Τρίτη, 27 Σεπτεμβρίου 2016

Η αληθινή ιστορία της Σταχτοπούτας






Γνωρίζετε φίλες μου τις αληθινές ιστορίες που "κρύβονται" πίσω από τα πασίγνωστα παραμύθια;;; Σήμερα θα σας αποκαλύψω την αληθινή ιστορία της ΣΤΑΧΤΟΠΟΥΤΑΣ  , οι πληροφορίες μου, σας βεβαιώνω ότι  προέρχονται  από αξιόπιστη πηγή .  Θα χαρώ να διαβάσω τα σχόλια, και τις σκέψεις σας...

Η αληθινή ιστορία της Σταχτοπούτας….

Καιρός είναι πιά να γνωρίσουμε την αληθινή ιστορία της Σταχτοπούτας , του γνωστού παραμυθιού, που είναι όμως γεμάτο ανακρίβειες και μυθεύματα…..
Στην πραγματική ιστορία, υπάρχει μητριά αλλά όχι κακιά, ζηλιάρα και φθονερή όπως χαρακτηρίζεται εντελώς άδικα και αυθαίρετα από το παραμύθι, αλλά μία δυναμική και πανέξυπνη γυναίκα που χήρεψε πολύ νέα και παντρεύτηκε στα 35 της, σε δεύτερο γάμο, τον Υπουργό των Οικονομικών της χώρας που ζούσε, έναν αρκετά μεγαλύτερό της άνδρα, χήρο επίσης, με μεγάλο αξίωμα, καλοστεκούμενο, ευκατάστατο από ευγενική γενιά και πατέρα δύο κοριτσιών ηλικίας τότε 8 και 9 ετών…
Η γυναίκα αυτή λοιπόν, αμέσως κατάλαβε ότι αυτά τα κορίτσια θα αποτελούσανε το μοναδικό πρόβλημα στο γάμο της , μιας και ήτανε ατίθασα και κακομαθημένα, μεγαλωμένα με νταντάδες και κάποιες γυναίκες του περιβάλλοντος της εκλιπούσας μάνας τους ,που φροντίζανε να μην τους χαλάνε χατήρι, να υποκύπτουνε σε κάθε καπρίτσιο τους, να τις κανακεύουνε και να τις κολακεύουνε ασύστολα… Ο πατέρας τους αφοσιωμένος στα υψηλά καθήκοντά του και παραδομένος στη θλίψη του για το θάνατο της αγαπημένης του συζύγου, δεν είχε ασχοληθεί προσωπικά με την επιμέλεια των κοριτσιών του, φρόντιζε όμως να τους παρέχει άφθονα υλικά αγαθά.
Τι νομίζετε ότι έκανε η πανέξυπνη αυτή γυναίκα;;;Εκανε κάτι πρωτόγνωρο και εντελώς έξω από τα αναμενόμενα. Αφιέρωσε πολύ χρόνο για να προσεγγίσει τα κορίτσια, έδειξε αληθινό ενδιαφέρον και προσπάθησε με κάθε τρόπο, να κερδίσει τη συμπασθεια και την εμπιστοσύνη τους. Προσέλαβε τους κατάλληλους ανθρώπους, δασκάλους και παιδαγωγούς για να βάλει με τη βοήθειά τους, μία σειρά στη ζωή τους, να τους μάθει καλούς τρόπους, συμβουλεύτηκε ψυχολόγους και ειδικούς….και με πολύ κόπο μπόρεσε να φέρει τις αναγκαίες αλλαγές ώστε η συμβίωσή τους να μην είναι μαρτυρική….
Βέβαια τα προβλήματα δεν έλειπαν και πολύ συχνά ξεσπούσανε καυγάδες, φωνές και κλάματα κι εκείνη με θαυμαστή υπομονή και σύνεση διευθετούσε τις κρίσεις, παρηγορούσε, συμβούλευε, οριοθετούσε….τα παιδιά είχανε βαθειά τραύματα, ατίθασο χαρακτήρα και τις περισσότερες φορές… ανεξέλεγκτη συμπεριφορά.
Εκείνη πάντως , ομολογουμένως , έκανε τα πάντα για διατηρεί την οικογενειακή γαλήνη και κυρίως για να τις προετοιμάσει για τον ερχομό και του δικού της παιδιού, που δεν άργησε να συμπληρώσει την οικογένεια και να προκαλέσει εκρήξεις ζήλιας, θυμού και οργής στις μεγαλύτερες θυγατέρες του Υπουργού των Οικονομικών.
Ετσι ο ερχομός ενός ακόμη κοριτσιού, ενός πανέμορφου μωρού που χάρισε απέραντη χαρά και ευτυχία στους δύο γονείς, πυροδότησε όλα τα αρνητικά συναισθήματα των μεγαλύτερων κοριτσιών και η ζωή στο σπίτι έγινε πραγματικά ανυπόφορη….
Η μητριά έφτασε στα όρια των αντοχών της, αλλά και πάλι κατάφερε να πάρει την κατάσταση στα χέρια της γεμίζοντας την καθημερινότητα των δύο νεαρών με ενδιαφέροντα πράγματα, εκτός από τα κανονικά μαθήματά τους, σπόρ, εκδρομές, συμμετοχή σε ομαδικά αθλήματα, θεατρική ομάδα, μουσική…..και όσο μεγαλώνανε και φθάσανε στην εφηβεία, φρόντισε η ίδια να τις συνοδεύει σε επισκέψεις στα κομμωτήρια, στα σπά, και τα ινστιντούτα αισθητικής για αποτριχώσεις, θεραπείες και τα συναφή.
Παρ΄όλα αυτά, ο κακός χαρακτήρας τους , ο εγωκεντρισμός, η γρουσουζιά,  αλαζονεία και η ζήλεια τους ,εκδηλωνόντουσαν σε κάθε ευκαιρία, γι΄αυτό δεν είχανε πραγματικές φίλες ούτε ήτανε αγαπητές στις παρέες….
Ο καιρός περνούσε, η μικρή μεγάλωνε επίσης, ένα χαριέστατο πλάσμα, ευγενικό, καλοσυνάτο και πανέμορφο που προκειμένου να μην προκαλεί τις εκρήξεις θυμού των μεγαλύτερων αδελφών του, ζούσε στο δικό του κόσμο, με τα παιχνίδια, τα βιβλία , τις ζωγραφιές και τα μαθήματά του, αθόρυβα και ήρεμα. Η αγαπημένη της θέση ήτανε πραγματικά δίπλα στο μεγάλο τζάκι της κουζίνας , σ΄ένα σκαμνάκι που περνούσε τις ομορφότερες ώρες της διαβάζοντας ή κεντώντας…. μακριά από τη βαβούρα , τις κακίες και τα νεύρα των αδελφών της. Η μητέρα της, ήτανε τόσο απασχολημένη με τα μεγαλύτερα κορίτσια που εκείνη, είχε ελάχιστο χρόνο να περνάει μαζί της, παρ΄όλα αυτά δεν παραπονιότανε ούτε ζήλευε, γέμιζε τον ελεύθερο χρόνο της με όλα όσα τη γέμιζαν χαρά, τις φίλες της, τα αγαπημένα της βιβλία και τα κεντήματά της .
Εφθασε ο καιρός που η μητριά έπρεπε να φροντίσει για την αποκατάσταση των μεγαλύτερων κοριτσιών , ο πατέρας τους τότε , ήτανε νύχτα μέρα στο Υπουργείο, γιατί η χώρα είχε μπεί σε Μνημόνια και φυσικά ούτε κατά διάνοια δεν μπορούσε να ασχοληθεί με αυτό το ζήτημα, οπότε εκείνη με μεγαλύτερο ζήλο, τις έτρεχε σε ράφτρες και κομμωτήρια, άρχισε να οργανώνει συνεστιάσεις, να καλεί κόσμο, να τις συνοδεύει σε διάφορες εκδηλώσεις, εγκαίνια, εκθέσεις προκειμένου να διευρυνθεί ο κύκλος των γνωριμιών και να προκύψει το ποθούμενο…. Μάταια όμως, οι μεγαλύτερες κόρες δεν κατάφερναν να προσελκύσουν κανέναν επίδοξο γαμπρό ….και τα χρόνια περνούσανε και το πρόβλημα παρέμενε βασανιστικό και άλυτο με όλα τα συνεπακόλουθά του….
Ωσπου έφθασε η χρονιά εορτασμού του Ιωβηλαίου του βασιλιά, μιάς χρονιάς γεμάτης με ιδιαίτερα λαμπρές εκδηλώσεις, τελετές, έκδοση αναμνηστικών με αποκορύφωμα το μεγάλο ετήσιο Χορό στην επίσημη αίθουσα δεξιώσεων του παλατιού.
Σ΄αυτή την αίθουσα λάμβανε χώρα παραδοσιακά, κάθε χρόνο, ένας ιδιαίτερος εορτασμός για να τιμηθούνε οι εξέχοντες καλλιτέχνες υποδηματοποιοί της χώρας, γιατί πρέπει να πούμε, ότι στη χώρα αυτή, ζούσανε και δημιουργούσανε οι σπουδαιότεροι σχεδιαστές και κατασκευαστές παπουτσιών στον κόσμο !!! Το σημαντικότερο εξαγωγικό προϊόν της χώρας ήτανε τα φίνα, πανάκριβα και ξεχωριστά παπούτσια !!!
