Τρίτη, 31 Δεκεμβρίου 2019

Κάλαντα !!!




Τὰ Κάλαντα εἶναι ἔθιμο ποὺ διατηρεῖται ἀμείωτο ἀκόμα καὶ σήμερα μὲ τὰ παιδιὰ νὰ γυρνοῦν ἀπὸ σπίτι σὲ σπίτι σὲ ζεύγη ἢ καὶ περισσότερα καὶ νὰ τραγουδοῦν τὰ κάλαντα συνοδεύοντας τὸ τραγούδι τους μὲ τὸ τρίγωνο ἢ ἀκόμα καὶ κιθάρες, ἀκορντεόν, λύρες, ἢ φυσαρμόνικες. Τὰ παιδιὰ γυρνοῦν ἀπὸ σπίτι σὲ σπίτι, χτυποῦν τὴν πόρτα καὶ ρωτοῦν: «Νὰ τὰ ποῦμε;». Ἂν ἡ ἀπάντηση ἀπὸ τὸν νοικοκύρη ἢ τὴν νοικοκυρὰ εἶναι θετική, τότε τραγουδοῦν τὰ κάλαντα γιὰ μερικὰ λεπτὰ τελειώνοντας μὲ τὴν εὐχὴ «Καὶ τοῦ Χρόνου. Χρόνια Πολλά». Ὁ νοικοκύρης τὰ ἀνταμοίβει μὲ κάποιο χρηματικὸ ποσό, ἐνῶ παλιότερά τους πρόσφερε μελομακάρονα ἢ κουραμπιέδες. Κάλαντα λέγονται τὴν παραμονὴ τῶν Χριστουγέννων, τῆς Πρωτοχρονιᾶς καὶ τῶν Φώτων καὶ εἶναι διαφορετικὰ γιὰ κάθε γιορτή.

Ἡ λέξη κάλαντα προέρχεται ἀπὸ τὴ λατινικὴ «calenda», ποὺ σημαίνει ἀρχὴ τοῦ μήνα. Πιστεύεται ὅτι ἡ ἱστορία τους προχωρεῖ πολὺ βαθιὰ στὸ παρελθὸν καὶ συνδέεται μὲ τὴν Ἀρχαία Ἑλλάδα. Βρῆκαν, μάλιστα, ἀρχαία γραπτὰ κομμάτια παρόμοια μὲ τὰ σημερινὰ κάλαντα. 
 Η Ειρεσιώνη (από το είρος, έριον= μαλλί προβάτου) λοιπόν, ήταν ένα κλαδί ελιάς  στολισμένο με γιρλάντες από μαλλί λευκό και κόκκινο και τους πρώτους φθινοπωρινούς καρπούς (σύκα, καρύδια, αμύγδαλα, κάστανα, δημητριακά). Την εβδόμη ημέρα του μηνός Πυανεψιώνος (22 Σεπτεμβρίου – 20 Οκτωβρίου), παιδιά των οποίων και οι δύο γονείς ζούσαν ,περιέφεραν την Ειρεσιώνη στους δρόμους της πόλης των Αθηνών τραγουδώντας από σπίτι σε σπίτι, παίρνοντας το φιλοδώρημά τους από τον νοικοκύρη ή την κυρά και όταν έφθαναν στο σπίτι τους κρεμούσαν την Ειρεσιώνη πάνω από την εξώπορτά τους, όπου έμενε εκεί μέχρι την ιδία ημέρα του νέου έτους, οπότε, αφού τοποθετούσαν την νέα, κατέβαζαν την παλιά και την έκαιγαν. Άλλα παιδιά κρεμούσαν την Ειρεσιώνη πάνω από την θύρα του Ιερού του Απόλλωνα.
  Το έθιμο απηχούσε την ευχή των ανθρώπων για την ευφορία της γης, τις ευχαριστίες τους για την καρποφόρα χρονιά που πέρασε και τον εξευμενισμό των θεών για μια ακόμα πιο αποδοτική σε γεννήματα χρονιά, αυτή που ερχόταν. Η γονιμότητα της γης ήταν, αυτονοήτως, πολύ σημαντική για την επιβίωση των πληθυσμών και την ευζωία τους. Το τραγουδάκι που διασώζει ο Πλούταρχος («Βίοι Παράλληλοι, Θησεύς 22») είναι χαρακτηριστικό:
«Ειρεσιώνη σύκα φέρει και πίονας άρτους
και μέλι εν κοτύλη και έλαιον αναψήσασθαι
και κύλικ’ εύζωρον, ως αν μεθύουσα καθεύδη»
δηλαδή: «Η Ειρεσιώνη σου φέρνει σύκα και αφράτα ψωμιά
και μέλι μέσα στο ποτήρι και λάδι για να ψήσεις
και μπουκάλι γεμάτο για να μεθύσεις και να κοιμηθείς γλυκά»  (απόδοση: Ανδρέα Πουρναρά)
 Ο Όμηρος έψαλλε κάποτε κάλαντα “παραχειμάζων εν Σάμω και προσπορευόμενος προς τας οικίας των επιφανεστάτων”.
Το τραγούδι τῆς Εἰρεσιώνης τῆς ἐποχῆς τοῦ Ὁμήρου, τὸ ἀπαντᾶμε σήμερα μὲ μικρὲς παραλλαγὲς στὰ κάλαντα τῆς Θράκης:

«Στο σπίτι ἐτοῦτο ποὔρθαμε τοῦ πλουσιονοικοκύρη
ν᾿ ἀνοίξουνε οἱ πόρτες του νὰ μπεῖ ὁ πλοῦτος μέσα
νὰ μπεῖ ὁ πλοῦτος κι ἡ χαρὰ κι ἡ ποθητὴ εἰρήνη
καὶ νὰ γεμίσουν τὰ σταμνιὰ μέλι, κρασὶ καὶ λάδι
κι ἡ σκάφη τοῦ ζυμώματος μὲ φουσκωτὸ ζυμάρι».

Γενικά αγαπώ πολύ τα κάλαντα όμως αυτά που ξεχωρίζω είναι της Κάτω Ιταλίας

Παραδοσιακὰ κάλαντα στὴν ἑλληνόφωνη διάλεκτο τῆς κάτω Ἰταλίας. παραπομπή: www.greciasalentina.org     https://youtu.be/lLgDyXzja9sΑstrina

Arte pu ettasa ettu sti massaria
ivloo tin porta ce to limbitari
ivloo ti mmana c' ola ta pedia
apoi to ciuri pu ene o generali.

Apoi' vo vloo ce to merciali
ti ccazza, ti skutedda, to rotuli
ce tis varti, varti merci na cai
irtame na tis kanome allegria.

Oria pune ta spiddia fabricata
Orrie tes porte mola ta klidia
Ka i patruna pu ne mia fata
Irtame na tis kanome allegria.

Irtame na sas ferme tin astrina
coriliana pu ti mate se tolo
e na mas doki presto ma to prima
irtame na sas ferme tin astrina.

 Ἀστέρι
Μόλις ποὺ φτάνω σ᾿ αὐτὸ τὸ σπίτι
εὐλογῶ τὴν πόρτα καὶ τὸ κατώφλι
εὐλογῶ τὴ μάνα καὶ ὅλα τὰ παιδία
καὶ τὸν κύρη ποὺ εἶναι ὁ ἀρχηγός.

Ἀκόμη εὐλογῶ καὶ τὸ τσουκάλι
τὴ χύτρα, τὴν κουτάλα, τὸν τρίφτη,
ποὺ ἐκεῖ γίνεται τὸ τυρί, νά γιατί
ἤρθαμε νὰ σᾶς φέρουμε τὴ χαρά.

Ὡραῖα πού ῾ναι τὰ σπίτια φτιαγμένα
ὡραῖες οἱ πόρτες μ᾿ ὅλα τὰ κλειδία
καὶ ἡ κυρὰ πού ῾ναι μία νεράιδα
ἤρθαμε νὰ τῆς φέρουμε τὴ χαρά.

Ἤρθαμε νὰ σᾶς φέρουμε τὸ ἀστέρι
ἀπὸ τὸ Κοριλιάνο
καὶ νὰ μᾶς δώσετε γρήγορα μπουναμᾶ
Ἤρθαμε νὰ σᾶς φέρουμε τὸ ἀστέρι.


Κάλαντα Πρωτοχρονιᾶς Μακεδονίας
Ἦρθε πάλι νέο ἔτος εἰς τὴν πρώτη του μηνός,
ἦρθα νὰ σᾶς χαιρετήσω, δοῦλος σας ὁ ταπεινός.

Ὁ Βασίλειος ὁ Μέγας, ἱεράρχης θαυμαστός,
εἰς τὴν οἰκογένειά σας νἄναι πάντα βοηθός.

Τὰ παιδιὰ εἰς τὸ σχολεῖο νὰ πηγαίνουνε συχνά,
νὰ μαθαίνουνε τὸ βίο, τῆς πατρίδας τὰ ἱερά.

Καὶ γιὰ τοὺς ξενιτεμένους ἔχω νὰ σᾶς πῶ πολλά,
σᾶς ἀφήνω «καληνύχτα», καὶ τοῦ χρόνου μὲ ὑγειά.

Κάλαντα Πρωτοχρονιᾶς Δυτικῆς Μακεδονίας
Ἅγιος Βασίλης ἔρχεται, Γενάρης ξημερώνει,
σὰ φέτος καὶ τοῦ χρόνου.

Ἐδῶ σὲ τούτην τὴν αὐλή, στὸ μαρμαροστρωμένο,
ἐδῶ ῾χουν χίλια πρόβατα καὶ δυὸ χιλιάδες γίδια.

Σὰν τὰ μυρμήγκια περπατοῦν, σὰν τὰ μελίσσια πᾶνε,
μὲ τὴ φλογέρα τὰ λαλοῦν, μὲ τ᾿ν ἀντρειὰ τὰ διώχνουν.

Χρόνια πολλά, καλὴ χρονιὰ στὸ σπίτι σας.

Παραδοσιακὰ πρωτοχρονιάτικα παινέματα Χίου

Καλησπερίζω φέρνοντας ἀγέρα μυρωμένο
ἀπ᾿ τ᾿ ἀφρισμένα κύματα χιλιοτραγουδισμένο.

Σ᾿ αὐτὸ τὸ σπίτι πού ῾ρθαμε πέτρα νὰ μὴ ραγίσῃ
κι ὁ νοικοκύρης τοῦ σπιτιοῦ χρόνια πολλὰ νὰ ζήσῃ.

Ἅγιε μου Βασιλάκη μου καὶ Ἅγιε μου Νικόλα,
προστάτευε τοὺς ναυτικοὺς τὴν ὥρα τοῦ κυκλῶνα.

Χρόνια πολλά, νά ῾στε καλὰ κι ἐσεῖς καὶ οἱ δικοί σας,
νὰ ῾ρθοῦνε τὰ ξενάκια σας κι ὅλοι οἱ ναυτικοί σας.

Σὲ ὅλους σας εὐχόμαστε ἀγάπη, εἰρήνη, ὑγεία,
καλὴ καρδιά, χαμόγελο καὶ Θεία εὐλογία.

Ἀρχιμηνιὰ κι ἀρχιχρονιά, ψιλή μου δεντρολιβανιά,
κι ἀρχὴ κι ἀρχὴ τοῦ Γεναρίου τοῦ μεγά- του μεγάλου Βασιλείου.

Βασίλη μ᾿ ἀπὸ ποῦ ῾ρχεσαι, κι ἀπὸ κι ἀπὸ ποῦ κατεβαίνεις
καὶ βαστᾶς, καὶ βαστᾶς ρόδα καὶ ραίνεις.

Κάτσε νὰ φᾷς, κάτσε νὰ πιῇς, κάτσε τὸν πόνο σου νὰ πῇς·
κάτσε, κάτσε νὰ τραγουδήσῃς καὶ νὰ μᾶς καλῶς ὁρίσῃς.

Κι ἔβγα, κι ἔβγα νὰ μᾶς κεράσῃς,
ποὺ νὰ ζῇς, ποὺ νὰ ζῇς καὶ νὰ γεράσῃς.
Καὶ τοῦ χρόνου!

