Δευτέρα 2 Φεβρουαρίου 2026

Ο ΦΩΤΑΓΩΓΟΣ !


 

H πιο ζωηρή ανάμνησή μας από το διαμέρισμα που ζήσαμε τα πρώτα χρόνια της ζωής μας, είναι εκείνος ο μεγάλος φωταγωγός, σαν χωνί φωνόγραφου , που δυνάμωνε τους καθημερινούς θορύβους, τις κουβέντες και τις μυρωδιές , τις στροβίλιζε και τις έστελνε σχεδόν ατόφιες στα αυτιά και τη μύτη όλων των ενοίκων.
Από τον πρώτο όροφο, που ζούσαν δυό φοιτήτριες, μας έρχονταν τα ακούσματα των Μπήτλς και των Ρόλλινγκ στόουνς, από τον δεύτερο , ανέβαινε καθημερινά η ευωδιά του θυμιάματος, από το λιβανιστήρι της κυρά Μοσχούλας , από τον τρίτο, η στεντόρεια φωνή της κυρά Καλλιρρόης: «Θεόδωρεεεεεεεεεε, πάλι γεμάτο ξανθές τρίχες το σακκάκι σουυυυυυυ!!!!»


Από τον τέταρτο αναδύονταν οι θεσπέσιες μυρωδιές της κουζίνας της Κατίνας και της Ευθυμίας, δύο αδελφών που δεν μοιάζανε καθόλου ούτε στην όψη, ούτε στο χαρακτήρα, μας χάριζαν όμως από κοινού, αθέλητα βεβαίως, όλες τις λεπτομέρειες της καθημερινότητάς τους.
- Κατίνα πήγαινε να σκουπιστείς, πάλι πασαλείφτηκες με το κραγιόν, τι το θέλεις το ρημάδι…βάλε και στρωτά παπούτσια, μην γκρεμοτσακιστείς κι έχουμε άλλα…..Όλα τα ΄χει η Μαριωρή , ο φερετζές της λείπει…
- Πάψε τη γκρίνια βρε ατσούμπαλη, που γυρνάς όλη μέρα με τη ρόμπα και την ποδιά της κουζίνας ….!!!


Η Κατίνα κοντούλα και αφρατούλα, παρά την ηλικία της, όταν έβγαινε, φορούσε απαραιτήτως κραγιόν και ήταν πάντοτε περιποιημένη, η Ευθυμία πάλι, ψηλή και άχαρη, δεν νοιαζόταν για καλλωπισμούς, ήταν φωνακλού και χωρατατζού και οι δύο όμως ήταν αξεπέραστες μαγείρισσες και από την κουζίνα τους ξεχυνόντουσαν οι πιο απίστευτες μυρωδιές .... κουνέλι στιφάδο, αγγινάρες με αρνάκι αυγολέμονο, σουπιές κρασάτες, κροκέττες μπακαλιάρου και σκορδαλιά, γαύρος τηγανητός , σουτζουκάκια, χοιρινό με σέλινο, καλαμαράκια γεμιστά, ρεβύθια στο φούρνο με δενδρολίβανο, λαχανοντολμάδες…..


Μαγειρεύανε μαζί κοντράροντας διαρκώς η μία την άλλη:

«΄Ελα σώνει…πολύ αλάτι έβαλες, λύσσα θα γίνουν οι σουπιές» ,
«Καλά δεν βλέπεις τι ψωνίζεις, το σέλινο είναι για πέταμα….» « Βιάσου χριστιανή μου, ρίξε μου λίγο ζουμί, θα κόψει το αυγολέμονο»
«Βάλε κι άλλο κρεμμύδι, ο κεφτές για να γλυκάνει θέλει μπόλικο κρεμμύδι και μυρωδικά, μην το τσιγκουνεύεσαι καημένη….»
« Αμάν βρε Κατίνα, έλα στο τηγάνι , να πιάσω εγώ το γουδί που έχω πιο πολλή δύναμη»…. «Ευθυμία άσε , θα καθαρίσω εγώ τις αγκινάρες, εσύ δεν έχεις υπομονή , είσαι και τσαπατσούλα…»
"Τσαπατσούλα είναι η νύφη σου , η ανοικοκύρευτη»
«Τις είδαμε και τις δικές σου τις προκομμένες, ασιδέρωτα βάζουνε τ΄ασπρόρουχα στα συρτάρια»
« Κλείσε το καπάκι και σταμάτα τις δοκιμές, έσωσες όλο το ζουμί από το φρικασέ….» «Ευθυμίααααααααα!!! Τελείωσε ο καφές»
«Κατίνααααα!!! Πήρε φωτιά το Κορδελιόοοοο, που έχεις το νού σου…. το μαλεμπί κάηκε ……»