Με την ευκαιρία αυτή, γινόντουσαν παραδοσιακά και τα προξενιά μεταξύ των αρχόντων και των μελών των ανώτερων κοινωνικά και οικονομικά τάξεων κι αυτό χάρη στη προνοητικότητα μιάς πανέξυπνης βασιλομήτωρος, αιώνες πριν, που είχε τη λαμπρή ιδέα, προκειμένου να παντρέψει τους τρεις γιούς της, με τις νύφες της επιλογής της, να καθιερώσει το εξής έθιμο : Οι πιο διακεκριμένοι υποδηματοποιοί εξέθεταν τις δημιουργίες τους, σε μία καταπληκτική έκθεση που συγκέντρωνε το ενδιαφέρον όχι μόνο των ντόπιων αλλά κυρίως ξένων αγοραστών. Είδική επιτροπή έκανε την ετήσια απονομή βραβείων και τιμητικών τίτλων. Οι βραβευμένοι με τη σειρά τους, δημιουργούσαν ειδικά για την περίσταση, από ένα μοναδικό ζευγάρι χειροποίητων γυναικείων παπουτσιών, συνήθως κεντημένων με πολύτιμες πέτρες, στολισμένα με κάθε λογής διακοσμητικά, μεταξωτά λουλούδια, αγκράφες, φιόγκους….ονειρεμένα , πανάκριβα και ιδιαίτερα !!! Ενα παπούτσι λοιπόν στελνότανε σαν πρόσκληση στην επιλεγμένη νύφη ( και μη φανταστείτε, είχανε προνοήσει να είναι στο σωστό νούμερο, οι μυστικές υπηρεσίες της χώρας, κάνανε σωστά τη δουλειά τους και χειριζόντουσαν με λεπτότητα αυτά τα ευαίσθητα ζητήματα) το άλλο παπούτσι έμενε στα χέρια του επιλεγμένου γαμπρού, οπότε στο χορό, ταιριάζανε τα ζευγάρια των παπουτσιών και φυσικά ο γάμος μεταξύ των επιλεγμένων ατόμων, ήτανε προαπαιτούμενο !!!Τα σχετικά με γυάλινα γοβάκια, αντιλαμβάνεστε ότι είναι εντελώς αναληθή. Ποιο πόδι δεν θα υπέφερε φρικτά μέσα σ΄ενα γυάλινο παπούτσι;;;;
Η μητριά αντιλήφθηκε αμέσως ότι αυτή ήτανε η τελευταία και μοναδική της ευκαιρία να τακτοποιήσει την εκκρεμότητα της αποκατάστασης των θυγατέρων του Υπουργού, 0πότε φρόντισε να συσφίξει τους δεσμούς της με τις κυρίες της βασιλικής αυλής, παρ΄όλο που τις περισσότερες τις θεωρούσε ανόητες, ψωροπερήφανες και αντιπαθητικές, με εξαίρεση την κουμπάρα της και νονά της κόρης της, που τύχαινε να είναι γραμματέας της βασιλομήτορος….Κατά σύμπτωση και η βασιλομήρωρ εκείνη τη χρονιά, είχε αποφασίσει ότι θα έπρεπε ο μοναδικός της γιός και διάδοχος, να νοικοκυρευτεί, γιατί τα τελευταία χρόνια είχε επιδοθεί ασύστολα στη ντόλτσε βίτα, είχε εμπλακεί σε αρκετά σκάνδαλα και τελευταία κυκλοφορούσε η φήμη ότι διατηρούσε δεσμό με μία ωραία παντρεμένη αριστοκράτισσα 12 χρόνια μεγαλύτερή του….οπότε θα έπρεπε να δράσει άμεσα….
Το κοινό συμφέρον, το επείγον του θέματος και η επιθυμία για οριστική διευθέτηση, ένωσαν τις 3 γυναίκες, που με άκρα μυστικότητα και αμοιβαία υποστήριξη μελέτησαν ενδελεχώς τις υποψηφιότητες και μετά από ατέλειωτες ώρες στοχασμού και αυτοσυγκέντρωσης επέλεξαν τους κατάλληλους γαμπρούς για τις σιτεμένες κόρες του υπουργού, δυό μισόχαζους γιούς αριστοκρατικών οικογενειών που είχανε μείνει στα αζήτητα εδώ και χρόνια, τον κατάλληλο γαμπρό για την κόρη της νονάς , έναν νεαρό πολλά υποσχόμενο Αξιωματικό, Υπασπιστή του διαδόχου, γόνο παλιάς οικογένειας Στρατιωτικών και τέλος η επιλογή για την κατάλληλη νύφη και μέλλουσα βασίλισσα, τις βασάνισε κυριολεκτικά μέχρι εξαντλήσεως, τις άφησε άγρυπνες νύχτες ολόκληρες, τις προβλημάτισε και τις έφερε στα πρόθυρα της κατάρρευσης για να καταλήξουνε τελικά….στην Σταχτοπούτα , που παρ΄όλο ότι δεν συμπεριλαμβανότανε αρχικά στις λίστες των υποψηφίων, λόγω του νεαρού της ηλικίας της, προτάθηκε ξαφνικά και εντελώς αυθόρμητα από τη νονά της !!!
Αμέσως αρχίσανε οι προετοιμασίες, μυστικά, μεθοδικά με λεπτούς χειρισμούς και ιδιαίτερη διακριτικότητα. Η βασιλομήτωρ άρχισε να προετοιμάζει το βασιλιά, η νονά επίσπευσε την ετοιμασία των προικιών της κόρης της, η μητριά ξεπέρασε τον εαυτό της στην προσπάθεια να σουλουπώσει τις δυό μεγαλύτερες κόρες, δίαιτες, μασάζ, θεραπείες, πομάδες, καταπλάσματα, ακόμη και σε κάποιες μικροπλαστικές τις έπεισε να  υποβληθούν, ενώ ιδροκόπησε για να βρεί φορέματα που να τους ταιριάζουνε, να τις κολακεύουνε, και να τους αρέσουνε ταυτόχρονα . Ευτυχώς για τα προικιά τους είχε φροντίσει πολύ ενωρίτερα, οπότε το θέμα αυτό ήτανε ήδη τακτοποιημένο. Για για τη Σταχτοπούτα δε χρειάστηκε να κάνει και πολλά, εκτός από το να παραγγείλει ένα σικάτο βραδινό φόρεμα χορού και να κλείσει ραντεβού για χτένισμα και μακιγιάζ σε καλό κομμωτήριο .
Η συνέχεια και η κατάληξη είναι ήδη γνωστή, έγινε ο λαμπρός χορός, κατέφθασαν οι καλεσμένοι, απονεμήθηκαν τα βραβεία στους εξέχοντες υποδηματοποιούς , όλοι διασκεδάσανε θαυμάσια, οι κυρίες βρήκανε την ιδανική ευκαιρία να επιδείξουνε τις  πανάκριβες τουαλέτες τους, τα περίτεχνα χτενίσματά τους και φυσικά τα υπέρκομψα παπούτσια τους, χορέψανε με κέφι, φάγανε του σκασμού, τα μονά παπούτσια βρήκανε τα ταίρια τους, τα επιλεγμένα ζευγάρια γνωριστήκανε, πολύ σύντομα έγιναν και οι γάμοι τους, σύμφωνα με την παράδοση και το πρωτόκολλο και όλοι συνεχίσανε τη ζωή τους όπως τους όρισε η μοίρα τους !!!
Οι κακότροπες κόρες του Υπουργού, παρέμειναν κακότροπες, γκρινιάρες, ανικανοποίητες και αντιπαθητικές, η μητριά , η βασιλομήρωρ και η νονά εξακολούθησαν να κάνουνε στενή παρέα και φυσικά να οργανώνουνε τους ετήσιους επίσημους χορούς καθώς και τα προξενιά των γόνων των αριστοκρατικών οικογενειών. Η φήμη τους
μάλιστα για τα επιτυχημένα προξενιά που κάνανε, διαδόθηκε άμεσα και  τις έκανε διάσημες  ακόμα και έξω από τα όρια της χώρας τους και εκ των πραγμάτων οδηγηθήκανε στη ίδρυση επίσημου γραφείου κοινωνικών σχέσεων όπου η βασιλομήτωρ συμμετείχε με το ψευδώνυμο κυρία Βασιλική και ήτανε κατενθουσιασμένη, γιατί στο παλάτι βαριότανε θανάσιμα και είχε απαυδήσει από τις ίντριγκες και τα κουτσομπολιά των κυριών της αυλής.
  Ο Υπουργός των Οικονομικών συνέχισε να ξημεροβραδιάζεται στο Υπουργείο, αναγκάστηκε μάλιστα να υπογράψει άλλα δύο Μνημόνια, η κόρη της νονάς, μετά από πέντε εξωσωματικές, απέκτησε δίδυμα, η Σταχτοπούτα με το διάδοχο, συνεχίζουν να ταξιδεύουνε μ΄αεροπλάνα και βαπόρια , έχουνε ήδη κάνει 3 φορές το γύρο του κόσμου και έρχονται κάποιες στιγμές , που η Σταχτοπούτα αναπολεί το σκαμνάκι της δίπλα στο τζάκι… εξακολουθεί πάντως να διαβάζει και να κεντάει…..