Κάλαντα Πρωτοχρονιᾶς Ἰκαρίας

Ἀρχιμηνιὰ κι ἀρχιχρονιά, ψηλή μου δεντρολιβανιά·
κι ἀρχὴ καλός μας χρόνος, ἐκκλησιὰ μὲ τ᾿ ἅγιος θρόνος.
Ἅγιος Βασίλης ἔρχεται ἀπὸ τὸν κάβο Πάπα,
βαστάει καὶ στὴν πλάτη του μία μαλλιαρὴ θυλάκα,
νὰ βάλει μέσα τὰ ψωμιά, τὶς τηγανίτες, τὰ λεφτά.
-Ἐσένα, ἀφέντη, πρέπει σου καρέκλα καρυδένια,
γιὰ ν᾿ ἀκουμπᾷς τὴ μέση σου τὴ μαργαριταρένια.
-Καὶ πάλι ξαναπρέπει σου, βάλε στραβὰ τὸ φέσι σου
καὶ δίπλα τὸ βρακί σου, γιὰ νὰ σκάσουν οἱ ἐχθροί σου.
-Πολλά ῾παμε τ᾿ ἀφέντη μας ἂς ποῦμε τῆς κυρᾶς μας.
-Κυρὰ ψηλή, κυρὰ λιγνή, κυρὰ τἀπανοφρύδα
ποὺ ἔχεις τὸν ἥλιο πρόσωπο καὶ τὸ φεγγάρι στῆθος,
καὶ τοῦ κοράκου τὰ φτερὰ τἄχεις τἀπανοφρύδια
ποὺ ὅταν λουστεῖς καὶ χτενιστεῖς καὶ πᾷς στὴν ἐκκλησιά σου
ἡ στράτα ρόδα γέμισε ἀπ᾿ τὴν περπατησιά σου.
-Πολλά ῾παμε καὶ τῆς κυρᾶς, ἂς ποῦμε καὶ τῆς κόρης.
-Ἔχεις καὶ κόρην ὄμορφη, ποὺ δὲν ἔχει ἱστορία,
οὔτε στὴν Πόλη βρίσκεται, οὔτε στὴ Βενετία.
-Ἔχεις καὶ κόρη ὄμορφη, βάλ᾿τηνε στὸ ζεμπίλι
καὶ κρέμασέ τηνε ψηλά, νὰ μὴ τὴ φᾶν᾿ οἱ ψύλλοι.
-Πολλά ῾παμε, πολλά ῾παμε, μὰ δὲ μᾶς ἐκεράσατε,
κι ἂν ἀκόμα θὲ νὰ ποῦμε, βάλτε μας κρασὶ νὰ πιοῦμε.
-Ἐφάγαμε τὸν πετεινὸ, νὰ φᾶμε καὶ τὴν κότα
καὶ δῶστε μας τὸ φλουράκι μας, νὰ πᾶμε σ᾿ ἄλλη πόρτα!

Κάλαντα Πρωτοχρονιᾶς Τριπόδων (Βίβλου) Νάξου

Ἀρχιμηνιὰ κι ἀρχιχρονιά, ψηλή μου δεντρολιβανιά·
κι ἀρχὴ καλός μας χρόνος, ἐκκλησιὰ μὲ τ᾿ ἅγιος θρόνος.

Ἀρχὴ ποὺ βγῆκεν ὁ Χριστός, ἅγιος καὶ πνευματικός,
στὴ γῆ νὰ περπατήσει, καὶ νὰ μᾶς καλοκαρδίσει.

Ἅγιος Βασίλης ἔρχεται, κι ὅλους μᾶς καλοδέχεται,
ἀπὸ τὴν Καισαρεία, σύ ῾σ᾿ ἀρχόντισσα κυρία.

Βαστᾷ εἰκόνα καὶ χαρτί, ζαχαροκάντιο ζυμωτή,
χαρτὶ καὶ καλαμάρι, δὲς κι ἐμὲ τὸ παλικάρι.

Τὸ καλαμάρι ἔγραφε, τὴ μοίρα μου τὴν ἔγραφε,
καὶ τὸ χαρτὶ ὡμίλει, Ἅγιέ μου καλὲ Βασίλη.

Βασίλειε πόθεν ἔρχεσαι, καὶ δὲν μᾶς καταδέχεσαι,
καὶ πόθεν κατεβαίνεις, καὶ δὲν μᾶς ἐσυντυχαίνεις;

Ἀπὸ τῆς μάνας μ᾿ ἔρχομαι, μὰ ἐγὼ σᾶς καταδέχομαι,
καὶ στὸ σχολειό μου πάω, δὲ μοῦ λέτε τί νὰ κάμω.

Κάτσε νὰ φᾶς, κάτσε νὰ πιεῖς, κάτσε τὸν πόνο σου νὰ πεῖς,
κάτσε νὰ τραγουδήσεις, καὶ νὰ μᾶς καλοκαρδίσεις.

Μὰ ἐγὼ γράμματα μάθαινα, τραγούδια δὲν ἐμάθαινα,
τραγούδια δὲν ἠξεύρω, νά ᾿ρθω τζόγια μου νὰ σ᾿ εὕρω.

Κι ἂν δὲν ἠξεύρεις γράμματα, ἑλληνικὰ σπουδάγματα,
πές μας τὴν ἀλφαβήτα, πῶς ἐπέρναγες τὴ νύχτα.

Χλωρὸ ραβδί, ξερὸ ραβδί, ἄσπρο σταφύλι ροζακί,
χλωρὰ βλαστάρια πέφταν, ροδοκόκκινη βιολέτα.

Κι ἀπάνω στὰ βλαστάρια της καὶ στὰ περικλωνάρια της,
πέρδικες καλαηδοῦσαν, τζόγια μου καὶ σὲ ξυπνοῦσαν.

Δὲν ἦταν μόνο πέρδικες, γαρυφαλλιὲς λεβέντικες,
μόν᾿ καὶ περιστεράκια, μαῦρα μου γλυκὰ ματάκια.

Κατέβηκεν ἡ πέρδικα, ποὺ περπατεῖ λεβέντικα,
γιὰ νὰ βρέξει τὸ φτερό της, διατί τόση σκληρότης;

Καὶ βρέχει τὸν ἀφέντη μας, τὸν μπέη, τὸν λεβέντη μας,
τὸν πολυχρονεμένο, καὶ στὸν κόσμο ξακουσμένο.

Πολλὰ εἴπαμε τ᾿ἀφέντη μας, ἂς ποῦμε τῆς κυρᾶς μας:
Κυρὰ μαρμαροτράχηλη, καὶ βλασταρολαιμοῦσα,
ὅταν σὲ γέννα ἡ μάνα σου, ὅλα τὰ δέντρα ἀνθοῦσαν·
καὶ τὰ πουλιὰ τοῦ ποταμοῦ, κι ἐκεῖνα κελαηδοῦσαν.

Πολλὰ εἴπαμε καὶ τῆς κυρᾶς, ἂς ποῦμε καὶ τῆς κόρης:
Ἂν ἔχεις κόρη ἔμορφη, γραμματικὸς τὴν θέλει.
Ἂν εἶναι καὶ γραμματικός, πολλὰ προικιὰ γυρεύει.
Γυρεύει ἀμπέλια ἀτρύγητα, κι ἀμπέλια τρυγημένα·
γυρεύει καὶ τὴ θάλασσα μὲ ὅλα τὰ καράβια·
γυρεύει καὶ τὸν κὺρ-Βοριᾶ, νὰ τὰ καλαρμενίζει.

Πολλὰ εἴπαμε τῆς κόρης μας, ἂς ποῦμε καὶ τοῦ γιοῦ μας:
Ἂν ἔχεις γιὸ στὰ γράμματα, καὶ πιάσει τὸ ψαλτήρι,
νὰ τὸν ἀξιώσει ὁ Θεός, νὰ βάλει πετραχήλι.

Πολλὰ εἴπαμε καὶ τοῦ υἱοῦ, ἂς ποῦμε καὶ τῆς δούλας:
Ἂν ἔχεις δούλα ἔμορφη, καὶ βγεῖ νὰ μᾶς κεράσει,
νὰ τῆς εὐχηθοῦμε ὅλοι μας,
νὰ ζήσει, νὰ γεράσει, καὶ ψωμὶ (2) νὰ μὴ χορτάσει!

Κάλαντα Πρωτοχρονιᾶς Κρήτης

Ταχειὰ-ταχειὰ ῾ν᾿ ἀρχιχρονιὰ κι ἀρχὴ τοῦ Γεναρίου,
αὔριο ξημερώνεται τ᾿ ἁγίου Βασιλείου.

Πρῶτα ποὺ βγῆκεν ὁ Χριστός,
-ἅγιος καὶ πνευματικός-
στὴ γῆ νὰ περπατήσει,
ἐβγῆκε καὶ χαιρέτησε ὅλους τοὺς ζευγολάτες.

Τὸν πρῶτο ποὺ χαιρέτησε ἦτον Ἅγιο Βασίλης
-Καλῶς τὰ κάνεις Βασιλειό, καλὸν ζευγάριν ἔχεις.
-Καλὸ τὸ λὲς ἀφέντη μου, καλὸ καὶ εὐλογημένο,
ποὺ τὸ ῾βλογᾶ ἡ χάρη σου μὲ τὸ δεξιό σου χέρι,
μὲ τὸ δεξιό, μὲ τὸ ζερβό, μὲ τὸ μαλαματένιο.

-Γιὰ πές μου Ἅη Βασίλη μου πόσα μουζούρια σπέρνεις;
-Σπέρνω σταράκι δώδεκα, κριθάρι δέκα πέντε
ταὴ καὶ ρόβι δεκαοχτὼ κι ἀπὸ νωρὶς στὸ στάβλο.

Ἐθέρισα κι ἁλώνεψα κι ἔκαμα χίλια μόδια
και τὰ κορκοσκινίσματα χίλια καὶ πεντακόσια.

Ματ᾿ ἄλλα δὲν ἐμέτρησα γιατί Χριστὸς ἐπέρνα.
Καὶ κειὰ ποὺ στάθην᾿ ὁ Χριστὸς χρυσὸν δεντρὶν ἐβγῆκεν,
καὶ κειὰ ποὺ μεταπάτησε χρυσὸ κυπαρισσάκι
ποὖχε στὴν μέση τὸν σταυρὸ καὶ στὴν κορφὴ τὴν βρύση.

Στὰ μεσοκλωναράκια του πέρδικα κακαρίζει.
-Κακάριζε κακάριζε πέρδικα κορωνάτη,
μὰ ἐπὰ τὸν ἔχουν τὸν ὑγιό, τὸ μοσχοκανακάρη..


Ἑτέρα ἐκδοχὴ Ρεθύμνης
Ταχειὰ- ταχειὰ ῾ν᾿ Ἀρχιμηνιά, ταχειὰ ῾ν᾿ ἀρχὴ τοῦ χρόνου,
ἀρχὴ ποὺ βγῆκεν ὁ Χριστὸς στὴ γῆ νὰ περπατήξει.

Κι ἐκειὰ ποὺ πρωτοπάτησε χρυσὸ δεντρὶ ἐβγῆκε,
χρυσὸ δεντρί, χρυσὸ βαγί, χρυσὸ κυπαρισσάκι.

Χρυσᾶ ῾ταν τὰ κλωνάρια-ν-του κι ὁλάργυρη ἡ κορφή-ν-του
καὶ κάτω στὴ ριζίτσα-ν-του γράμματα ἦσαν γραμμένα.

Δασκάλοι τ᾿ ἀναγνώθουνε, διάκοι κανοναρχοῦν τα
καὶ τὰ μικρὰ διακόπουλα στέκουν καὶ συντηροῦν τα.

Κι ὁ ἥλιος ἁποὺ πρόβαλε στσ᾿ Ἀνατολῆς τὰ μέρη
παίρνει τα καὶ πηγαίνει τα, κάτω στὸ περιγιάλι.

Βρίσκουν ἐκειὰ τὸ Βασιλειὸ ἁποὺ ῾κανε ζευγάρι.
Καλῶς τὰ πᾶς Βασίλειε, καλὸ ζευγάρι ἔχεις!

Καλὸ τὸ λὲς ἀφέντη μου, καλὸ κι εὐλογημένο,
ἀφοῦ τὸ βλόγησ᾿ ὁ Χριστὸς μὲ τὸ δεξό-ν-του χέρι,
μὲ τὸ δεξό, μὲ τὸ ζερβό, μὲ τὸ μαλαματένιο.

Πές μας νὰ ζήσεις Βασιλειό, πόσα μουζούρια σπέρνεις;
Σπέρνω σταράκι δώδεκα, μουζούρια δεκαπέντε,
ταγὴ καὶ ρόβι δεκοχτὼ κι ἀπὸ νωρὶς στὸ στάβλο.

Ἂν εἶναι θέλημα Θεοῦ, χρυσή μου περιστέρα,
ἀνοίξετε τὴ-ν–πόρτα σας νὰ ποῦμε καλησπέρα.

