδια μου τα χέρια» , « Αλοίμονό σου κακομοίρη, τέτοια λαχτάρα που περνώ», «Πανάθεμά σε Μιχάλη εσένα και τα ψαρέματά σου»

Η μάνα μου  τις παρηγορούσε και προσπαθούσε δείχνει ψύχραιμη, τέλος πάντων ξενυχτήσανε στο σπίτι μας, το πρωϊ που ξυπνήσαμε, είδαμε τη Ρία κουλουριασμένη στον καναπέ μας με το μικρό Λάμπρο δίπλα της, η Πολυξένη είχε πάει  από τις 5  στην εκκλησία, η μαμά, μας ετοίμασε χλωμή και φανερά καταβεβλημένη για το σχολείο, μας ενημέρωσε ότι ο μπαμπάς και οι φίλοι του δεν είχανε επιστρέψει, αλλά ήτανε σίγουρη ότι θα γυρίζανε από στιγμή σε στιγμή και πράγματι, κάποια στιγμή πριν το μεσημέρι επιστρέψανε οι τέσσερις ναυαγοί, ξενυχτισμένοι, καταταλαιπωρημένοι αλλά σώοι !!!
Η μάνα μου, μάθαμε αργότερα, δεν είπε κουβέντα, άλλωστε ποτέ δεν είχαμε αντιληφθεί τους γονείς μας να καυγαδίζουνε ή να διαπληκτίζονται, έθεσε όμως όρο, το ψάρεμα με τη βάρκα, τέλος ! Η Πολυξένη έδωσε ρεσιτάλ γκρίνιας, προσευχών και επικλήσεων, ώστε ο  Πέτρος  δεν άντεξε κι έφθασε στο σημείο να την απειλήσει ότι θα πάει να νοικιάσει μία γκαρσονιέρα και να μείνει μόνος.
Η Ρία…. άστραψε και βρόντησε, τους άκουσε όλη η γειτονιά, φωνές, γδούποι,  πιατικά που σπάζανε,  κάποιοι είπανε ότι είχε ετοιμάσει μια βαλίτσα και απειλούσε να φύγει με το παιδί….
Τέλος πάντων, η βαρκούλα «Οι 4 φίλοι» ξεχειμώνιασε μόνη κι έρημη στο λιμανάκι του Αλίμου, ώσπου ένα γερό μπουγάζι την έριξε πάνω στο λιμενοβραχίονα και την σμπαράλιασε, οι τέσσερις φίλοι όμως, αφού περάσανε κάμποσοι μήνες και η μνήμη της περιπέτειάς τους ξέφτισε, ξεκινήσανε και πάλι
τις Κυριακάτικες αποδράσεις για ψάρεμα μαζί με πολλούς άλλους ερασιτέχνες ψαράδες,  νοικιάζοντας από τον Πειραιά ένα μεγάλο καϊκι, γι΄αυτό το σκοπό….
Τα χρόνια περνούσαν, ο Πέτρος και η Πολυξένη αδύναμοι και άρρωστοι κατέληξαν στο γηροκομείο, οι γονείς μου τους επισκεπτόντουσαν πολύ συχνά, ο «θείος» ΄ Ομηρος, πέθανε ξαφνικά από καρδιά μέσα στο μαγαζί του, άφησε την περιουσία του σ΄ένα μοναστήρι κοντά στο χωριό του, στον πατέρα μου άφησε τη συλλογή του με τα γραμματόσημα κι ένα ελβετικό ρολόϊ κούκο, στη μάνα μου άφησε το μικρό διαμαντένιο σταυρό της μάνας του κι ένα χρυσό βραχιόλι με μικροσκοπικά ρουμπίνια και σμαράγδια, σ΄ εμένα, την αδελφή μου και το Λάμπρο άφησε από ένα ονομαστικό βιβλιάριο με 30.000 Δρχ. για τις σπουδές μας, στη Ρία άφησε 10 χρυσές βέργες( βραχιόλια) και στο Μιχάλη ένα χρυσό δαχτυλίδι σεβαλιέ. και το ρολόϊ του, ένα χρονογράφο OMEGA.
Η Ρία και ο Μιχάλης μετακομίσανε στη Χαλκίδα, όπου η Ρία άνοιξε κατάστημα με παπούτσια  και δεν έπαψε να μας χαρίζει υπέροχες γόβες, σανδάλια και μοκασσίνια, ο Μιχάλης εργάστηκε σαν Προϊστάμενος παραγωγής στη NEOSET,
και μας χάρισε τα έπιπλα του νεανικού μας δωματίου, κρεβάτια, γραφεία, βιβλιοθήκες, ο Λάμπρος πήγε στο Λίβερπουλ, σπούδασε Ναυπηγός, παντρεύτηκε μία σκωτσέζα και ζεί εκεί με τα δύο του αγοράκια, τα περασμένα Χριστούγεννα έστειλε στους γονείς του μία κάρτα με τα παιδιά και τη γυναίκα του σε ένα πανέμορφο ιστιοφόρο …..το έχει ονομάσει «Οι 4 εμείς»
Ο μακαρίτης πατέρας μου  πάντα διηγείτο γλαφυρά και πολύ παραστατικά την περιπέτεια με τη βάρκα και το ναυάγιο στο Σαρωνικό, χωρίς να παραλείπει να προσθέτει με χιούμορ, ότι άν δεν τους είχε ανελκύσει το φορτηγό, μπορεί να ναυαγούσανε …στην Αίγυπτο ή σε καμιά βραχονησίδα στο Αιγαίο, αποκλείοντας εντελώς την πιθανότητα να πνιγούνε, μάλιστα, δεν παρέλειπε να δείξει  την πρώτη και μοναδική φωτογραφία όπου οι 4 φίλοι ποζάρανε χαμογελαστοί και πανευτυχείς μπροστά στη φρεσκοβαμμένη βάρκα τους !!!

Η μάνα μου πιστεύει μέχρι σήμερα, ότι τους έσωσε η θεία Πρόνοια και η ψυχραιμία του πατέρα μου  , εγώ και η αδελφή μου πιστεύουμε ακόμη ότι μπορεί να ναυαγούσανε σε ένα ερημονήσι σαν τον Ροβινσώνα Κρούσσο  και ίσως να ανακαλύπτανε  κι έναν κρυμμένο θησαυρό…αυτή την εκδοχή διαδίδαμε με καμάρι  για χρόνια στους φίλους και συμμαθητές μας, η συχωρεμένη η Πολυξένη πίστευε ότι σωθήκανε χάρη στο τάξιμό της στον ΄Αη Νικόλα και την Παναγία τη θαλασσινή, τέλος η Ρία ήτανε βέβαιη ότι σωθήκανε γιατί δεν ήτανε γραφτό της να χηρέψει τόσο νέα....