 

Τετάρτη, 21 Σεπτεμβρίου 2016

Τ΄απομεινάρια μιας ζωής....







Αλλη μία κούκλα και μία ιστορία που γράφτηκε παλαιότερα ,σαν συμμετοχή στο αγαπημένο παιχνίδι των λέξεων....(Το όνομα Ουρανία δόθηκε σ΄αυτή την κούκλα προς τιμήν των συνονόματων φιλενάδων μου....)

Τ΄ απομεινάρια μιάς ζωής…..

Πάντα μου άρεσαν τα παλιά αντικείμενα, οι φωτογραφίες, οι ιστορίες, αλλά αυτή η έντονη νοσταλγία που έχει τρυπώσει στη σκέψη μου με έκανε να πάρω την απόφασή μου και να ανέβω αξημέρωτα σχεδόν, τη στριφογυριστή σιδερένια σκάλα στην ταράτσα του πατρικού μου.
Εκεί πάνω, το άλλοτε ευρύχωρο πλυσταριό, έχει μεταμορφωθεί σε αποθήκη.
Αποπνέει μία μαγική έλξη για μένα αυτός ο χώρος, άνοιξα με το παλιό σιδερένιο κλειδί και διαβαίνοντας το κατώφλι, είχα την αίσθηση μια άλλης εποχής.
Προχώρησα και περιεργάστηκα γύρω μου, στον τοίχο το καρυδένιο πορτ-μαντώ της γιαγιάς, κουτιά με βιβλία, το ξύλινο αλογάκι του αδελφού μου, το μεγάλο ξύλινο κουκλόσπιτο, δύο πολυθρόνες σκεπασμένες με λευκά σεντόνια και εκεί στο βάθος οι καπελιέρες και τα δύο τεράστια μαύρα μπαούλα με τους μπρούτζινους καμπαράδες, οι θησαυροί της Μαριόν όπως έλεγε η μητέρα μου.
Η γιαγιά μου γεννήθηκε από έλληνες γονείς στην Αγία Πετρούπολη το 1909 και την ίδια χρονιά, ο πατέρας της βρήκε ταλαιπωρημένο και περιπλανώμενο στο λιμάνι ένα μικρό κορίτσι 3-4 ετών που το περιμάζεψε και το υιοθέτησε, τη Μαριόν. Είπανε πως το κοριτσάκι ξέμεινε από κάποιο μπουλούκι θεατρίνων ή ότι το παράτησε μια ομάδα τσιγγάνων που είχε μπαρκάρει προ ημερών, όμως κανείς δεν ήτανε σίγουρος για την αλήθεια.
Η Μαριόν και η γιαγιά μου η Ουρανία, έγιναν αγαπημένες αδελφές και αχώριστες φίλες, μεγαλώσανε μαζί σε ένα μικρό διαμέρισμα στο Παρίσι όπου βρεθήκανε με τους γονείς τους και άλλους ρώσους εμιγκρέ μετά το ξέσπασμα της Επανάστασης.
Η Μαριόν έγινε σπουδαία ηθοποιός και η γιαγιά Ουρανία, μοδίστρα, σε έναν από τους σπουδαιότερους οίκους μόδας της εποχής.
Η γιαγιά παντρεύτηκε με προξενιό, έναν ΄Ελληνα έμπορο, και εγκαταστάθηκε στην Αθήνα το 1930, η Μαριόν ερωτεύτηκε τον Φιλίπ, έναν αριστοκράτη φλαουτίστα και έζησε μαζί του έναν παθιασμένο έρωτα, μέχρι τον τραγικό θανατό του, στις 6 Μαϊου 1937 όταν το Ζέπελιν ΧΙΝΤΕΜΠΟΥΡΓΚ, το καύχημα της γερμανικής αεροναυπηγικής καταστράφηκε κατά την προσγείωση στο
21ο ταξείδι του στις ΗΠΑ.
Η Μαριόν μετά το ξέσπασμα του πολέμου έγινε ενεργό μέλος της αντίστασης, τη συνέλαβαν, καταδικάστηκε σε θάνατο, διέφυγε στην τότε ελεύθερη Ισπανία και από εκεί στις ΗΠΑ.
Διατηρούσε τακτική αλληλογραφία επι 50 χρόνια με τη γιαγιά, αντάλλασσαν φωτογραφίες, δώρα, κάρτες, μέχρι την ημέρα που η Μαριόν έγραψε με την πέννα της και τα ωραία καλλιγραφικά της γράμματα, «Ουρανία, ο δρόμος μου τελείωσε, θέλω να γυρίσω κοντά σου»
Πράγματι γύρισε και πέθανε στην αγκαλιά της γιαγιάς ένα χρόνο περίπου αργότερα.
Ανασηκώνω το καπάκι του μπαούλου ,είναι γεμάτο επιστολές, καρτ ποστάλ, άλμπουμ με φωτογραφίες, η Μαριόν με τον Φιλίπ σε ένα αερόστατο, με φίλους σε ένα μπιστρό, στην ΄Οπερα, η Μαριόν σε διάφορους ρόλους στο θέατρο, ο Φιλίπ και ο σκύλος του ο Αρνώ ,το σημειωματάριο με τα ποιήματά της, όλα γραμμένα στα γαλλικά, « Η πνοή της ελευθερίας» «Μορφές της αλισάχνης» «Σπαραγμός» « Για σένα»….
Στο δεύτερο μπαούλο μερικά από τα φορέματά της, δαντελλένιες εσάρπες, μία τράπουλα ΤΑΡΩ, δύο βεντάλιες κοκκάλινες, 3 ζευγάρια γάντια, το παράσημο εξαίρετων πράξεων μέσα στο μπλέ βελουδένιο του κουτί, τ’ απομεινάρια μιάς ζωής ……





Παρασκευή, 9 Σεπτεμβρίου 2016

Γαϊδουράκια....(εννοείται τετράποδα)

Λατρεύω τα γαϊδουράκια, τα τετράποδα εννοείται !!! Μελετώντας τα κεντημένα Δειγμαστολόγια ανακάλυψα ότι το γαϊδουράκι έχει τη θέση του σ΄αυτά, συμβολίζοντας την πραότητα, την ταπεινότητα, τη γλυκύτητα και την ειρήνη....και όλα αυτά βασισμένα στις αναφορές της Βίβλου όπου το γαϊδουράκι έχει τη θέση του σε πολύ σημαντικά γεγονότα, όπως στη γέννηση του Ιησού, στη Φυγή στην Αίγυπτο αλλά και στη θριαμβευτική είσοδό του στα Ιεροσόλυμα...
Με αφορμή τη διήγηση μιά φίλης, σχετικής με την αληθινή ιστορία ενός πολύ τυχερού γαϊδαράκου, αισθάνθηκα την ανάγκη να την καταγράψω συμμετέχοντας στο προσφιλές μου παιχνίδι των 5 λέξεων....ενω παράλληλα συγκέντρωσα και σχέδια με θέμα το γαϊδουράκι για κέντημα. Ομολογώ ότι το Δειγματολόγιο της 11χρονης Louise Deliot κεντημένο το 1888 μου έχει κλεψει την καρδιά !!!) Φίλες και φίλοι μου,  σας εύχομαι καλό Παρασκευοσαββατοκύριακο !!!