Ἐπᾶ ποὺ καλαντίσαμε, καλὰ πλερώσετέ μας,
καλὰ νά ῾ναι τὰ τέλη σας καὶ τ᾿ ἀποδέματά σας.

Πάνω ἀπ᾿ τὴν πόρτα σας ὁ Θιός, γράφει τὴν ἀλφαβήτα,
τώρα μισεύγομε κι ἐμεῖς καὶ λέμε καληνύχτα!

Καλὴ χρονιὰ καὶ εἰς ἔτη πολλά!

Κάλαντα Πρωτοχρονιᾶς Κερκύρας

Ἀρχιμηνιὰ κι ἀρχιχρονιά, πρώτη τοῦ Γεναρίου.
Αὔριο ξημερώνεται τ᾿ Ἁγίου Βασιλείου.

Ἅγιος Βασίλης ἔρχεται ἀπὸ τὴν Καισαρεία.
Βαστάει εἰκόνα καὶ χαρτί, χαρτὶ καὶ καλαμάρι.

Τὸ καλαμάρι ἔγραφε καὶ τὸ χαρτὶ μιλοῦσε!
- Βασίλη πόθεν ἔρχεσαι καὶ πόθε κατεβαίνεις;

- Ἀπὸ τὴ μάνα μ᾿ ἔρχομαι καὶ στὸ σχολειὸ πηγαίνω,
νὰ μάθω τ᾿ ἅγια γράμματα καὶ τ᾿ ἅγιο Εὐαγγέλιο!

Σ᾿ αὐτὴν τὴν πόρτα πού ῾ρθαμε, πέτρα νὰ μὴ ραγίσει,
κι ὁ νοικοκύρης τοῦ σπιτιοῦ,χρόνια πολλὰ νὰ ζήσει!

Νὰ ζήσει χρόνους ἑκατὸ καὶ νὰ τοὺς ἀπεράσει,
καὶ στῶν παιδιῶν του τὶς χαρὲς κουφέτα νὰ μοιράσει!

Κυρὰ χρυσή, κυρ᾿ ἀργυρή, κυρὰ μαλαματένια,
ποὺ σὲ χτενίζουν ἄγγελοι μὲ τὰ χρυσά τους χτένια,
ἄνοιξε τὸ πουγκάκι σου τὸ μαργαριταρένιο,
καὶ δῶσε μ᾿ ἕνα τάλληρο, ἂς εἶναι κι ἀσημένιο!

Καὶ τώρα καληνύχτα σας, καλὸ ξημέρωμά σας,
κι ὁ Ἅγιος Βασίλειος νἆναι βοήθειά σας.

Κάλαντα Πρωτοχρονιᾶς Κεφαλλονιᾶς

Ἅγιος Βασίλης ἔρχεται, Γενάρης ξημερώνει!
Ὁ μῆνας ποὺ μᾶς ἔρχεται, τὸ χρόνο φανερώνει.

Τρα λα λα λα λα λα λα λα λα
Τρα λα λα λα λα λα λα λα

Τὴν ἄδεια σας γυρεύουμε στὸ σπίτι σας νὰ μποῦμε!
Τὸν Ἅγιο μὲ ὄργανα, καὶ μὲ φωνὲς νὰ ποῦμε.

Τρα λα λα λα λα λα λα λα λα
Τρα λα λα λα λα λα λα λα

Ἐκοίταξα στὸν οὐρανὸ καὶ εἶδα δυὸ λαμπάδες!
καὶ μὲ τὸ καλωσόρισμα, καλές σας ἑορτάδες.

Τρα λα λα λα λα λα λα λα λα
Τρα λα λα λα λα λα λα λα

Καὶ πάλι ξανακοίταξα καὶ εἶδα δυὸ στεφάνια!
Καὶ μὲ τὸ καληνύχτισμα, καλά σας Θεοφάνεια.

Τρα λα λα λα λα λα λα λα λα
Τρα λα λα λα λα λα λα λα

Κάλαντα Πρωτοχρονιᾶς Ζακύνθου
Ἀρχιμηνιὰ κι ἀρχιχρονιὰ κι ἀρχὴ καλός μας χρόνος!
Ὑγεία ἀγάπη καὶ χαρὰ νὰ φέρει ὁ νέος χρόνος! (δίς)

Νὰ ζήσει ὁ κύρης ὁ καλὸς νὰ ζήσει κι ἡ κυρά του!
Ὅλα του κόσμου τ᾿ ἀγαθὰ νὰ ἔχει ἡ φαμελιά του! (δίς)

Νὰ ζήσει τ᾿ ἀρχοντόπουλο ποὔχει καρδιὰ μεγάλη!
Σ᾿ ἐμᾶς καὶ τὴν παρέα μας ἕνα φλουρὶ νὰ βάλει... (δίς)

Ποντιακά Κάλαντα Πρωτοχρονιάς


Αρχή κάλαντα (κι αρχή του χρόνου – δις)

Πάντα Κάλαντα, (πάντα του χρόνου-δις)

Αρχή μήλον έν’ (κι αρχή κυδών έν’-δις)

Αρχή μήλο είναι κι αρχή κυδώνι είναι

Κι αρχή βάλσαμον (το μυριγμένον-δις)

κι αρχή βάλσαμο το ευωδιαστό

Εμυρίστεν ατο (ο κόσμος όλεν-δις)

Το μύρισε ο κόσμος όλος

Για μυρίστ’ ατο κι εσύ αφέντα – καλέ μ’ αφέντα

Μύρισέ το κι εσύ αφέντη – καλέ μου αφέντη

Έρθαν καλά παιδία ’ς σην πόρταν – και ξαν ’ς σην πόρτα σ’

Ήρθαν καλά παιδιά στην πόρτα σου και πάλι στην πόρτα σου

Άψον το κερί σ’ (κι έλα ’ς σην πόρτα σ’-δις)

Άναψε το κερί σου κι έλα στην πόρτα

Χα μηλόπα, χα ξερά τζιρόπα – ξερά τζιρόπα

Να μηλάκια, να ξερά αχλαδάκια – ξερά αχλαδάκια

Χα ξερά, μαύρα κοκκυμελόπα – κοκκυμελόπα

Να ξερά, μαύρα δαμασκηνάκια – δαμασκηνάκια



Λύσον την κεσέ σ’ και δος παράδας και δος παράδας 
Κι αν ανοί’ς μας, χαρά σην πόρτας σ’,χαρά σην πόρτα σ’.

Ακολουθούσαν οι ευχές «Χρόνια πολλά, πάντα και του χρόνου, καληχρονία, και σ’ όλα τ’ οσπίτα υείαν κι ευλοΐαν».


http://www.youtube.com/watch?v=9md8J1jEYvE


Τα κάλαντα στον Πόντο αλλά και στα χωριά όπου εγκαταστάθηκαν οι Πόντιοι μετά το 1923, ψάλλονταν από τα παιδιά μέχρι και την δεκαετία του 1960, το απόγευμα της παραμονής, των Χριστουγέννων και της Πρωτοχρονιάς. Τα παιδιά έβγαιναν συνήθως κατά παρέες δύο, τριών ή περισσοτέρων ατόμων και αντί για τρίγωνα κρατούσαν καράβια που στόλιζαν με διάφορα στολίδια. Στο Οχυρό Δράμας τα μεγαλύτερα παιδιά, κατασκεύαζαν καράβια στα οποία τοποθετούσαν και κεριά τα οποία άναβαν (όταν το επέτρεπε ο καιρός) και το θέαμα ήταν φαντασμαγορικό. Κατά τη διάρκεια δε που έψαλλαν τα κάλαντα, κουνούσαν το καράβι σαν να βρισκόταν σε φουρτουνιασμένη θάλασσα. Τα κάλαντα που έψαλλαν ήταν:

Τρία καράβια αρμένιζαν στης Πόλης τα πογάζια.

Το ’να αρμενίζει με νοτιά, τ’ άλλο με τραμοντάνα

το τρίτο το καλλίτερο……………..

Τρία καράβια αρμένιζαν στης Πόλης τα πογάζια.

Τό ’να αρμενίζει με πανί, τό άλλο με το γκάζι

το τρίτο το καλλίτερο………………………


 Κατά περιοχές ψάλλονταν κάλαντα με διαφορετικό περιεχόμενο, όπως στην περιοχή Ίμερας και Καρμούτ το «Αε-Βασίλης έρχεται ας ση Λιαρί μερέαν» κτλ. Τα τελευταία χρόνια πριν από τον ξεριζωμό ψαλλόταν σαν πρωτοχρονιάτικα κάλαντα στην περιοχή Τραπεζούντας και το ποίημα


                                                 «
Του σκλάβου το καράβι»:


Τρεις καλογέροι απ’ του Μελά
και τρεις του Βαζελώνα,
καράβι βάζουν στα σκαριά
με το «Χριστός γεννάται».

Κι «Αρχιμηνιά κι αρχιχρονιά»
στη θάλασσα το ρίχνουν.
Βάζουν κι ένα Ρωμιόπουλο,
λεβέντη καπετάνιο.

Το Ρίζε βάλλει τ’ άρμενα,
τα Σούρμενα τα ξάρτια,
ο Όφις και η Τρίπολη
μουτζόπουλα και ναύτες.

Η πλούσια η Αργυρούπολη
ασήμι και χρυσάφι,
και την ευχή του Γένους μας
την δίνει η Τραπεζούντα.

Η Ζύγανα συννέφιασε
κι ο Ταύρος εχιονίστη,
της Κρώμνης τα ψηλά βουνά
τρανήν αντάραν έχουν.

Μα η δόλια η Μαύρη Θάλασσα
γαλήνεψε ως πέρα,
για να περάσει ατράνταχτο
του Σκλάβου το Καράβι...

– Δώστε κι εμάς τον κόπο μας,
ό,τ’ είναι ορισμός σας,
κι ο Άγιος Βασίλειος
να είναι βοηθός σας.

Παρασκευή, 27 Δεκεμβρίου 2019

Η ψυχαναγκαστική αναζήτηση μιας ετοιμοπαράδοτης πλαστικής ευτυχίας






Φωτεινή Τσαλίκογλου: Η ψυχαναγκαστική αναζήτηση μιας ετοιμοπαράδοτης πλαστικής ευτυχίας
Η συγγραφέας και καθηγήτρια Ψυχολογίας του Παντείου επιχειρεί μια ανασκόπηση της δεκαετίας που τελειώνει.



Τη δεκαετία που πέρασε βεβαιότητες που έμοιαζαν ακλόνητες ένιωσα να θρυμματίζονται. Δεσμοί που φάνταζαν ακατάλυτοι είδα να διαρρηγνύονται. Είδα γύρω μου ανθρώπους, δίχως να πάσχουν απαραίτητα από μια ψυχική διαταραχή, να κινούνται στην γκρίζα ζώνη μιας ήρεμης απελπισίας, να επιζούν δίχως να ζουν, θυμίζοντας τον στίχο του Τ.Σ. Έλιοτ «and they go on living and partly living» (και συνεχίζουν να ζουν και εν μέρει μόνο να ζουν). Είδα τον φόβο στο βλέμμα τους. Στο όνομα του φόβου υψώνεις τείχη ψευδοπροστασίας και αμπαρώνεσαι σε ένα κελί. Κατασκευάζονται φανταστικοί εχθροί που επωμίζονται το βάρος της δικής σου δυσφορίας. Είδα τις αποχρώσεις να χάνονται και τον κόσμο μας να χωρίζεται σε απόλυτα καλά και απόλυτα κακά αντικείμενα. Είδα φίλους να μεταμορφώνονται στο πι και φι σε εχθρούς.


Η δυστυχία βγήκε στους δρόμους. Η θέα των εξαθλιωμένων άστεγων που ψάχνουν στα σκουπίδια σε ταράζει. Ωστόσο, ένα ερώτημα σε πιάνει από τον λαιμό. Από την άλλη όχθη όπου βρίσκεσαι, πόσο νομιμοποιείσαι να ταράζεσαι εκ του ασφαλούς; Πόσο ανεπαρκής, ίσως και κίβδηλα απενοχοποιητική είναι η εκ του ασφαλούς συμπόνια σου, όποια μορφή και αν αυτή παίρνει; Mε άλλα λόγια, ως πού μπορούν οι μεν να διεκδικήσουν το δικαίωμα να ταράζονται από αυτό που υφίστανται οι δε; Ερωτήματα που κληροδότησε η κρίση και έως σήμερα παραμένουν ανοιχτά.