Χαιρόντουσαν να μαγειρεύουν και να προσφέρουν τα θεσπέσια εδέσματά τους, στις οικογένειες των παιδιών τους, που καθημερινά παραλάμβαναν ταψιά και κατσαρόλες γεμάτες σπιτικό φαγητό δίνοντας ταυτόχρονα τις σχετικές παραγγελίες για την επομένη ....
«Κανένα γεμιστό έχουμε καιρό να φάμε»…
« ο μικρός τις προάλλες γύρευε κρεατόσουπα» ,
«κόκκορα κρασάτο με χοντρό μακαρόνι, καιρό έχετε να φτιάξετε»…


αλλά κι εμείς είχαμε τα τυχερά μας, κάθε τόσο μας ανέβαζαν ένα γεμάτο πιάτο «για τη μυρωδιά» όπως λέγανε, φορτωμένο τυροπιτάκια, πιροσκύ, σπανακόπιτα, τηγανίτες. λουκουμάδες με μέλι και κανέλλα , μπουγάτσα….μελόπιτα .κι εκείνον τον θεϊκό χαλβά φούρνου, τον νησιώτικο όπως τον έλεγαν....


Η μάνα μου τις γιατροπόρευε όταν είχαν ανάγκη , τους μέτραγε την πίεση, έκανε κάτι ενέσεις γιά τους πόνους στα πόδια τους, τους έβαζε έμπλαστρα στην μέση κλπ....έτρεχε και στο ΙΚΑ με τα βιβλιάριά τους γιά φάρμακα, κι εκείνες γιά να ξεπληρώσουν αυτές τις εξυπηρετήσεις, μας έκαναν γενναιόδωρες προσφορές από τα εδέσματα που με φροντίδα και τέχνη μαγείρευαν καθημερινά....


Ο καλοφαγάς πατέρας μου, είχε να το λέει : "Πηχτή σαν της Κατίνας και γιουβέτσι σαν της Ευθυμίας, δεν έχω ξαναφάει " και γιά να μην πικράνει την μάνα μου , έσπευδε να προσθέσει "όμως εσύ είσαι άφθαστη στα ντολμαδάκια με το αμπελόφυλλο και τους ρεβυθοκεφτέδες "....


Τα πιάτα, ανεβοκατέβαιναν από το σπίτι μας στο δικό τους γιατί ήταν άγραφος νόμος, ποτέ να μην επιστρέφεται άδειο πιάτο και θυμάμαι την μάνα μου, πόσο την απασχολούσε με τι θα γέμιζε τα πιάτα που μας είχαν έρθει την προηγουμένη.....


Πολλές φορές, την λύση έδιναν τα κουτιά τα λουκούμια που μας προμήθευε ανελλιπώς ο θείος Μάρκος από την Σύρο και οι χαλβαδόπιτες που δεν ήταν στις προτιμήσεις μας, άρεσαν όμως πολύ στις δύο αδελφές, οπότε η μάνα μου επέστρεφε τα πιάτα ανακουφισμένη από την αξιοπρεπή της προσφορά....


Από το φωταγωγό ενημερωνόμασταν αναγκαστικά, γιά όλα τα δρώμενα και υπομέναμε το μαρτύριο των γαργαλιστικών οσμών που γινότανε πραγματικά αβάσταχτο , όταν η μάνα μας επέμενε να φάμε σπανακόρυζο ή φακές, ενώ από κάτω ερχότανε η θεία μοσκοβολιά των κεφτέδων που τσιτσιρίζανε στο τηγάνι…