Η διαθήκη του μπάρμπα Μάνθου

Εκείνη την ηλιόλουστη ημέρα, το μικρό αφράτο σύννεφο, ταξίδευε απαλά στον γαλανό ουρανό σπρωγμένο από το ανάλαφρο αερά-κι… απολαμβάνοντας τη διαδρομή πάνω από την καταπράσινη κοιλάδα, τα χωριουδάκια, τις πολιτείες, τα βουνά, τα ποτάμια….
Σ΄αυτό το συγκεκριμένο μέρος προσπαθούσε να χασομερίσει όσο μπορούσε περισσότερο, γιατί το γοήτευε η θέα του μεγάλου περι-ποιημένου αγροκτήματος με το μικρό αγροτόσπιτο στην άκρη, τις δυό πελώριες κουκουναριές στην μεγάλη μπροστινή αυλή, το σταύλο, το κοτέτσι, το σκιάχτρο που ανέμιζε τα απλωμένα χέρια του καταμεσίς του λαχανόκηπου , τις βραγιές με τα κηπευτικά και τα μυρωδικά, τον ξύλινο φράχτη του….
Δεν χόρταινε να κοιτάζει το σύννεφο αυτό το αγρόκτημα, που με αγάπη και περισσή φροντίδα, έσκαβαν, φύτευαν, πότιζαν, ξεχορ-τάριαζαν ο μπάρμπα Μάνθος και η γυναίκα του η κυρά Φρόσω.
Ο μπάρμπα Μάνθος από το χάραμα μέχρι τη δύση του ήλιου είτε δούλευε στη γή του, είτε φόρτωνε το γαιδουράκι του, τον δουλευτή του όπως τον έλεγε, με καλάθια γεμάτα φρέσκα ζαρζαβατικά, αυγά, βότανα και μέλι και τριγυρνούσε στα γύρω χωριά και τις κοντινές κωμοπόλεις για να πουλήσει την πραμάτεια του.
Καλοκάγαθος και αγαπητός σε όλους ο μπάρμπα Μάνθος, ποτέ δε βαρυφόρτωνε το γαιδουράκι του, το πρόσεχε και του καλομιλούσε, εκείνο πότιζε πρώτα και μετά έπινε ο ίδιος νερό και όταν κουρασμένοι και οι δυό γυρίζανε πριν βραδιάσει πίσω στο σπίτι, πρώτη δουλειά του μπάρμπα Μάνθου ήτανε να το ξεφορτώσει , να το οδηγήσει στο σταύλο όπου του έβγαζε το σαμάρι, του έβαζε μπόλικο φρέσκο άχυρο και βρώμη στο παχνί του, το χαιδολογούσε σιγοκουβεντιάζοντάς του «μπράβο δουλευτή μου , καλά τα πήγαμε σήμερα …» ύστερα του πρόσφερε στη χούφτα του πότε ένα – δυό δροσερά καρότα, πότε μήλα και κάποτε κάποτε τα αγαπημένα του βατόμουρα που μάζευαν ένα-ένα οι γιοί του, από τη ρεματιά στην άκρη του κοντινού λόφου.
Ξαφνικά, ακούστηκε ο ήχος της φυσαρμόνικας, και το σύννεφο χαμήλωσε για να απολαύσει τη μελωδία….
Κοίταξε προσεκτικά, ο μεγαλύτερος γιός έπαιζε στην παλιά φυσαρμόνικα το σκοπό του παιδικού τραγουδιού «Ή-τα-νε έ-νας γά-ι-δα-ρος με με-γά-λα αυ-τι-ά ….» και ο μικρότερος χάιδευε τρυφερά την άσπριδερή μουσούδα ψιθυρίζοντας τα λόγια του τραγουδιού στο γέρικο γαιδουράκι, κι όταν τέλειωσε το τραγούδι , άπλωσε τη χούφτα του και το φίλεψε τ΄αγαπημένα του βατόμουρα….
Ο κυρ. Μάνθος και η κυρά Φρόσω είχανε από καιρό συχωρεθεί και το κτήμα τώρα είχανε αναλάβει τα παιδιά τους τηρώντας πιστά το θέλημα των γονιών τους και κυρίως τον τελευταίο όρο της διαθήκης του μπάρμπα Μάνθου πού όριζε ρητά : « Παιδιά μου επιθυμία μου είναι το γαιδουράκι , ο καλός δουλευτής και σύντροφος, που με τη βοήθειά του, κερδίζαμε το ψωμί μας και ζούσε η φαμίλια μας, τα γεράματά του να τα περάσει ειρηνικά και γαληνεμένα στο σταύλο και στη σκιά της κουκουναριάς με χαιδολογήματα και φιλέματα, όπως το είχα μαθημένο , την ευχή μου να έχετε και να ζήσετε καλά και τίμια όπως ζήσαμε εγώ και η μάνα σας»……..


 

Τετάρτη, 3 Αυγούστου 2016

Ας γίνουμε πάλι παιδιά !!!


  Καιρός να... ξυπνήσουμε το παιδί που όλοι κρύβουμε μέσα μας, βγάζοντας κατ' αρχήν από το λεξιλόγιό μας λέξεις όπως «δεν μπορώ», «δεν πρέπει» και -κυρίως- «γέρασα»!
«Έλα, σε παρακαλώ πολύ... Έλα να πέσουμε μαζί από τις νεροτσουλήθρες», έλεγε ο 5χρονος τότε Στυλιανός, την ώρα που η 7χρονη Κωνσταντίνα έμοιαζε να εύχεται σιωπηλά να είχε μια πιο... τολμηρή μαμά! Δεν ήταν όμως η ατολμία που με «κράταγε» στις ξαπλώστρες του κρητικού water park • ήταν ζήτημα «εικόνας», σκέψεων επαγγελματικών κι οικονομικών που κυριαρχούσαν στο μυαλό μου σε όλη τη διάρκεια των διακοπών, υπενθυμίζοντάς μου ότι έχω... σοβαρότερες ασχολίες κι είμαι πια «μεγάλη» για όλα αυτά! Μέχρι που, ξαφνικά, κοίταξα γύρω μου τις ξένες μαμάδες οι οποίες δε δίσταζαν να «πνίξουν» στην πισίνα το κοινωνικό τους προφίλ, τις πρώτες ρυτίδες και τα προβλήματα μαζί με... τα περιττά τους κιλά, κι είπα: «Τι στο καλό! Ας γίνουμε πάλι παιδιά!»
«Για να ξαναβρούμε την παιδικότητά μας δεν είναι ανάγκη να παραιτηθούμε από την ενήλικη ταυτότητά μας», σημειώνει ο Dr. Γουέην Ντύερ στο βιβλίο του «Ανακαλύψτε τις γιορτές» (εκδόσεις Γλάρος), συγγραφέας επίσης των «Ταξίδι στην ελευθερία», «Τα όρια του ουρανού», «Πίστεψέ το και θα δεις!», «Μικρός οδηγός ευτυχίας», «Καθημερινή σοφία», «Να κινείς τα δικά σου νήματα» κ.α., συμβουλεύοντας τους απανταχού γονείς να βάλουμε... μια δόση τρέλας στην καθημερινότητά μας! «Ένα συγκροτημένο άτομο είναι σε θέση να "ξεντύνεται" κάποτε ορισμένες από τις "μάσκες" της ενήλικης ζωής και στη θέση τους να "φοράει" τη χαρά και το κέφι, τον αυθορμητισμό •ακόμα και την υπερβολή .» Έτσι κι αλλιώς, σύμφωνα με τη θεωρία του διακεκριμένου ψυχαναλυτή του περασμένου αιώνα, Donald Winnicot, «το παιχνίδι δεν είναι "χάσιμο χρόνου"! Όταν κάποιος παίζει, είναι ελεύθερος και δημιουργικός και μόνο έτσι μπορούμε να ανακαλύψουμε τον αληθινό μας εαυτό». Επιστροφή στα χρόνια της αθωότητας λοιπόν, ξεκινώντας από τα πιο βασικά «παιδικά χαρακτηριστικά»:

1. Αισιοδοξία! Ως γνωστόν, η έλλειψη πίστης είναι το μεγαλύτερο εμπόδιο στην πραγματοποίηση των σχεδίων μας. Το αμέσως επόμενο είναι ότι απογοητευόμαστε εύκολα και «αναμασάμε» ό,τι κακό συμβαίνει στη ζωή μας... Για παράδειγμα, ενώ το μυαλό μας «γεννά» καθημερινά περίπου 50.000 σκέψεις, οι περισσότερες από αυτές είναι αρνητικές όπως «Δεν είμαι όμορφη», «Πάχυνα», «Έχω αρχίσει να ξεχνάω», «Θα αργήσω στο ραντεβού μου», «Είμαι ανεπαρκής σύζυγος και μητέρα», «Δύσκολα θα πάρω προαγωγή» ή «Δεν έχω λεφτά»... Κανένα «νόμισμα» δεν έχει όμως μόνο μια πλευρά: εστιάζοντας στη θετική, μπορούμε να κάνουμε... θαύματα, καθώς η υιοθέτηση μιας πιο «καλοπροαίρετης» οπτικής γωνίας και συμπεριφοράς, προστατεύει -και σαφώς δε σαμποτάρει- την ψυχοσωματική μας υγεία, ενώ δίνει πραγματική υπόσταση στη λέξη «ελπίδα»! Ολλανδοί ερευνητές διαπίστωσαν, μάλιστα, ότι η αισιοδοξία μάς χαρίζει λαμπερό βλέμμα και δέρμα, ήρεμη έκφραση, πιο «συγκροτημένο» ορμονικό και πιο ανθεκτικό ανοσοποιητικό σύστημα.
2. Ονειροπόληση! Όλοι είχαμε την τάση να ονειροπολούμε περί τα 120΄ την ημέρα κατά μέσο όρο, στη διάρκεια της παιδικής μας ηλικίας... Επιτρέποντας και πάλι στο μυαλό να «ταξιδεύει» μεταξύ εγρήγορσης και ύπνου και να πλάθει «ιδανικές» καταστάσεις, δίνουμε σάρκα και οστά σε επιθυμίες και ευχές, αντιμετωπίζουμε το άγχος, «ζωντανεύουμε», ανακουφιζόμαστε, καλλιεργούμε τη δημιουργικότητά μας, ανανεώνουμε το κουράγιο ή τα ενδιαφέροντά μας και... προβάρουμε την επιτυχία! Όσο για τις ώρες του... πραγματικού ύπνου, είναι εξίσου σημαντικές για όλους, ανεξαρτήτως ηλικίας. Μα ώρα ύπνου πριν από τα μεσάνυχτα ισοδυναμεί με... δύο, καθώς τότε δρουν οι ορμόνες που ευθύνονται για την αναπαραγωγή και τη συντήρηση των ιστών, ενώ ο βαθύς, τουλάχιστον 6άωρος νυχτερινός ύπνος σ' ένα δωμάτιο που αποπνέει γαλήνη κι ηρεμία, αποτελεί βασικό παράγοντα ισορροπίας!
3. Φαντασία! Σύμφωνα με τους ψυχολόγους, η δύναμη της λογικής είναι μέσο πεπερασμένο σε αντίθεση με την απεριόριστη δύναμη της φαντασίας. Σύμφωνα, πάλι, με τον Τζον Χάου (που εικονογράφησε το σύμπαν του Τόλκιν στον «Άρχοντα των Δαχτυλιδιών»), «η φαντασία εμπεριέχει στοιχεία του... glamour στην αρχέτυπή του μορφή: κάπου υπάρχει ένα πεδίο όπου βασιλεύουν οι "πιθανότητες" κι όχι οι "βεβαιότητες"», όπως έχει δηλώσει ο ίδιος σε συνέντευξή του στην εφημερίδα «Καθημερινή». Σε κάθε περίπτωση, η εποικοδομητική φαντασία (που καμία σχέση δεν έχε με την άρνηση να «δούμε» την αλήθεια) προσφέρει προσωρινές αποδράσεις από την πιεστική καθημερινότητα και κρατά σε επαγρύπνηση τη συναισθηματική μας ευφυϊα. Χωρίς αυτή, δεν μπορούμε να προχωρήσουμε σε καινοτομίες ούτε να «ξυπνήσουμε» την ανήσυχη, εξερευνητική πλευρά μας, ενώ θα χάναμε από τη ζωή μας κάθε ίχνος μαγείας...
4. Ενθουσιασμός αλλά και... προσαρμογή! Παρατηρήστε πώς το πιτσιρίκι σας ενθουσιάζεται με το παραμικρό... Παρατηρήστε πώς παθιάζεται με ό,τι κάνει και πώς βιώνει κάθε εμπειρία σαν να ήταν... αυτοσκοπός •μοιάζει σαν να γνωρίζει ήδη ότι η μόνη «σταθερή» αλήθεια είναι... η αλλαγή! Όπως σημειώνει ο Andrew Matthews στο best-seller «Άκου την καρδιά σου» (εκδόσεις Διόπτρα), «οι εποχές έρχονται και παρέρχονται, τα νερά των θαλασσών ανεβοκατεβαίνουν, ο πληθωρισμός αυξάνεται και μειώνεται, οι άνθρωποι προσλαμβάνονται και απολύονται κι εμείς όχι μόνο δε φροντίζουμε να εμπεδώσουμε το "μάθημα", αλλά θυμώνουμε και... μετράμε σαν κάτι "ενοχλητικό" την αλλαγή.» Αντίθετα, ο λιλιπούτειος μαθητής διδάσκεται, για παράδειγμα, ότι το πράσινο έντομο «προσαρμόζει» το χρώμα του δέρματός του άλλοτε στα φύλλα των δέντρων κι άλλοτε στο ξερό χωράφι για να μην εξαφανιστεί ∙εκφράζει δε ανοικτά τα συναισθήματα που του προκαλεί ο κόσμος γύρω του, δε φοβάται μήπως πληγωθεί κι αντιμετωπίζει με απαράμιλλο θαυμασμό κάθε αλλαγή! Προφανώς, γι' αυτό ζει με το ίδιο πάθος την κάθε στιγμή...
5. Υπομονή – Πείσμα! Όλοι έχουμε δει ένα παιδί να ζητά επίμονα... παγωτό, να αρνείται να κοιμηθεί πριν ολοκληρώσει ένα παζλ ή να πεισμώνει επειδή δεν του γίνονται τα χατίρια... Κι όσο κι αν έχουμε βιαστεί να το χαρακτηρίσουμε «γκρινιάρικο», οι αντιδράσεις αυτές μαρτυρούν την έμφυτη τάση του να ξεπεράσει τα όρια που του έχουν τεθεί, με «όπλο» τη δυνατή του θέληση. Εμείς, λοιπόν, που πιστεύουμε ότι γνωρίζουμε πλέον τα δικά μας όρια, τις δυνατότητες και τις αντοχές μας, μπορούμε τώρα να θέσουμε νέους στόχους και να προσπαθήσουμε να τους πετύχουμε ξανά και ξανά, υπερπηδώντας κάθε δυσκολία. Κάθε συνειδητή σκέψη, εξάλλου, όταν επαναλαμβάνεται για μια χρονική περίοδο εξελίσσεται σε πρόγραμμα. Κι ας μην ξεχνάμε ότι περίσσια υπομονή κι επιμονή χρειάζονται ακόμα και για να ακολουθήσουμε μια... δίαιτα!
6. Εφευρετικότητα! Όσον αφορά στα παιδιά, αποτελεί ακόμα ένα μέσο για την επίτευξη των «θέλω» τους •στους ενήλικες μπορεί να «μεταφραστεί» ως αναζήτηση μη δοκιμασμένων τρόπων για να ξεπεράσουμε τα υπάρχοντα προβλήματα και να φτάσουμε στην επιβράβευση και την ανταμοιβή. Εφευρετικότητα μπορεί να θεωρηθεί, όμως, και η ικανότητά μας να «επεξεργαζόμαστε» τις πληροφορίες, τις απόψεις και τις κριτικές που δεχόμαστε, προκειμένου να τις χρησιμοποιήσουμε για την αυτοβελτίωσή μας. Πρόκειται για μια αρετή που -σε συνδυασμό με τη φαντασία- είναι ανεπτυγμένη σε μεγάλο βαθμό σε όλα τα πιτσιρίκια •αν τα παρακολουθήσουμε και τα μιμηθούμε, θα ανακαλύψουμε τόσες διεξόδους να ξεφύγουμε από τα «πεπατημένα» που πραγματικά θα εκπλαγούμε!
7. Περιέργεια! Όπως υπογραμμίζει η Anne Bacus στο βιβλίο της «Οι γονείς ρωτούν, οι ψυχολόγοι απαντούν» (εκδόσεις Lector), το παιδί που.. χώνει τη μύτη του στα συρτάρια, ρωτάει από πού έρχονται τα σύννεφα και «ανοίγει» το κινητό τηλέφωνο για να δει πώς λειτουργεί, διαθέτει ένα καταπληκτικό προτέρημα που πρέπει -πάση θυσία- να διαφυλαχθεί! Μιλάμε για τη ζωτική ορμή που οδηγεί στην ανάπτυξη του πνεύματος ∙η περιέργειά του σημαίνει ότι παραμένει ανοικτό στα διάφορα ερεθίσματα και είναι ακόμα γεμάτο κίνητρα. Εννοείται, ωστόσο, ότι εμείς οφείλουμε να έχουμε «κατακτήσει» τη διαφορά μεταξύ περιέργειας και... αδιακρισίας!
8. Περιπετειώδης διάθεση! Απαραίτητη για να μπούμε δυναμικά σε νέους «δρόμους» και να δούμε να ανοίγονται μπροστά μας καινούργιοι ορίζοντες, νικώντας προηγουμένως τις ανασφάλειες και τις φοβίες μας. Απαραίτητη, επίσης, για ν' ανταπεξέλθουμε στο «παιχνίδι» της ζωής και να «ανεβάσουμε» την αδρεναλίνη μας (την ορμόνη που, μεταξύ άλλων, βοηθά στην αποφυγή του πόνου) στα σωστά επίπεδα. «Αν συνεχίσετε να κάνετε ό,τι κάνατε πάντα, θα συνεχίσετε να έχετε τα αποτελέσματα που είχατε πάντα», σημειώνει και πάλι ο Andrew Matthews στο βιβλίο του «Άκου την καρδιά σου», υπογραμμίζοντας ότι «η διάθεση για περιπέτεια και το θάρρος δε συνεπάγονται την απουσία φόβου, αλλά την ανάληψη δράσης παρόλο που ίσως φοβόμαστε πολύ!» Με λίγα λόγια, αν δεν τολμήσουμε, δε θα μάθουμε ποτέ τι θα μπορούσε να είχε συμβεί...
9. Διεκδίκηση! Το αντίθετο, δηλαδή, της υποχώρησης ή της παραίτησης ∙έννοιες που, για τα περισσότερα παιδιά, παραμένουν... άγνωστες για πολλά χρόνια, καθώς τις θεωρούν συνώνυμες μιας μικρής ή μεγαλύτερης ήττας! Το παιδί διεκδικεί την αγκαλιά της μαμάς, το χρόνο και το χώρο του μπαμπά, την αγάπη της γιαγιάς, την προσοχή της δασκάλας, τη φιλία των συμμαθητών του, την «πρωτιά», την ελευθερία, προσπαθεί συνεχώς να τροποποιεί υπέρ του τις υπάρχουσες καταστάσεις, έχει αυτοπεποίθηση κι αναγνωρίζει την προσωπική του αξία. Ας πάρουμε, λοιπόν, το ανάλογο «μάθημα» κι ας ακολουθήσουμε την εξής αρχή: «Είμαι δυνατός άνθρωπος, μπορώ ν' αντιληφθώ και ν' αδράξω οποιαδήποτε ευκαιρία!»
10. Γέλιο – Ανεμελιά! Η ζωή είναι πολύ μικρή για να την παίρνουμε στα... σοβαρά! Έτσι εξηγείται πώς ένα λεπτό γέλιου αξίζει όσο 45΄ λεπτά βαθιάς χαλάρωσης, ενώ αρκετά λεπτά τρανταχτού γέλιου, ισοδυναμούν με 10΄ λεπτά άσκησης, προσφέροντάς μας συγχρόνως ένα εκπληκτικό, εσωτερικό μασάζ! Σε αυτό το συμπέρασμα κατέληξε έρευνα του καθηγητή της ψυχιατρικής στο Πανεπιστήμιο του Στάντφορντ, Dr. William Fray, ενώ μια άλλη έρευνα γερμανών επιστημόνων απέδειξε ότι το γέλιο (που ενεργοποιεί τις ενδογενείς οπιοειδείς ουσίες οι οποίες παρέχουν στον οργανισμό παυσίπονη, ηρεμιστική δράση), αυξάνει τη συγκέντρωση αντισωμάτων στο αίμα κι είναι άριστο «φάρμακο» για την ανανέωση των κυττάρων, τη μείωση της αρτηριακής πίεσης και την καλή λειτουργία της καρδιάς.
Ολοκληρώνοντας, αξίζει να σημειώσουμε το αποτέλεσμα πολυετούς μελέτης της Δρ. Ιωάννας Βερνίκου, της Ελληνίδας που για 31 χρόνια είχε στα χέρια της την υγεία των αστροναυτών ως διευθύντρια του Τμήματος Ερευνών Ζωής της NASA: «Για να καθυστερήσουμε ή ακόμα και να προλάβουμε πολλά από τα συμπτώματα που συνήθως αποδίδονται στα γηρατειά, πρέπει να μάθουμε να χρησιμοποιούμε σωστά τη βαρύτητα •θα το πετύχουμε, "ξαναγυρίζοντας" στα παιδικά μας χρόνια, αλλάζοντας συχνά θέσεις και αποφεύγοντας την ακινησία για πολλή ώρα, ώστε το βάρος να διαχέεται σε όλα τα σημεία του σώματός μας.»
Με άλλα λόγια, να σηκωνόμαστε συχνά από την καρέκλα, να στεκόμαστε όρθιοι κρατώντας σε εγρήγορση όλο τον οργανισμό μας, να ξαπλώνουμε για λίγο είτε μπρούμυτα είτε ανάσκελα με το κεφάλι να «κρέμεται» από το κρεβάτι, να ξαπλώνουμε επίσης για κάποια λεπτά ανάσκελα έχοντας τα πόδια σε ψηλότερο επίπεδο από το υπόλοιπο σώμα, να περπατάμε γρήγορα, να τρέχουμε, να κάνουμε ποδήλατο ή να κολυμπάμε, αφού έτσι δραστηριοποιούνται όλα τα κύτταρα και γυμνάζονται συγχρόνως το μυϊκό, το αναπνευστικό και το καρδιαγγειακό μας σύστημα.
_________________
  Πηγή: morethanawoman.gr