Τη δεκαετία που πέρασε είδα ακόμα να οργιάζει το καθήκον της ευτυχίας. Η ψυχαναγκαστική αναζήτηση μιας ετοιμοπαράδοτης πλαστικής ευτυχίας, εμπνευσμένης από την ανθούσα βιομηχανία της «ευτυχολογίας». Είδα αυτάρεσκα κλεισμένους σε ένα μικρόψυχο «εγώ» ανθρώπους να γίνονται η άλλη όψη του ίδιου νομίσματος. Θλιμμένα πλάσματα που έπαιζαν τους χαρούμενους.


Τη δεκαετία που πέρασε είδα ακόμα να οργιάζει το καθήκον της ευτυχίας. Η ψυχαναγκαστική αναζήτηση μιας ετοιμοπαράδοτης πλαστικής ευτυχίας, εμπνευσμένης από την ανθούσα βιομηχανία της «ευτυχολογίας». Είδα αυτάρεσκα κλεισμένους σε ένα μικρόψυχο «εγώ» ανθρώπους να γίνονται η άλλη όψη του ίδιου νομίσματος. Θλιμμένα πλάσματα που έπαιζαν τους χαρούμενους. Μάσκες που υποδύονταν πρόσωπα. «Να είσαι ευτυχής, να χαμογελάς, να ελπίζεις, στο χέρι σου είναι». Η υπευθυνοποίηση αγκαλιά με την ενοχοποίηση. «Αν αποτύχεις, εσύ και μόνον εσύ θα φταις».



Φωτεινή Τσαλίκογλου: «Αυτά που ζει ο Έλληνας και τον αγριεύουν...»


Η οικονομική κρίση εξελίχθηκε σε μια κρίση της συνείδησης. Μια βαθιά ανθρωπιστική κρίση αξιών. Ο κλονισμός μιας στοιχειώδους εμπιστοσύνης στα πράγματα. Αυτό το «δεν ξέρω τι μου ξημερώνει» που υπονόμευσε ένα θεμελιώδες για τον καθέναν μας αίτημα: να έχεις την αίσθηση ή, έστω, την ψευδαίσθηση ότι η επόμενη μέρα, η επόμενη στιγμή, θα είναι περιφρουρημένη από την τρομοκρατία του απροόπτου. Δηλαδή η επόμενη στιγμή δεν θα θυμίζει τρομοκράτη που εισβάλλει στο μυαλό ή στο σώμα σου και τα τινάζει όλα στον αέρα.

Με τη σπαραχτική αβεβαιότητα της επόμενης στιγμής ανοίγει ο δρόμος για το βίωμα μιας αβοήθητης, γυμνής ύπαρξης. Είτε χορτάτη είτε πεινασμένη, η ύπαρξη αυτή δυσκολεύεται να ζήσει. Δεν είναι να απορείς που η δεύτερη πιο σημαντική ασθένεια στον πλανήτη για το 2020, όπως μας ενημερώνει ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας, θα είναι η κατάθλιψη. Δηλαδή η ζωή σαν θάνατος πριν από τον θάνατο.

Η συλλογική δυσφορία θα μπορούσε να συμβάλει στη δημιουργία ενός ανθρώπινου περιβάλλοντος συνεκτικότητας και αλληλοϋποστήριξης. Κάτι τέτοιο όμως δεν συνέβη.

Θα ομολογήσω όμως ότι το σημαντικότερο γεγονός που με καθόρισε τη δεκαετία που πέρασε ανήκει στην ιδιωτική σφαίρα. Ήταν ο θάνατος της μητέρας μου. Λίγο μετά γεννήθηκε το τρίτο κοριτσάκι της κόρης μου και πήρε το όνομά της: Έλλη. Η δυνατότητα μιας γέννησης καιροφυλακτεί πίσω από κάθε μορφή θανάτου. Κι αν δεν είναι έτσι, αξίζει να το δούμε έτσι. Μας συμφέρει.

Δεν ξέρω τι άλλαξε τα τελευταία δέκα χρόνια. Δεν ξέρω αν ισχύει το «όσο περισσότερο αλλάζει, τόσο το ίδιο μένει». Η ελπίδα είναι ένα άτιμο πράγμα. Αν δεν υπάρχει, σε σκοτώνει. Αν υπάρχει σε πλεόνασμα, γίνεται ένα άδειο περιτύλιγμα. Ένα ρητορικό σχήμα που πληγώνει μέσα από την αναντιστοιχία του με την πραγματικότητα.

Η επόμενη δεκαετία περιμένω να φέρει το τέλος της ελπίδας για ένα καλύτερο χθες, χωρίς την παραίτηση από την ελπίδα για ένα καλύτερο αύριο. Η επόμενη δεκαετία θα είναι αναπάντεχα καλύτερη. «Σας λέω την αλήθεια! Πιστέψτε με!». Μη χαμογελάτε ειρωνικά! Δεν πρόκειται για μια παιδιάστικη, αφελή ευχή. Να θυμίσω τον Πασκάλ. «Δεν υπάρχει κανένας σοβαρός λόγος να μην πιστεύει ένας άνθρωπος στα θαύματα» δήλωνε. Δεν πρόκειται για ειρωνεία ούτε για μεταφυσική, αλλά για απλή, ίσως, φυσική. Άλλωστε, ένας μεταγενέστερός του, ένθερμος οπαδός της λογικής, ονόματι Άλμπερτ Αϊνστάιν, παρατηρούσε: «Mόνο δύο τρόποι υπάρχουν να ζει κανείς τη ζωή του. Ο ένας είναι σαν τίποτα να μην είναι θαύμα. Ο δεύτερος, σαν τα πάντα να είναι θαύμα».


Ευτυχές, λοιπόν, το 2020!

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO.

Τρίτη, 10 Δεκεμβρίου 2019

Αυτά παθαίνω....

Η συμμετοχή μου στο
20ο Παίζοντας με τις λέξεις https://mytripssonblog.blogspot.com/2019/11/20-paizontas-me-tis-lekseis86.html




Αυτά παθαίνω εγώ όταν σε ακούω…..όταν σου έρχονται οι φαεινές κι αντί να πατήσω πόδι, αποβλακώνομαι η ανόητη και αμετανόητη…..


Ωχ βάϊ βάϊ…τα πλευρά μου, η μέση μου, τα ισχία μου, τα χέρια μου τα πόδια μου…. δεν ορίζω τίποτα, δεν μπορώ να καθίσω, να ξαπλώσω, να σταθώ όρθια…. και σαν κουτορνίθι έπεσα στην παγίδα της ανοησίας σου…. «οι κολλητοί μας, μαζέψανε κουμπάρους και ξαδέλφια και θα πάνε να μαζέψουν ελιές…. κρίμα τόσα χρόνια να τις μαζεύουν ξένοι και να μοιράζονται το λάδι, φέτος το αποφάσισαν και το πραγματοποίησαν και ξέρεις…10 τενεκέδες αγνό λαδάκι ήρθε στο μερτικό τους με δουλειά, τι δουλειά δηλαδή, γλέντι στην ουσία, τόσος λαός που είχε μαζευτεί και τα βράδια τα περνάγανε ζάχαρη, με τα μεζεδάκια τους, τις μπύρες, τα τσίπουρα, τα τραγούδια, τα καλαμπούρια τους….»


Βρε ο καλός ο σύντροφος, δεν εμπαίζει, δεν παραμυθιάζει, δεν αποπροσανατολίζει …. μια χαρά το είχαμε το λαδάκι μας, χρονιά παρά χρονιά μας έστελνε η θειά η Μόρφω , ο Θεός να την αναπαύσει, 8 τενεκέδες αγνό παρθένο ελαιόλαδο, από τον οικογενειακό ελαιώνα και μια χαρά πορευόμασταν, τώρα που η θείτσα μας άφησε χρόνους…. πρέπει εμείς κι εκείνος ο άχρηστος ο ανηψιός μας να μεριμνήσουμε….και πώς να μεριμνήσουμε δηλαδή που είμαστε άσχετοι παντελώς….;

Και το ωραίο είναι ότι όταν σου επεσήμανα το θέμα της ασχετοσύνης μας, μου αντέτεινες το κορυφαίο : «Ε…. όποιος έχει τα γένια, έχει και τα χτένια… δεν τα ξέρουν όλοι όλα, θα ρωτήσουμε και θα μάθουμε…».

Τέτοια αισιοδοξία, τέτοια αποφασιστικότητα και τέτοιο βάθος βλακείας απροσμέτρητον…


Εμείς που τις ελιές τις θαυμάζαμε από μακριά ριζωμένες στους κάμπους και τις πλαγιές, άντε και στο τραπέζι μας , σαν συνοδευτικό , με κείνα τα απίθανα εφτάζυμα παξιμάδια και το μυρωδάτο τσάι του βουνού, εσύ αποφάσισες ερήμην μου, να επιδοθούμε στο λιομάζωμα….


Και με το μυαλό που κουβαλάς, καλά το αποφάσισες, μου παρουσίασες το όλο θέμα με μία αληθοφανή απλότητα… αναρωτήθηκα που τις βρήκες όλες αυτές τις καταπληκτικές πληροφορίες;;;

Αφοπλιστικά μου απάντησες: «από συναδέλφους και στο google”....αν είναι δυνατόν ! Δεν το πιστεύω πως την πάτησα έτσι σαν ανυποψίαστη και ξαφνικά βρέθηκα με κάτι παλιόρουχα και τα μποτάκια ορειβασίας που με στενεύανε φρικτά , πεσμένη στα γόνατα να μαζεύω ελιές;;;

Τι ταλαιπωρία, μέσα στην υγρασία και τη λάσπη να κυνηγάω τις άτιμες τις ελιές που είχαν σκορπιστεί τριγύρω αντί να πέσουν με τάξη και συνέπεια μέσα στα ελαιόπανα…κι εσύ το διασκέδαζες άθλιε, μαζί μ΄εκείνο το ανήψι σου και τα φιλαράκια του που έφερε για βοηθούς …και τα βράδια, άσε μην τα θυμάμαι τα βράδια , τι γλέντια και χαρές μου είχες πει….δεν ήξερα που να βάλω το δόλιο μου κορμί, πώς να ισιώσω τη μέση μου και να πέσω να ξεραθώ σε κείνο το σκληρό και άθλιο στρώμα….


Δύο μέρες άντεξα , μετά κουλουριάστηκα στο πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου και κατέληξα εδώ στο κρεβάτι μου, με φρικτούς πόνους σε όλο μου το κορμί…. και κοκαλωμένα δάχτυλα…. Φοβάμαι ότι δεν θα επανέλθω στην πρότερη καλή κατάσταση… βίωσα στην κυριολεξία αυτό που λένε : «Πέρασα της ελιάς τα βάσανα».....

Σχετική εικόνα



Τρίτη, 12 Νοεμβρίου 2019

Η Συμμετοχή μου στην 4η Φωτοσυγραφική Σκυτάλη





Η Συμμετοχή μου στην Φωτο-Συγγραφική Σκυτάλη 4 που οργανώνει η MARYPERTAX https://ghinimatia.blogspot.com/search/label/%CE%A6%CE%A9%CE%A4%CE%9F-%CE%A3%CE%A5%CE%93%CE%93%CE%A1%CE%91%CE%A6%CE%99%CE%9A%CE%97%20%CE%A3%CE%9A%CE%A5%CE%A4%CE%91%CE%9B%CE%97

Η φωτό που επέλεξε γιά εμένα η Στέλλα μαζί με την λέξη "ΓΟΝΕΙΣ"




Δωρεά

Πρώτα βγαίνει η ψυχή στον άνθρωπο κι ύστερα το χούϊ….μ΄αυτή τη σκέψη η Ζαχά,  σημείωνε στο σημειωματάριό της το πρόγραμμα της ημέρας πίνοντας τον καφέ της….Οργανωτική, λεπτομερής,   από τότε που θυμόταν τον εαυτό της, η βαπτισμένη Ζαχαρούλα , μοναχοκόρη του Ιάσονα και της Ζηνοβίας, τρόμαξε να αποτινάξει το χαϊδευτικό «Ρούλα» και να επιβάλλει στα 12 περίπου το Ζαχά….
Γονείς παραδοσιακοί ο Ιάσων και η Ζηνοβία, φρόντισαν να παραχαϊδέψουν τη μοναχοκόρη τους, προσφέροντάς της ότι καλύτερο κατά τα κρατούντα της εποχής,  σε μόρφωση, ταξίδια, διασκεδάσεις , λούσα….παραδόξως η νεαρή,  αντί να γίνει ένα κακομαθημένο μοναχοπαίδι , έγινε μια  γυναίκα με πολύ συγκροτημένη προσωπικότητα, που πάτησε πόδι στην επιθυμία του πατέρα της να γίνει δικηγόρος όπως εκείνος, επέλεξε την Σχολή Καλών Τεχνών όπου σπούδασε Γλυπτική και προς μεγάλη απογοήτευση της μητέρας της ,  γιατί τα ενδιαφέροντά της,  δεν περιλάμβαναν εβδομαδιαίες επισκέψεις σε κομμωτήρια, ράφτρες, καταστήματα με ρούχα, αξεσουάρ και καλλυντικά….είχε υιοθετήσει έναν  εντελώς δικό της τύπο εμφάνισης πολύ καλόγουστο, αλλά απλό και ανεπιτήδευτο. Η μάνα της, πανέξυπνη και καταφερτζού,  κατάφερε να συγκαλύψει την επαρχιώτικη νοοτροπία της και ως σύζυγος Δικηγόρου, να ανέλθει στην κοινωνική βαθμίδα της πόλης τους και να επιδοθεί, συγκρατημένα, στα συνήθη καθήκοντα με τακτική παρουσία στα σημαντικά κοινωνικά γεγονότα. Ο πατέρας της πάλι, αφοσιωμένος στο επάγγελμά του, το πρωϊ στα Δικαστήρια, το απόγευμα στο γραφείο του και τις ώρες που βρισκότανε στο σπίτι, πάντα χωμένος στα βιβλία του, αθόρυβος και στοχαστικός, κάπως απόμακρος…Τον πατέρα της τον εκτίμησε απεριόριστα μετά τον θάνατό του, όταν στην κηδεία του εμφανίστηκε ένα πλήθος άγνωστων ατόμων που κατέθεσαν τα ειλικρινή τους συλλυπητήρια αποκαλύπτοντας τις ευεργεσίες που είχαν λάβει από εκείνον….Τι άνθρωπος, δεν είχαν καν υποψιαστεί ότι είχε βοηθήσει περισσότερα από 10 παιδιά να σπουδάσουν, είχε αποτρέψει πλήθος διαζυγίων, είχε σώσει περιουσίες από πλειστηριασμούς, κληρονομιές από κακοδιαχείριση , είχε βοηθήσει σε υποθέσεις υπέρ δεκάδων παιδιών, είχε υπερασπιστεί σε δίκες αμισθί πλήθος αδυνάμων….
Η γνωριμία της  με τον Τιμόθεο, μετά από σχέση διόμισυ ετών, είχε ως κατάληξη τον γάμο , με μία τελετή  απλή και απέριττη, όπως την επέλεξαν οι ίδιοι, που υπήρξε ευτυχής και τους χάρισε δυό  δίδυμα αγόρια …..τον Μενέλαο και τον Φίλιππο και λίγο αργότερα την μικρή Μαργαρίτα. Εγιναν συνειδητοποιημένοι γονείς και χάρηκαν το μεγάλωμα των παιδιών τους μέρα με την ημέρα…..ήταν παρόντες χωρίς να τα πνίγουν ή να τα υπερπροστατεύουν ….

Ο Τιμόθεος , τρίτο παιδί μιάς πενταμελούς οικογένειας, είχε κρατήσει και επεκτείνει το οικογενειακό Βιβλιοχαρτωλείο με είδη Σχεδίου , χρώματα και υλικά καλλιτεχνίας , όταν ο πατέρας του έπαθε ανακοπή σε ηλικία μόλις 54 ετών. Η μεγάλη αδελφή του ήταν παντρεμένη και ζούσε στη Θεσσαλονίκη, ο μεγαλύτερος αδελφός του είχε γίνει στρατιωτικός και υπηρετούσε στον Ναύσταθμο, η μικρότερη αδελφή του ήταν πρωτοετής στη Σχολή Μαιών….Πολύ δεμένη οικογένεια, οι γονείς πάλαιψαν να στήσουν από το μηδέν την μικρή τους επιχείρηση και να αναστήσουν τα παιδιά τους με αγάπη και αξίες…Η Ζαχά τους αγάπησε όλους , περισσότερο μάλιστα τον πεθερό της,  που δεν πρόλαβε να γνωρίσει και εισέπραξε αγάπη και ζεστασιά πρωτόγνωρη από όλους . Την κέρδισε από την πρώτη στιγμή η πεθερά της, με την απλότητα, την αξιοπρέπεια και την ανεπιτήδευτη συμπεριφορά….παιδί προσφύγων από την Ανατολική Θράκη, βρέθηκε παντρεμένη με προξενιό στα 16 της, με τον Μαρίνο Καλούδη που την περνούσε 16 χρόνια, αλλά ήταν άνθρωπος μάλαμα , καλός όνομα και πράγμα….εργατικός, μειλίχιος, τρυφερός…..

Ο Μαρίνος Καλούδης  βρέθηκε στα 11 του χρόνια,  κυριολεκτικά μόνος, μαζί με την μικρότερη αδελφή του την Ρόδω, όταν πέθανε η μάνα τους μετά από πολύμηνη ασθένεια , μόλις 28 ετών….Ο πατέρας τους , φρόντισε άμεσα να αντικαταστήσει την απωλεσθείσα συμβία με την Αρχοντία Σιγούρου, μια ξιπασμένη μεγαλοκοπέλα, αρτσούμπαλη, που όλοι στον τόπο τους γνώριζαν, για τις ιδιορυθμίες και τον κακό της χαρακτήρα….Η Αρχοντία εκτός του κακού χαρακτήρα και της κακής συμπεριφοράς, διέθετε μία τρανταχτή προίκα , γεγονός που πολύ μέτρησε στην απόφαση του Νεοκλή Καλούδη να την προσεγγίσει και να της προτείνει γάμο….Ο Νεοκλής είχε λογαριάσει πολύ προσεκτικά τις κινήσεις του, υπολογιστής και συμφεροντολόγος,  με το  που αρρώστησε η γυναίκα του και οι γιατροί δεν έδωσαν ελπίδες, έπαψε να ασχολείται μαζί της, αδιαφόρησε και για τα παιδιά του, όχι ότι ασχολήθηκε ιδιαίτερα και στο παρελθόν μαζί τους, μόνο στην Κυριακάτικη βόλτα με το ιδιόκτητο αμάξι του, καμάρωνε για την πανέμορφη γυναίκα του και τα καλοντυμένα και καλοαναθρεμένα παιδιά του….και φούσκωνε από υπερηφάνεια για τα γεμάτα θαυμασμό βλέμματα των συντοπιτών του… Δεν έχασε χρόνο, έτσι έκανε και στις δουλειές του, άρπαζε τις ευκαιρίες χωρίς δισταγμό, έπαιρνε ρίσκα , γι΄αυτό από απλός καραγωγέας είχε καταφέρει , σχετικά σύντομα, να αποκτήσει δικό του αμάξι και 2 Φορτηγά Μεταφορών … Μπορεί να ήταν αμόρφωτος, αλλά ήταν ομορφάντρας, ψηλός, επιβλητικός με κατσαρά καστανόξανθα μαλλιά,  μουστάκι και γενάκι  πάντα περιποιημένα, προσεγμένη εμφάνιση που κάλυπτε τους τραχείς του τρόπους, φρόντιζε ιδιαίτερα γι΄αυτό , όπως  φρόντισε άμεσα και έστρεψε όλο το ενδιαφέρον του στην Αρχοντία….

Η Αρχοντία έγινε κυρία Καλούδη με δόξα και τιμή μόλις έξι μήνες μετά τον θάνατο της άτυχης  Ελισσώς και φυσικά απαίτησε , έθεσε απαράβατο όρο, πριν γίνει ο γάμος, τα παιδιά να απομακρυνθούν….Ο Νεοκλής δεν είχε αντίρρηση….θα το τακτοποιούσε το ζήτημα, αλλοίμονο αν δεν κατάφερνε να ικανοποιήσει αυτή την απαίτηση της νέας συζύγου…..που σημειωτέον, θα συνεισέφερε  με 2.500 λίρες χρυσές και 2 ακίνητα στο βαλάντιο της νέας του οικογένειας…
Ο 11χρονος Μαρίνος και η 8χρονη Ρόδω βρέθηκαν με ένα μπογαλάκι το καθένα, στο κατώϊ της θειάς Κατίγκως σ΄ένα καμαράκι κάτω από τη σκάλα…..
Η θειά Κατίγκω, χήρα,  με έξι δικά της παιδιά, που είχαν πάρει τον δρόμο τους πιά, είχε μια ανοιχτή αγκαλιά και περίσσευμα αγάπης και κατά καιρούς αναλάμβανε και μεγάλωνε  ξένα παιδιά, ορφανά κυρίως …..Ο Μαρίνος και η Ρόδω,  κούρνιαξαν σαν τρομαγμένα πουλάκια στο μικρό , φτωχικό καμαράκι και βρήκαν παρηγοριά στην ζεστή αγκαλιά της θειάς Κατίγκως που προσπαθούσε φιλότιμα με τον απλοϊκό της τρόπο, να τους προσφέρει αγάπη, ασφάλεια και προστασία.

Ο Μαρίνος πήρε τον ρόλο του γονιού για την αδελφή του, την κρατούσε από χέρι όταν τις νύχτες ξυπνούσε έντρομη φωνάζοντας « Μαμά…Μανούλα….», την συμβούλευε να προσέχει στο δρόμο, στο σχολείο…την πρόσεχε σε κάθε βήμα και της επαναλάμβανε διαρκώς : «Να προσέχεις την τιμή σου….» Εκείνη δεν καταλάβαινε, μάλιστα την πρώτη φορά που της το είπε, τον ρώτησε απορημένη: «Γιατί θα με πουλήσουν ;» κι έβαλε τα κλάματα….Τρόμαξε να την καθησυχάσει και να της εξηγήσει… Ο ιδιος άφησε με καημό το σχολείο, μόλις τέλειωσε το Δημοτικό, όμως για την αδελφή του ήταν κατηγορηματικός: « εγώ θα δουλέψω, εσύ θα πάς και στο Γυμνάσιο….» Στο μεταξύ πέθανε κι ο πατέρας τους, σε ατύχημα, τράκαρε άσχημα  και πέθανε ακαριαία,  ήταν κοινό μυστικό ότι στο αμάξι μαζί του ήταν και μια γυναίκα που τραυματίστηκε βαρειά ….το νέο κυκλοφόρησε αμέσως, όμως  τα παιδιά το μάθανε 3 μήνες μετά . Η χήρα δεν έκανε τον κόπο να ενημερώσει , κανέναν δεν ήθελε στην κηδεία , φρόντισε μάλιστα και πούλησε μέσα σε μια νύχτα,  όσο όσο  τα φορτηγά…. 

Ο  μόλις 12 χρονών Μαρίνος, δούλεψε φιλότιμα και ευσυνείδητα,  στις αποθήκες στο λιμάνι  κι όπου εύρισκε τίμιο μεροκάματο,  μέχρι που βρέθηκε ο μπάρμπα  Αναστάσης στο δρόμο του, εκτίμησε την εργατικότητα και τον καλό του χαρακτήρα και τον πήρε στη δούλεψή του. Χονδρεμπόριο χάρτου , έμαθε καλά τη δουλειά κι ο μπάρμπα Αναστάσης έγινε γι΄αυτόν και την Ρόδω , ο πατέρας που δεν είχαν ποτέ… ΄Ηρθαν δύσκολοι καιροί, ο μπάρμπα Αναστάσης αρρώστησε και πέθανε, ο Μαρίνος και η Ρόδω , μαζί  του κλείσανε τα μάτια, τον κλάψανε, τον αγαπήσανε σαν πραγματικό πατέρα κι εκείνος , τ΄αγάπησε τα ορφανά σαν πραγματικά παιδιά του….Η Ρόδω έγινε δασκάλα, αυτό ήταν τ ΄ονειρό της …. ο Μαρίνος καμάρωνε και αισθανόταν πανευτυχής… δάκρυζε κρυφά στη σκέψη ότι κατάφερε να κάνει τ΄ όνειρό της πραγματικότητα η αδελφή του…..σύντομα ήρθε και ο διορισμός της, σε τόπο μακρινό και άγνωστο, σ΄ένα αιγαιοπελαγίτικο νησί… Την συνόδεψε και  την βοήθησε να εγκατασταθεί με έναν κόμπο στο λαιμό και βουρκωμένα μάτια. Πρώτη φορά θα χώριζαν τ’  αδέλφια ,  ανάμεικτα τα συναισθήματα, χαρά και προσμονή για τη νέα ζωή, απελπισία και μαρασμός για τον αποχωρισμό…..Τότε η μοίρα,  έφερε στον δρόμο του Μαρίνου την Δόμνα….αγαπήθηκαν με την πρώτη ματιά, δεν χρειάστηκε περισσότερο για να καταλάβουν ότι ήταν αδελφές ψυχές……..