Πέμπτη, 21 Ιουλίου 2016

Να βρείς Ανθρώπους.....




Να βρεις ανθρώπους που σε σέβονται και σε εκτιμούν πραγματικά γι’ αυτό που είσαι.
Να βρεις ανθρώπους που σου κάνουν χώρο στη ζωή τους και δε σε βάζουν να στριμωχτείς.
Να βρεις ανθρώπους που δεν προσπαθούν να σε αλλάξουν για να μοιάσεις σε αυτό που εκείνοι έχουν ονειρευτεί.
Να βρεις ανθρώπους που σε κοιτάνε λες και είσαι κάτι το μαγικό.
 
Να βρεις ανθρώπους που δεν κουτσομπολεύουν, που δε θέλουν το κακό κανενός, που δε χαίρονται με τα προβλήματα των άλλων.
Να βρεις ανθρώπους που στις σχέσεις τους έχουν μόνο σκηνή και ποτέ παρασκήνιο.
 
Να βρεις ανθρώπους διάφανους. Που λένε αυτό που νιώθουν και που νιώθουν αυτό ακριβώς που λένε.
Να βρεις ανθρώπους που προσπαθούν να κερδίσουν την εμπιστοσύνη σου και τα καταφέρνουν.
 
Να βρεις ανθρώπους που προσπαθούν ακόμα να κάνουν τον κόσμο και τον εαυτό τους καλύτερο.
Να βρεις ανθρώπους που δε σταματάνε να ονειρεύονται και δε συμβιβάζονται με το άσχημο και το άδικο.
 
Να βρεις ανθρώπους που δεν τους αρέσει να κρίνουν και να λογοκρίνουν του άλλους.
Να βρεις ανθρώπους με τους οποίους μπορείς να παραμένεις σιωπηλός, χωρίς να νιώθει κανείς αμηχανία.
 
Να βρεις ανθρώπους που επιμένουν να βλέπουν πάντα το καλό στους άλλους. Πάντα. Ακόμα και αν θα έπρεπε να ξέρουν πια καλύτερα.
 
Να βρεις ανθρώπους που ποτέ δε θα σε πληγώσουν επίτηδες.
Να βρεις ανθρώπους που σε κάνουν να νιώθεις πως βρίσκεσαι σπίτι σου.
 
Να βρεις ανθρώπους που σε κάνουν να νιώθεις μέσα σου ζέστη.
Να βρεις ανθρώπους όμορφους. Από μέσα.
 
Αν δεν τους έχεις βρει, συνέχισε να ψάχνεις.
Βρίσκονται ανάμεσά μας. Ναι. Είμαι σίγουρη.
 
Και, όταν τους βρεις, να κάνεις τα πάντα για να τους κρατήσεις στη ζωή σου και για να είναι ευτυχισμένοι.

Και να μην τους αφήσεις ποτέ να νιώσουν μόνοι. (Ξέρεις, οι άνθρωποι που περιγράφω νιώθουν εύκολα μόνοι).

Να τους θαυμάζεις- γιατί το αξίζουν. Όχι, όμως, μόνο αυτό. Από σκέτο θαυμασμό δεν ευτύχησε ποτέ κανείς. Όταν τους βρεις, να τους αγαπάς και να τους το δείχνεις κάθε στιγμή. Να τους το δείχνεις, γιατί δεν το θεωρούν δεδομένο, γιατί δεν το ξέρουν. Να τους το λες αλλά, κυρίως, να τους το δείχνεις.
 