Δυό χρόνια αργότερα γνώρισε και η Ρόδω τον άνδρα της ζωής της,  συνάδελφος…..τότε ακριβώς έλαβαν και τα δύο άδέλφια μήνυμα από το παρελθόν….ένας Συμβολαιογράφος τους καλούσε εκ μέρους της Αρχοντίας….
Η Ρόδω ήταν εντελώς αρνητική, εκείνη την περίοδο της ζωής της την είχε θάψει βαθειά και καμία διάθεση δεν είχε να την ανασκαλέψει, ο Μαρίνος πάλι, με τον μειλίχιο και γλυκό του τρόπο , κατάφερε να την μεταπείσει «Πρέπει να δώσουμε συγχώρεση της είπε…» και αυτό έκαναν….στάθηκαν δίπλα στο κρεββάτι της ετοιμοθάνατης Αρχοντίας, κρατημένοι από το χέρι όπως τότε που ήταν παιδιά και άκουσαν την απολογία της μέσα σε μπερδεμένα λόγια κι αναφυλλητά… Προσπαθούσε εναγώνια να συρθεί από το κρεββάτι να πέσει στα γόνατά τους, προσπαθούσε να τους φιλήσει τα χέρια, η κοφτή αδύναμη ανάσα της εμπόδιζε τη φωνή της,  όμως ολοένα έβρισκε τη δύναμη και με γουρλωμένα μάτια  γεμάτα ένταση, επαναλάμβανε : « σ…χώρεση….σ…χώρεση….»

Η Ρόδω αισθανόταν παγωμένη την ψυχή , το μυαλό και τα μέλη της…..η πιο άβολη στιγμή της ζωής της, κάποια στιγμή της φάνηκε ότι μπροστά της είδε τη μάνα της ξαπλωμένη στο λευκό μαξιλάρι με τα μάτια κλειστά και τα ξανθά μαλλιά της ολόγυρα σαν φωτοστέφανο….έκανε  ασυναίσθητα μια κίνηση να σκύψει μπροστά , ο Μαρίνος της έσφιξε το χέρι, έσκυψε κι εκείνος, « Συχωρεμένη» είπε με σταθερή φωνή, «Συχωρεμένη» ψιθύρισε κι εκείνη ασυναίσθητα.

Ενας τρομερός ρόγχος βγήκε από το στόμα της Αρχοντίας, σάλεψε τα κοκκαλιάρικα χέρια της στον αέρα κι ύστερα απόμεινε ακίνητη, με τα μάτια ορθάνοιχτα καρφωμένα στο ταβάνι……»Εξέπνευσε» είπε ο Συμβολαιογράφος που στεκόταν παράμερα….πλησίασε και τράβηξε το σεντόνι σκεπάζοντας το μπλαβί της πρόσωπο......ύστερα τους έδωσε τα έγγραφα της κληρονομιάς, ακίνητα, αποθήκες, καταστήματα, η συχωρεμένη είχε κληρονομήσει και μια άκληρη θειά της,  στα  χέρια της Ρόδης απόθεσε ένα κουτί γεμάτο κοσμήματα , της Αρχοντίας τα περισσότερα, φανταχτερά και μεγάλης αξίας, αλλά μέσα ήτανε και τα χρυσά μανικετόκουμπα του πατέρα τους, η χρυσή καδένα και το ρολόϊ του, η αγκράφα της γραβάτας του,  οι 2 χρυσοί  βαπτιστικοί σταυροί τους, ο σταυρός της μάνας τους, οι βέργες τα βραχιόλια της, το μαργαριταρένιο της κολλιέ , το χρυσό της περιδέραιο, η βέρα της και δύο ακόμη δακτυλίδια…

Γιατί κατακλύστηκε από όλες αυτές τις μνήμες το ήξερε καλά η Ζαχά, στο μεσαίο της δάκτυλο, μαζί με τη βέρα της  φορούσε ένα δακτυλίδι της Ελισσώς…..κάθε τόσο το χάϊδευε ασυναίσθητα,  μήνες τώρα δούλευε το γλυπτό της  και μόλις χθές είχε τελειώσει το πρόπλασμα….Ο Τίμος είχε συγκινηθεί τόσο πολύ…..γνώριζε ότι είχε εμπνευστεί αυτό το έργο από την ιστορία ζωής του πατέρα του και την είχε υποστηρίξει με  ενθουσιασμό σε κάθε βήμα…. Συνέχισε να σημειώνει σχολαστικά τα ραντεβού της ημέρας, το έργο έπρεπε τώρα να χυτευθεί…… ένα  ορειχάλκινο σύμπλεγμα,  Ανδρας, γυναίκα και παιδί  …..Γονείς, Οικογένεια… η δωρεά της στην πόλη της !!!

Σημείωση:

Η ιστορία μου, είναι καταγραφή αληθινών ιστοριών ανθρώπων που έτυχε οι δρόμοι της ζωής μας να συναντηθούν κάποια στιγμή και με στιγμάτισαν βαθειά….

Η φωτό που επιλέγω γιά την Ρένα Χριστοδούλου ,  είναι το γλυπτό του Γιώργου Χουλιάρα με τίτλο "Το γλυπτό του ΄Ελληνα Μετάνάστη" και η λέξη : ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗ      https://www.huffingtonpost.gr/entry/-12182_gr_17242288  




Κυριακή, 20 Οκτωβρίου 2019

Γυναίκες ιατροί, από την αρχαιότητα, μέχρι τα τέλη του περασμένου αιώνα...




Αγνοδίκη η Αθηναία




H Αγνοδίκη έζησε στην Αθήνα τον 4ο π.Χ. αιώνα. Ήθελε να σπουδάσει Ιατρική, αλλά αυτό ήταν αδύνατο στην εποχή της, αφού αν το τολμούσε ως γυναίκα θα ερχόταν αντιμέτωπη ακόμα και με θανατική ποινή. Λόγω της αυστηρής απαγόρευσης, είχε παρατηρηθεί μεγάλο ποσοστό θνησιμότητας στις επίτοκες, γιατί πολλές ντρεπόντουσαν να εξεταστούν από άνδρες. Αυτός ήταν ο κυριότερος λόγος που ήθελε η νεαρή κοπέλα να γίνει μαία. Κόντρα στις απαγορεύσεις και τις προκαταλήψεις της εποχής, η Αγνοδίκη αποφάσισε να πάρει το ρίσκο και να πραγματοποιήσει το όνειρο της. Αφαίρεσε από επάνω της κάθε τι που μαρτυρούσε τη θηλυκή της πλευρά, έβαλε αντρικά ρούχα και μαθήτευσε δίπλα στον Ηρόφιλο, έναν από τους πιο ονομαστούς γιατρούς και έναν από τους πρώτους ανατόμους εκείνης της περιόδου. Η σχολή που είχε ιδρύσει στην Αλεξάνδρεια είχε σπουδαία φήμη. Κέρδισε γρήγορα τις εντυπώσεις και όλοι μιλούσαν για τον νεαρό που διέπρεπε στη μαιευτική και τη γυναικολογία. Αυτό που έκανε εντύπωση, πέρα από τις γνώσεις, ήταν τα λεπτά δάχτυλα του «νεαρού γιατρού», αλλά και η περίεργη γλυκύτητα του προσώπου του. Για να τις καθησυχάσει, αποκάλυπτε σε κάποιες περιπτώσεις ότι ήταν γυναίκα, με σκοπό να την εμπιστευθούν και να αισθανθούν ακόμα πιο ασφαλείς στα χέρια της. Το μυστικό της δεν διέρρευσε. Είχε τόση πολύ δουλειά που πλέον είχε γίνει αισθητή η προτίμηση στο πρόσωπό της. Οι άνδρες συνάδελφοί της, μη γνωρίζοντας ότι έχουν να ανταγωνιστούν μια γυναίκα, έψαχναν να βρουν τρόπο να εξαφανίσουν τον νεαρό γιατρό που τους πήρε την πελατεία. Έτσι ξεκίνησαν να τον κατηγορούν ανοιχτά ότι συνάπτει εξωσυζυγικές σχέσεις με τις κυρίες που εξετάζει. Οι συκοφαντίες πύκνωσαν τόσο που τελικά συνελήφθη και οδηγήθηκε σε δίκη. Η Αγνοδίκη αποφάσισε προς υπεράσπισή της να αποκαλύψει την πραγματική της ταυτότητα. Το κατηγορητήριο ξέσπασε και απαίτησε άμεσα την θανατική της καταδίκη. Την υπερασπίστηκαν όλες οι γυναίκες που είχε γιατρέψει. Οι δικαστές χωρίς να έχουν να της προσάψουν κάποια άλλη βαριά κατηγορία, αναγκάστηκαν να την αθωώσουν γιατί το πλήθος είχε εξαγριωθεί με την άδικη κατηγορία. Η Αγνοδίκη η Αθηναία ήταν η πρώτη γυναίκα μαιευτήρας – γυναικολόγος στην Ιστορία....










Μαρία Καλαποθάκη



Μαρία Καλαποθάκη. Η πρώτη Ελληνίδα Ιατρός 0



Η Μαρία Καλοποθάκη γεννήθηκε το 1859 στην Αθήνα, πατέρας ήταν ο Μιχαήλ Καλοποθάκης και μητέρα της Αμερικανίδα-ονόματι Μάρθα Χούπερ Μπλάκλερ από το Μάρμπλχέντ, της Μασσαχουσσέττης.
Μετά τον πρόωρο θάνατο της μητέρας της το 1871, στάλθηκε με τη νεώτερη αδελφή της σε συγγενείς της στην Αμερική, όπου πήγε στο σχολείο για αρκετά χρόνια. Ηταν για τα πρώτα δύο χρόνια μαθήτριες στο διάσημο σχολείο της Κυρίας Χαίηνς στην Νέα Υόρκη, μετά πήγαν στο Φαίρφαξ Χώλ στο Ουίντσεστερ της Βιρτζίνια .
Επιστρέφοντας στην Αθήνα, διδάχτηκε με την βοήθεια ενός Ελληνα προγυμναστή και έλαβε το δίπλωμα από το Παρθεναγωγείο. Επέστρεψε σύντομα στις Ηνωμένες Πολιτείες και γράφτηκε στο Χάρβαρντ Αννεξ (τώρα Κολλέγιο Ραντκλιφ) παίρνοντας την ανώτερη τάξη των Ελληνικών. Πριν επιστρέψει στην Αθήνα πήρε την άδεια να ακολουθεί τις νοσοκόμες στην επίσκεψή τους στο Γενικό Νοσοκομείο της Μασαχουσέτης, για να πάρει μία ιδέα από την νοσοκομειακή εκπαίδευση και να δει αν είχε την δύναμη να παραστεί σε αυτοψίες, σε εγχειρήσεις και σε επιθανάτιες κλίνες. Είχε κατά νουν μία πρακτική εφαρμογή των γνώσεών της ιδρύοντας στην Αθήνα μία τάξη Ελληνίδων Διακονισσών, σύμφωνα με το σχέδιο Κάϊζερβέρθ κάνοντας την νοσηλεία κλήση με μοντέρνες για την εποχή Αγγλοαμερικανικές μεθόδους.

Η Αθήνα στις αρχές της δεκαετίας του 1880, ήταν ακόμα πολύ συντηρητική και όσον αφορά στις γυναίκες θα μπορούσε να περιγραφεί σαν έντονα μεσοβικτωριανή. Το Πανεπιστήμιο της Αθήνας δεν είχε ακόμα αντιμετωπίσει τα προβλήματα της ανώτατης εκπαιδεύσεως των γυναικών. Ηταν στο Παρίσι που η Μαρία Καλοποθάκη, η πρώτη Ελληνίδα γιατρός στράφηκε για την ιατρική της εκπαίδευση.
Εγινε δεκτή στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου του Παρισιού τον Οκτώβριο του 1886, αφού οι προηγούμενές της σπουδές έλαβαν την αναγνώριση και την ισοτιμία του Γαλλικού Μπακαλωρεά ες Λετρ, Και από τότε για οκτώ χρόνια απήλαυσε ίσων δικαιωμάτων και προνομίων με τους άνδρες στις παραδόσεις, στα εργαστήρια, στο ανατομείο, στους θαλάμους των νοσοκομείων, και στο χειρουργείο, σύμφωνα με τις, όπως αναφέρει η ίδια, “φιλελεύθερες παραδόσεις και την σωστή αίσθηση του δικαίου της Γαλλικής νοοτροπίας”.
Κατά την διάρκεια των ετών που πέρασαν στην νοσοκομειακή υπηρεσία μερικών από τους πιο σπουδαίους κλινικούς και χειρουργούς του Παρισιού, έκλινε έντονα προς την χειρουργική και την γυναικολογία, και σε μία στιγμή όταν η αντισηψία έδινε χώρο στην ασηψία, ξόδευε όλο τον ελεύθερο χρόνο της στην ανατομία. Εχοντας υπ’όψιν της τις ανάγκες στην Ελλάδα, όμως, έδωσε την προσοχή της στις ασθένειες των παιδιών και η διδακτορική της διατριβή ήταν σχετικά με τα προβλήματα και τις βλάβες στις χρόνιες γαστρεντερικές δυσλειτουργίες των βρεφών. Ακολούθησε μία μονογραφή βασισμένη στην έρευνα της αναπτύξεως των στομαχικών αδένων στο έμβρυο από τον έκτο μήνα έως την γέννηση.
Επέστρεψε στην Αθήνα αργά το 1894, και αφού πέρασε τις προφορικές και γραπτές εξετάσεις μπροστά στην Ελληνική Ιατρική Σχολή, άρχισε να ασκεί την γενική ιατρική αν και της σύστησαν να κάνει την γυναικολογία ειδικότητά της. Ως η πρώτη γυναίκα γιατρός συστήθηκε αμέσως από την ”Φιλόπτωχο Εταιρεία” μία φιλανθρωπική οργάνωση που υποστηριζόταν από τις προσπάθειες και τις θυσίες των καλύτερων κυριών της Αθήνας. Κατά την διάρκεια των τριών ετών σε αυτήν την εταιρεία έμαθε, όπως αναφέρει, την μεγάλη αξία του Αττικού ήλιου και των αττικών ανέμων στην δημόσια υγεία. Για να χαράξει κανείς τις απαρχές του γυναικείου ιατρικού κινήματος στην Ελλάδα, πρέπει να πάει πίσω στις αρχές της δεκαετίας του 1890 όταν το Πανεπιστήμιο της Αθήνας πρώτη φορά δέχτηκε γυναίκες σε ένα οποιοδήποτε τμήμα του. Η πρώτη Ελληνίδα που έγινε δεκτή ήταν η Ιωάννα Στεφανοπούλου, εκδότρια του ”Messager d’ Athènes”, ενός από τα δύο επίσημα έντυπα της Ελληνικής Κυβερνήσεως. Εγινε δεκτή στις παραδόσεις της Φιλοσοφικής σχολής χωρίς αντίσταση.
Το 1892 δύο αδελφές από την Κεφαλλονιά, η Αγγελική και η Αλεξάνδρα Παναγιωτάτου, έγιναν δεκτές χωρίς δυσκολία από την Ιατρική σχολή και χωρίς εμφανή εχθρότητα από την πλευρά των φοιτητών. Ούτε αυτός ο νεωτερισμός έφερε αποδοκιμασία από την κοινή γνώμη αλλά μάλλον μία σκεπτικιστική συγκράτηση όσον αφορά στα αποτελέσματα αυτού του τολμηρού βήματος. Το 1894 τέσσερις άλλες γυναίκες έγιναν δεκτές η Ανθή Βασιλειάδου, η Αννα Κατσίγρα, η Ελένη Αντωνιάδου και η Βασιλική Παπαγεωργίου. Δεν συνάντησαν ενόχληση από τους συμφοιτητές τους εκτός από την γνωστή επίδειξη ανωριμότητας και θορυβώδους διαθέσεως των πρωτοετών φοιτητών που επιδεικνύεται παγκοσμίως. Αυτή η φάση γρήγορα έδωσε θέση σε σχέσεις αμοιβαίας κατανοήσεως και συντροφικότητας.
Η θέση των Ελληνίδων γυναικών ήταν διαμέσου των αιώνων της σκλαβιάς μία στάση αξιοπρέπειας και υπευθυνότητας στην διατήρηση ζωντανής της παραδόσεως του καθήκοντος της τιμής, της σεβασμού της θρησκείας στην οικογένεια.
Αφού δημιουργήθηκε το βασίλειο της Ελλάδος, γυναίκες με μόρφωση και κοινωνική θέση εργάστηκαν σταθερά και αφανώς . Οι ικανότητές τους και η εκτελεστική τους ικανότητά ς θα παρέμεναν << εν υπνώσει >> αν δεν ξέσπαγε ο Ελληνοτουρκικός πόλεμος του 1897 που τις κάλεσε σε συντονισμένη δράση.
Η Βασίλισσα Ολγα της οποίας οι φιλανθρωπίες έφταναν μέχρι της δημιουργίας δικού της νοσοκομείου για τους φτωχούς είδε τώρα το όνειρό της για νοσηλεία σαν επάγγελμα για τις μορφωμένες γυναίκες, να παίρνει μία απτή μορφή. Δήλωσε ότι χρειάζονταν εθελόντριες νοσοκόμες. Η Μαρία Καλοποθάκη ανέλαβε την εκπαίδευση τους με την βοήθεια των τεσσάρων φοιτητριών της Ιατρικής. Εντονη εκπαίδευση με παραδόσεις και επιδείξεις παραδίνονταν καθημερινά σε ένα πολυπληθές ακροατήριο γυναικών κάθε ηλικίας και τάξεως και ειδική εκπαίδευση σε αυτούς που έδειχναν ιδιαίτερη ικανότητα για μεγαλύτερες υπευθυνότητες. Η Μαρία Καλοποθάκη παρασημοφορήθηκε από την Βασίλισσα Ολγα για το έργο της και το καλοκαίρι του 1899 έλαβε αργυρό μετάλλιο με σταυρό με από κάτω ερυθρή ταινία με χαραγμένη την ημερομηνία 1897 σε ειδική τελετή που οργανώθηκε στα ανάκτορα για τις γυναίκες που συμμετείχαν στον ατυχή πόλεμο.
Χάρις στην φιλελεύθερη νοοτροπία πλουσίων Ελλήνων στο εξωτερικό και στην αφοσιωμένη εργασία της εκτελεστικής επιτροπής έκανε δυνατή για την Ενωση των Ελληνίδων Γυναικών να θέσουν στη διάθεσή του Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού σε πολύ βραχύ διάστημα ένα τέλεια οργανωμένο νοσοκομείο για την έδρα των εχθροπραξιών στο Βόλο και να προετοιμάσουν ένα άλλο σαν νοσοκομείο βάσης στην Αθήνα . Ο Βόλος στον Παγασητικό κόλπο επελέγει λόγω της ευκολίας της μεταφοράς των τραυματιών στην Αθήνα με νοσοκομειακά πλοία . Το νοσοκομείο στεγάστηκε στο οίκημα Ι. Κυριαζή που παραχωρήθηκε δωρεάν . Το προσωπικό αποτελούσαν δυο χειρουργοί του Ερυθρού Σταυρού Μιχ.Καντάς Αγγ.Ευαγγελίδης, η Καλοποθάκη διευθύντρια και Κατσίγρα ( φοιτήτρια) με 20 διαλεγμένες νοσοκόμες που επιβλέπονταν από δύο εκπαιδευμένες νοσοκόμες Αγγλίδες τις Rider και Dunbar .
Η Ενωση των Ελληνίδων Γυναικών οργανώθηκε από την Καλλιρρόη Παρρέν (ήταν επίσης η πρώτη υπέρμαχος των δικαιωμάτων των γυναικών όπως υπήρχαν στις άλλες χώρες), και η κήρυξη του πολέμου του 1897 βρήκε ανταπόκριση στην συντονισμένη δράση της Ενώσεως των Ελληνίδων γυναικών, στην οποία οι πρωτοπόρες γυναίκες ιατροί πήραν ενεργό μέρος.



Αγγελική Παναγιωτάτου



Το 1908, αν και ορισμένες πηγές αναφέρουν ότι έγινε το 1910, οι φοιτητές της Ιατρικής Σχολής της Αθήνας εξαγριώθηκαν, όταν αντίκρισαν ένα πρωτόγνωρο θέαμα στις πανεπιστημιακές αίθουσες. Μία γυναίκα καθηγήτρια. Το όνομα της υφηγήτριας ήταν Αγγελική Παναγιωτάτου και υπήρξε η πρώτη γυναίκα απόφοιτος της Ιατρικής.


Σύμφωνα με περιγραφές του Γρηγόριου Ξενόπουλου στο περιοδικό «Διάπλασις των Παίδων», οι φοιτητές ξεσηκώθηκαν και φώναζαν προσβολές στην Παναγιωτάτου. Η Αγγελική Παναγιωτάτου (1878 – 1954) από τη Θηνιά Κεφαλλονιάς ήταν η πρώτη γυναίκα που αποφοίτησε από την Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών Πιο χαρακτηριστική ήταν η προτροπή «στην κουζίνα!», που είχε ως στόχο να της υπενθυμίσει ποιο ήταν το μέρος που της άρμοζε.

Ο πρωθυπουργός Ελευθέριος Βενιζέλος την υποστήριξε, αποκαλώντας τη διδασκαλία της «σοφή», αλλά τα λόγια του δεν ήταν αρκετά για να εξασφαλίσουν τη θέση της στο ελληνικό πανεπιστήμιο. Τελικά, η Παναγιωτάτου εγκαταστάθηκε στην Αίγυπτο, όπου και εργάστηκε για το μεγαλύτερο μέρος της ζωής της. «Δεν έχω την τιµή να είµαι Γαλλίδα. Είµαι Ελληνίδα» Η Αγγελική Παναγιωτάτου και η αδερφή της, Αλεξάνδρα, γεννήθηκαν στη Θηνιά της Κεφαλλονιάς. Η οικογένειά της ήταν ευκατάστατη. Ο πατέρας της έμπορος και η μητέρα της καταγόταν από αρχοντική οικογένειά. Και οι δύο αδελφές διέπρεψαν στα μαθήματα και συνέχισαν τις σπουδές τους στην Κέρκυρα. Εγκαταστάθηκαν στην Αθήνα, όπου φοίτησαν στο Αρσάκειο και στη Σχολή των Γαλλίδων Καλογραιών. Ήθελαν να συνεχίσουν στην ανώτερη εκπαίδευση, αλλά η είσοδος στο πανεπιστήμιο απαιτούσε απολυτήριο γυμνασίου και στα σχολεία θηλέων δεν υπήρχαν απολυτήριες εξετάσεις.

Στην αυτοβιογραφία της, η Παναγιωτάτου έγραψε πως η ίδια έψαξε τη λύση στα νομικά βιβλία. Εξέτασε τη νομοθεσία και αντιλήφθηκε ότι δεν αναφερόταν πουθενά ρητή άρνηση για μία μαθήτρια να δώσει εξετάσεις και να περάσει στο πανεπιστήμιο. Έτσι κατάφεραν οι δύο αδερφές να γίνουν οι πρώτες φοιτήτριες στην Ιατρική, το 1893. Όπως ήταν αναμενόμενο, η γυναικεία παρουσία στη σχολή συνοδεύτηκε από πολλά κακεντρεχή σχόλια, όπως το περίφημο «στην κουζίνα!» Μερικές φορές, χρησιμοποιούσε το φύλο της και για καλό. Κατά τη διάρκεια μιας αναστάτωσης, όπου ένας φοιτητής σημάδεψε με όπλο τον καθηγητή Ρήγα Νικολαΐδη, η Παναγιωτάτου σηκώθηκε όρθια και στάθηκε μπροστά του.

Η γυναικεία παρουσία εξέπληξε τον φοιτητή, ο οποίος φάνηκε και συνέρχεται και άφησε το όπλο.

Αποφοίτησε το 1897

Την ίδια χρονια ο πρύτανης και καθηγητής της Φυσικοµαθηµατικής Σχολής του Πανεπιστηµίου Αθηνών, Αντώνιος Χρηστοµάνος, ανακοίνωσε πως ήταν μάταιο πια να εμποδίζουν τη χειραφέτηση των γυναικών, καθώς είχε μπει σε τελική ευθεία. Οι άντρες όφειλαν να «ανέχονται τις γυναίκες και να μην παρακωλύουν την επιστημονική ανάπτυξη του γυναικείου φύλου, αλλά ούτε και την ενισχύουν με υπερβολική ενθάρρυνση».