Και πάντα να θυμάσαι τι έχουν περάσει οι άνθρωποι αυτοί: Οι άνθρωποι αυτοί είναι μειονότητα. Και είναι δύσκολο να ζεις πάντα ως μειονότητα.

Κείμενο: Λουκία Μητσάκου

Πηγή: loukini.gr

Τετάρτη, 29 Ιουνίου 2016

Κούρεμα.....συντάξεων γιά μία ακόμη φορά...



ΚΟΥΡΕΙΟΝ Η ΕΛΛΑΣ
-------------------------------------------------
Η χώρα μας κατάντησε απέραντο κουρείο
και Υπουργοί μπαρμπέρηδες εργάζονται με μπρίο.
Με μέθοδο μοναδική τα πάντα αυτοί κουρεύουν
και στο ταψί τους Ελληνες άγρια τους χορεύουν.
Για να εξυγιάνουνε τα πάσχοντα Ταμεία
της τέχνης της κουρευτικής πήραν τα εργαλεία.
Κουρέψαν τα μερίσματα στα Επικουρικά
ως και τα επιδόματα τα αναπηρικά.
Αρχικουρέας Υπουργός με πλουμιστό μαντήλι
σαν του Ροσσίνι τον γνωστόν" Κουρέα απ΄τη Σεβίλλη"
έξυπνα κόλπα αναζητά αυτός να εφαρμόσει
τις πενιχρές συντάξεις μας πάλι να τις μειώσει.
μ΄' ένα ψαλίδι κοφτερό, τα νούμερα κουρεύει
και το ΕΚΑΣ, απ' τις μικρές συντάξεις κουτσουρεύει.
Χωρίς σαπούνι και νερό τους Ελληνες ξυρίζει
και με κολόνια "γιασεμί "ύστερα τους ραντίζει.
Μας είπαν πως το κούρεμα είναι προαπαιτούμενο
κι η διαρκής λιτότητα, των δανειστών ζητούμενο.
Τη συμφωνία ο λαός θα πρέπει να τηρήσει
γιαυτό τη φτώχεια σταθερή να τη διατηρήσει.
 
 
Ομως εσάς σας ψήφισαν ,να τους νοικοκυρέψετε
και όχι τις συντάξεις τους, σύρριζα να κουρέψετε.
Οικτρά εξαπατήθηκε ο Ελλην ο καϋμένος
ενώ επήγε για μαλλί, βρέθηκε κουρεμένος......
------------------------------------------------------------------------------------------
Μαρία Λιώτη
"κουρεμένη σύρριζα"

 



Πέμπτη, 2 Ιουνίου 2016

Ενα ελληνικό παραμύθι , που απαντά σε σύγχρονα ερωτήματα....


 

 Η Μηλιά

του Εμμανουήλ Ροΐδη



Εις ένα χωριό της Μεγάλης Ελλάδας εζούσεν ένα καιρό ένα κορίτσι τόσο καλόκαρδο και χαριτωμένο, που όλος ο κόσμος το αγαπούσεν. Αν και δεν ήταν πλούσιο, εύρισκε τρόπο να βοηθεί τους πτωχούς· ό,τι της έδιδαν το εμοίραζε με αυτούς, και όταν τα χέρια της ήσαν άδεια, η καρδιά και το στόμα της ήσαν πάντοτες γεμάτα καλά αισθήματα και καλά λόγια για να τους παρηγορεί. Και όχι μόνον οι άνθρωποι και τα σπιτικά ζώα, αλλά και αυτά τα πουλιά του δάσους την αγαπούσαν. Όταν την έβλεπαν να περνά, κατέβαιναν από τα δένδρα και την ακολουθούσαν σαν σκυλάκια, για να τους δώσει το μισό ψωμί της.

Την έλεγαν Μηλιά, γιατί την είχαν εύρει ένα απριλιάτικο πρωί από κάτω από ένα μηλόδενδρο, σκεπασμένη από τα άσπρα άνθια όπου είχε τινάξει απάνω της ο άνεμος τη νύχτα.

Το ηλικιωμένο ανδρόγυνο που την είχε υιοθετήσει ήταν τόσο πτωχό, οπού μόλις έφθαναν για να μη πεινά όσα εκέρδιζαν με το πλέξιμον η γραία και ο γέρος κόπτοντας ξύλα. Η Μηλιά έκαμνε κι εκείνη ό,τι μπορούσε για να τους βοηθήσει. Εμάζευεν εις το δάσος αγριοφράουλες, μενεξέδες και άλλα λουλούδια και τα επρόσφερνεν εις τους διαβάτες μ΄ ένα χαμόγελο τόσο γλυκό, που σπάνιον ήταν να της αρνηθούν την πεντάρα τους, όσοι είχαν να την δώσουν. Αυτοί όμως δεν ήσαν πολλοί εις το πτωχικό εκείνο χωριό, και το ψωμί και τα κάστανα, όπου έτρωγαν ο γέρος και η γριά, ήσαν πάντοτες ολιγώτερα από την όρεξί τους, και ακόμη πιο μικρό το μερδικό της Μηλιάς, αφού το εμοίραζε με τους πτωχούς και τα πουλιά.

Η Μηλιά ήταν δεκαεφτά ετών, όταν μια νύχτα, όπου ενόμιζαν οι θετοί γονιοί της πως κοιμάται, άκουσε να λέγει ο γέρος εις την γυναίκα του :

«Δεν ξέρω τι θα γίνουμεν, αν δεν κάμει ο Θεός κανένα θαύμα να μας βοηθήσει. Τα ξύλα όπου ημπορώ να σηκώσω εις τη γέρική μου πλάτη ολιγοστεύουν καθημέραν, και συ αντίς τρεις χρειάζεσαι τώρα πέντε μέρες για να πλέξεις μια κάλτσα. Η Μηλιά τρώγει λίγο, μα αγαπά να μοιράζει ψωμί εις τους πτωχούς και τα πουλιά. Συλλογούμαι τι θα γίνει αφού κλείσουμε τα μάτια. Αν ήταν ένα ή δυο χρόνια μεγαλύτερη, θα την έστελνα εις την πόλι να βολευθεί. Φρόνιμη και προκομμένη καθώς που είναι, θα εύρισκεν εύκολα μια καλή θέσι, και δεν θα λησμονούσε και τους πτωχούς ανθρώπους που την αναθρέψανε, όταν δεν θα έχω πλέον δύναμι να κόπτω ξύλα ούτε συ δάκτυλα να πλέκεις».

Η Μηλιά εκαμώθη πως δεν άκουσε τίποτες. Το πρωί όμως εσηκώθηκε πριν φέξη· έκαμεν ένα κομπόδεμα τα ολίγα της πράγματα, έσφιξε την καρδιά της, εσφούγγισε τα μάτια της, που έτρεχαν σαν βρύσι, και πήγε ν΄ αποχαιρετίσει το γέρικο ζευγάρι. Έκλαψαν κ΄ εκείνοι, έπειτα όμως εσυλλογίσθηκαν πως ήτο φανέρωμα του θείου θελήματος, να κάμει την Μηλιάν να συλλογισθεί την ίδιαν νύκτα, όσα εσυλλογίσθηκαν και εκείνοι. Την άφησαν λοιπόν να φύγει, αφού της έδωκαν πολλά φιλιά, την ευχή τους και μίαν πίτταν να την τρώγη εις τον δρόμον.

Όλο το χωριό ηθέλησε να την συνοδέψει μιαν ώρα δρόμο έως την Κρύα Βρύσι. Την ακολούθησαν έως εκεί και ένας στραβός που τον έσερνεν ο σκύλος του και δύο σακάτηδες με τα δεκανίκια. Την συνόδεψαν και γίδες, αρνιά, κότες, χήνες, πάπιες, γάλοι και πετεινοί, γιατί άνθρωποι και ζώα όλοι την αγαπούσαν και τους ελυπούσεν ο χωρισμός.

Όσον καιρόν έβλεπεν από μακριά το αποχαιρέτημα με το μαντήλι των δύο γερόντων επροσπαθούσεν η Μηλιά να κάμει θάρρος· όταν όμως έπαυσε να το βλέπει κι εκείνο, αισθάνθηκε πρώτη φορά ότι ήτο μονάχη εις τον κόσμο· την επήρε το παράπονο και άρχισαν πάλι τα μάτια της να τρέχουν. Επερπάτησεν όλην την ημέρα χωρίς να σταθεί ούτε την πίττα της να δαγκάσει. Ο πόνος τής καρδιάς γεμιζει ωσάν ψωμί το αδειανό στομάχι των δυστυχισμένων.