Η Παναγιωτάτου ειδικεύτηκε στη μικροβιολογία και εγκαταστάθηκε στην Αίγυπτο, όπου μελέτησε τις τροπικές ασθένειες Παράλληλα με τις ιατρικές έρευνες, οι οποίες βραβεύτηκαν με το παράσημο του Τάγματος του Νείλου, ασχολήθηκε με τη φιλολογία και τη λογοτεχνία. Άνοιξε το πρώτο φιλολογικό σαλόνι της Αλεξάνδρειας και υπήρξε πολύ δραστήρια στην ελληνική κοινότητα. Όταν βρέθηκε στο Παρίσι για να βραβευτεί από την Ακαδημία Επιστημών για το έργο της, «Εντερική αµοιβάδωσις και εξωεντερικές εντοπίσεις», την παρουσίασαν ως «σοφή Γαλλίδα». Η Παναγιωτάτου αμέσως τους διόρθωσε: «Ευχαριστώ θερµά για την επαινετική προσφώνηση, αλλά δεν έχω την τιµή να είµαι Γαλλίδα. Είµαι Ελληνίδα».

Το 1938 έγινε η πρώτη έκτακτη καθηγήτρια Υγιεινής και Τροπικής Παθολογίας στην Ελλάδα. Το 1947, η πρώτη καθηγήτρια της Ιατρικής Σχολής «τιμής ένεκεν» και το 1950, η πρώτη γυναίκα, αντεπιστέλλον μέλος της Ακαδημίας Αθηνών. Πέθανε στην Αλεξάνδρεια το 1954.
Οι Ελληνίδες φοιτήτριες

Η Παναγιωτάτου ήταν απ’ τις λίγες Ελληνίδες που κατάφεραν να σπουδάσουν. Το 1884 η Σεβαστή Καλλισπέρα προσπάθησε να γραφτεί στη Φιλοσοφική Σχολή, έγραψε άριστα στις εξετάσεις, αλλά το υπουργείο Παιδείας αρνήθηκε να τις επικυρώσει.

Τελικά, αναγκάστηκε να φύγει για τη Γαλλία και να σπουδάσει στη Σορβόννη. Η Ιωάννα Στεφανοπούλου ήταν η πρώτη φοιτήτρια που γράφτηκε στο πανεπιστήμιο το 1890, προκαλώντας τον πρύτανη να διαμαρτυρηθεί επειδή «αναμειγνύονταν τα φύλα». Εκτός από τους άντρες και τα προσβλητικά τους σχόλια, οι φοιτήτριες είχαν να αντιμετωπίσουν τις «καλοπροαίρετες» συμβουλές γυναικείων περιοδικών, η «Εφημερίδα των Κυριών». Συνιστούσε στις φοιτήτριες να αποφύγουν κάθε είδους κινητοποίηση ή διαμαρτυρία, γιατί δεν ήταν πρέπον μια κοπέλα να τρέχει στους δρόμους με λυτά μαλλιά ή βρεγμένα ρούχα, σε περίπτωση που τους κατέβρεχε η αστυνομία, ούτε βέβαια να βρίσκεται σε χώρους που μπορούσαν να ακουστούν «αντρικές βρισιές»….




Δευτέρα, 30 Σεπτεμβρίου 2019

Γυναίκες.....να θυμάστε....







Γυναίκες …
Να θυμάστε ότι ένα στρώμα σκόνης προστατεύει τα έπιπλα …
Ένα σπίτι είναι πιο όμορφο όταν μπορείτε να γράψετε «σ ‘αγαπώ» στη σκόνη πάνω στα έπιπλα.
Δούλευα 8 ώρες κάθε Σαββατοκύριακο για να κάνω τα πάντα τέλεια, «για την περίπτωση που κάποιος έρθει.» Τελικά συνειδητοποίησα ότι «κανείς δεν ήρθε», επειδή όλοι ζούσαν τη ζωή τους περνώντας καλά!
Τώρα, αν κάποιος έρθει, δεν χρειάζεται να εξηγήσω για την κατάσταση που βρίσκεται το σπίτι: ενδιαφέρονται περισσότερο να ακούσουν όλα τα ενδιαφέροντα πράγματα που έχω κάνει ζώντας τη ζωή μου.
Στην περίπτωση που δεν το συνειδητοποίησες … η ζωή είναι σύντομη, απόλαυσέ τη!
Καθάρισε, μόνο εάν είναι απαραίτητο …
Θα ήταν καλύτερα να ζωγραφίσεις ένα πίνακα, να γράψεις ένα γράμμα, να κάνεις ένα κέικ, να φυτέψεις ένα λουλούδι, ή να σκεφτείς τη διαφορά μεταξύ των ρημάτων «Θέλω» και «πρέπει».
Καθάρισε, μόνο εάν είναι απαραίτητο, γιατί ο χρόνος είναι λίγος …
Υπάρχουν πολλές παραλίες και θάλασσες για να κολυμπήσεις, πολλά βουνά να αναρριχήσεις, πολλά ποτάμια να περιηγηθείς, μια μπύρα να πιείς, μουσική να ακούσεις, βιβλία να διαβάσεις, πολλοί φίλοι να αγαπήσεις , πολλά δημιουργικά χόμπυ να καταπιαστείς και ζωή μπροστά σου για να ζήσης.....
Καθάρισε, μόνο εάν είναι απαραίτητο, αλλά …
Υπάρχει ένας κόσμος εκεί έξω όπου: ο ήλιος μπορεί να χτυπήσει στο πρόσωπό σου, ο άνεμος να φυσήξει στα μαλλιά σου, το χιόνι που πέφτει, ένα ντους βροχής … Αυτή η μέρα δε γυρνάει πίσω …
Καθάρισε, μόνο εάν είναι απαραίτητο, αλλά …
Να θυμάστε ότι τα γεράματα έρχονται και δεν θα είναι ποτέ όπως τώρα … Και όταν έρθει η σειρά σου, θα  μετατραπείς κι εσύ σε σκόνη .....



Σάββατο, 14 Σεπτεμβρίου 2019

ΘΕΡΟΣ, ΤΡΥΓΟΣ, ΠΟΛΕΜΟΣ....



Το θέρος παρήλθε κι εμείς εμπειρία θερισμού δεν έτυχε να έχουμε ακόμη,  εμπειρία πολέμου βεβαίως  δεν ευχόμαστε να έχει κανείς ,  ευτυχήσαμε  όμως αυτό το Σεπτέμβρη,  να έχουμε εμπειρία Τρύγου.....στην Πάτρα, συγκεκριμένα στην ΑΧΑΪΑ ΚΛΑΟΥΣ !!!

Αντιλαλεί ακόμα η πλαγιά του Κούκουρα από τις χαρούμενες φωνές των τρυγητάδων της Μαυροδάφνης στο αμπελοτόπι της ACHAIA CLAUSS. Στην ίδια πλαγιά όπου, πριν από 158 χρόνια ο φωτισμένος Βαυαρός φιλέλληνας Gustav Clauss πρωτοαντίκρισε τα φλογερά μαύρα μάτια της Δάφνης και τα μετουσίωσε σε ένα γλυκό σταφύλι κι ένα φλογερό κρασί.



Εκεί, το Σάββατο 7 Σεπτεμβρίου στις 7 τα χαράματα, στην αχλή της ανατολής και στην πρωινή δροσιά, είχε δοθεί το ραντεβού για τον 158ο Τρύγο της Μαυροδάφνης. Αφού μοιράστηκαν οι μπλε φόρμες εργασίας, τα λευκά μπλουζάκια, τα καπελάκια, οι ψαλίδες και τα κοφίνια, δόθηκε η έναρξη του φετινού Τρύγου της Μαυροδάφνης από την Master of Wine οινολόγο κα Όλγα Καραπάνου-Crawford και τον οινολόγο κο Σωτήρη Καραγιάννη, οι οποίοι έδωσαν και τις πρώτες οδηγίες για το σωστό τρύγημα του μαύρου σταφυλιού.

Ο μικρότερος τρυγητής....μηνών 19 

Μαυροδάφνη



Ο υπομονετικός Τσίλιας, το άσπρο άλογο του Κτήματος, χορτασμένο από τα χάδια και την αγάπη μικρών και μεγάλων, αγέρωχος ξεκίνησε το έργο του, την μεταφορά των γεμάτων με σταφύλια κοφινιών, στην διαλογή-αποβοστρύχωση. Εκεί, οι τρυγητάδες με προσήλωση, με κέφι και τραγούδια, διαχώριζαν τις ρώγες από τους βοστρύχους-τα τσαμπιά.

Μελισσέα φυσικό γλυκό κρασί


Την ίδια ώρα οι οινολόγοι και οι αμπελουργοί παρουσίαζαν τη διαδικασία παραγωγής ροζέ κρασιού από σταφύλι Μαυροδάφνης, κατά την οποία ολόκληρο το τσαμπί μπαίνει μέσα στην στροφιλιά. Πιο πέρα ''γύριζαν'' το Μοσχάτο Ρίου, το οποίο είχε απλωθεί πριν λίγες μέρες στον ήλιο, στις λιάστρες, για την παραγωγή του λιαστού Μοσχάτου Ρίου, της γλυκιάς Μελισσέας.



Τα πιτσιρίκια, ξετρελαμένα με το άλογο, ζητούσαν συνεχώς βόλτες στην καρότσα γύρω-γύρω στην αυλή του Κτήματος.
Ο ιερέας Νικόλαος Γουρδούπης ευχήθηκε ''ευλόγησον Κύριε τον καρπόν τούτον της αμπέλου, τον νέον...'' Τον καρπό που μας δίνει το κρασί, που ο Χριστός ευλόγησε στην Κανά, αλλά και μας το παρέδωσε στον Μυστικό Δείπνο ως το στοιχείο εκείνο που μαζί με το ψωμί, την ώρα της Θείας Λειτουργίας αφθαρτοποιούνται χαρισματικά, μετουσιωνόμενα σε ''σώμα και αίμα'' Θεία Ευχαριστία.



Ο βαρελάς, ο κος Απόστολος από το Μέτσοβο, έκανε συντήρηση ενός βαρελιού, επιδεικνύοντας μια παλιά τέχνη, χαμένη πια στις μέρες μας, την τέχνη του βαρελοποιού. ''Ξεφουντάρισε''- αποσυναρμολόγησε ένα δρύινο βαρέλι, έξυσε- καθάρισε τις δούγες από τη μούργα και τα ιζήματα, το ''έκαψε'' εσωτερικά, διότι το κάψιμο αποτελεί την σημαντικότερη ίσως κατεργασία στην κατασκευή του βαρελιού με την μεγαλύτερη επίδραση στον τελικό χαρακτήρα και τα αρωματικά χαρακτηριστικά του βαρελιού, και τελικά το ξανασυναρμολόγησε και το παρέδωσε έτοιμο για χρήση.

Λαχταριστές ντομάτες από το κοντινό χωριό, ελιές, φέτα, τουρσιά....

Μετά τον αγώνα στον ιδιότυπο ''πόλεμο'' του Τρύγου, η ανάπαυση των ''πολεμιστών'' ήταν απαραίτητη. Ήρθε η ώρα ''μισθόν μοχθήσαντα δούναι''. Κάτω από την Λόντζα και μέσα στην Κάβα Δανιηλίδος, είχαν στηθεί τα τραπέζια με πεντανόστιμες παραδοσιακές λιχουδιές και άφθονο κρασί. Όλες οι διαδικασίες έγιναν σχεδόν όπως την πρώτη φορά, πριν από 158 χρόνια, στην ίδια πλαγιά του Κούκουρα, μια τέτοια μέρα του Σεπτεμβρίου του 1861.
Μοσχομυριστή φασολάδα, φρεσκοψημένο ψωμί με λάδι, ρίγανη
, αλάτι

Ο μικρός μας τρυγητής, μπορεί να μην κατάλαβε πολλά από την διαδικασία, όμως χάρηκε τη βόλτα με το κάρο, σήκωσε με καμάρι το καλαθάκι με τα σταφύλια που μαζέψαμε , γεύτηκε τη φασολάδα, το φρεσκοψημένο ψωμάκι με λάδι , αλάτι και ρίγανη, τις κατακόκκινες ζουμερές ντομάτες, το τυράκι και τις ελιές που προσφέρθηκαν  πλουσιοπάροχα στους τρυγητές.....κρασί εννοείται δεν δοκίμασε, όμως οι υπόλοιποι είχαν την ευκαιρία να δοκιμάσουν ελεύθερα όλες της ποικιλίες του κτήματος....

Ευλογία το φρεσκοψημένο ψωμί....!!!

Εύχομαι να μας αξιώσει ο Θεός να συμμετέχουμε και πάλι σ΄αυτό το υπέροχο πανηγύρι ....