Αφού επερπάτησε δέκα όλες ώρες, εκάθισεν από κάτω από μίαν καστανιά ν΄ αναπαυθεί. Ακόμη όμως δεν είχε καλοκαθήσει, και την ετρόμαξαν δύο τουφεκιές και το γάβγισμα βραχνού σκύλου. Εγύρισε να ιδεί τι τρέχει και είδεν ένα σύννεφο πουλιά που έφευγαν φοβισμένα.

— Ελάτε κοντά μου, εφώναζεν, ελάτε γρήγορα να κρυβήτε σ΄ αυτήν τη λόχμη. Μη φοβάσθε, θα σας γλυτώσω, αν δεν με σκοτώσει κι εμένα ο κυνηγός, αν δεν με φάγει ο σκύλος.

Τα πουλιά εγνώρισαν τη φωνή της, εσυνάχθησαν τριγύρω της και εβιάσθησαν να τρυπώσουν αποκάτω από τα χαμόκλαδα, στρυμωμένα το ένα κοντά εις το άλλο, και άκουεν η Μηλιά τις εκατόν καρδούλες των να κτυπούν τακ-τακ σαν τα ρολόγια εις το αργαστήρι του ρολογά.

Εκείνην την στιγμή επρόβαλε και ο κυνηγός μαζί με το σκύλο του, φοβερό ζώο με κίτρινη τρίχα, με δόντια μυτερά και μάτια κόκκινα που έλαμπαν σαν ανθρακιά.

            — Κορίτσι μου, την αρώτησε, μην είδες να περάσουν απ΄ εδώ πουλιά ή άλλο κυνήγι; Από το πρωί τρέχω και δεν εσκότωσα ακόμη τίποτε. Θα σε δώσω αυτό το αργυρό δίφραγκο, αν μου δείξεις τον καλό δρόμο.

            Ενώ μιλούσεν ο κυνηγός, εξακολουθούσεν ο σκύλος να γαβγίζει και η καρδιά των πουλιών να κτυπά πιο δυνατά, και το κόκκινο βασίλεμα του ηλίου έκαμνε το αργυρό νόμισμα να λάμπει σαν να ήταν χρυσό.

            — Καλά έκαμες να μ΄ αρωτήσεις, αποκρίθηκεν η Μηλιά. Μια στιγμή πριν έλθεις, είδα ένα κοπάδι πέρδικες που επετούσαν κατά το βοριά, δυο λαγούς που έτρεχαν αντικρυνά, ένα ζαρκάδι που έφευγε κατά την ανατολή και ένα ζευγάρι φαζάνια κατά τη δύσι. Έχεις λοιπόν να διαλέξεις, μόνο δεν έχεις καιρό να χάσεις, αν θέλεις να φθάσεις.

            Ο κυνηγός της έδωκε το δίφραγκο και εκινήθηκε προς την ανατολή, ο σκύλος όμως δεν ήθελε να φύγει· επεισμάτωσε να μυρίζεται τα κλαδιά, ν΄ αλυχτά και να δείχνει τα φοβερά του δόντια. Εσυλλογίστηκε τότες η Μηλιά να του δώσει την πίττα της για να ησυχάσει· του έδωκε και ο αφέντης του μια κλωτσιά και τότε μόνον απεφάσισε το κακό ζώο να τον ακολουθήσει, όχι όμως ευχαριστημένο, αλλ΄ εξακολουθώντας το γάβγισμα, ωσάν να έλεγεν εις τον κυνηγό, πως είναι εντροπή να τον γελούν κοτζάμου άνθρωπο τα κορίτσια.

            Όταν εχάθη μακριά εις το δάσος ο κυνηγός και έπαυσε να ακούεται η φωνή του σκύλου, εβγήκαν από την κρύφτη τους τα πουλιά και δεν ήξευραν τι να κάμουν για να δείξουν την ευγνωμοσύνη τους εις την Μηλιά. Εκάθιζαν επάνω εις τον ώμο της, εκελαηδούσαν εις τ΄ αυτί της ευχαριστώ, την αέριζαν με τα πτερά των και της εφιλοτσιμπούσαν τα χέρια, τα χείλια, τα μάγουλα και το λαιμό της. Οι σπίνοι και οι πυρρουλάδες αποσπάσθηκαν να πάγουν να της φέρουν κεράσια, ζίζυφα, βατόμουρα και φραγκοστάφυλα να δειπνήσει, ενώ τα σπουργίτια και οι πετρίτες της ετοίμαζαν μαλακό στρώμα από καστανόφυλλα, μέντα και λεβάντες να κοιμηθεί. Αφού έκαμε την προσευχή της και απλώθηκεν εις το μυρωδάτο εκείνο κλινάρι, την εσκέπασαν με φτέρη για να μη κρυώσει κι εκούρνιασαν κι εκείνα εις τα περίγυρα δέντρα να την φυλάγουν.

            Το πρωί την εξύπνησε το εγερτήριο του κορυδαλλού και ήλθαν να την καλησπερίσουν και τ΄ άλλα πουλιά. Αφού ετελείωσε το γενικό τραγούδι, έλαβε το λόγο (συμπάθειο για την ελληνικούρα) ο γλυκόλαλος ρήτορας, το αηδόνι, και της είπε τα ακόλουθα, εις την γλώσσαν των πουλιών, που ένοιωθε καλά και κάπως ωμιλούσεν η Μηλιά.

            — Μας είπες χθες πως πηγαίνεις εις την πρωτεύουσα να κυνηγήσεις την τύχη, και σήμερις το πρωί εμάθαμεν από μίαν κίσσαν, ότι παρουσιάζεται μία ευκαιρία μοναδική να την πιάσεις από τα γένεια. Ο βασιλιάς, αφού εχήρεψε πρόπερσι, εβαρέθηκε τα μεγαλεία, τις δόξες, τα πλούτη και όσα άλλα του ζηλεύει ο κόσμος. Τόση είναι η πλήξη και η μελαγχολία του, όπου κατήντησε να υποσχεθεί το μισό του Βασίλειο εις εκείνον όπου κατορθώσει να τον κάμει να περάσει μία μόνη ώρα χωρίς χασμήματα ή αναστεναγμούς. Πολλοί ήλθαν από όλα τα μέρη να δοκιμάσουν. Η δοκιμή γίνεται απόψε, και ως εις την πρωτεύουσα είναι μόνο πέντε ώρες δρόμος. Σήκω λοιπόν, Μηλιά, και συγυρίσου να πας εις το παλάτι να κερδίσεις το βραβείο. Θα σε συνοδέψω με μερικά άλλα πουλιά και θα σε λέγω εις το αυτί τι πρέπει να κάμεις.

            — Πουλιά μου αγαπημένα, αποκρίθηκεν η Μηλιά, έχετε καλή καρδιά, όχι όμως και πολλή γνώσι. Μού παραγγέλνετε να συγυρισθώ χωρίς να συλλογισθείτε πως μόνον σάς εφρόντισεν ο Θεός να στολίσει τα πλουμιστά φτερά. Εγώ δεν έχω να βάλω παρά αυτό το παλιοφούστανο που φορώ. Με αυτό θέλετε να πάγω να με καμαρώσει η αυλή και ο βασιλιάς;

— Δεν είναι τα πουλιά τόσον ανόητα, όσο τα πιστεύει ο κόσμος, απήντησε το αηδόνι. Δεν θα σου έλεγα να στολιστείς, αν δεν είχαμε φροντίσει να ετοιμάσομε τα στολίδια. Έχομε φιλία με μεταξοσκούληκα και τα εβάλαμεν να δουλεύουν όλην την νύκτα για να σου κάμουν αυτό το φόρεμα όπου δεν έχει δεύτερο στην οικουμένη.

            Έφεραν τότες ένα φουστάνι από μονοκόμματο άσπρο ατλάζι, που είχε επάνω κεντημένα την άνοιξι με όλα της τα λουλούδια και τον ουρανό με όλα του τ΄ αστέρια.

            — Εγώ, είπεν ο μελισσουργός, έτρεχα όλην την νύκτα να σου εύρω αυτό το άσπρο τριαντάφυλλο να βάλεις εις τα μαλλιά σου.

            — Και εγώ, είπεν η πυρραλίδα, εσύναξα σταλαγματιές δρόσο και σου έκαμα περιδέραιο, που λάμπει περισσότερο από τα διαμάντια.

            — Και εγώ, είπεν η σουσουράδα, σου φέρνω αυτό το ριπίδι, όπου έδωκε το κάθε πουλί το ωραιότερό του φτερό για να γίνει.

            Αφού εφόρεσε τα μοναδικά της στολίδια, εφάνηκεν η Μηλιά τόσον ωραία που άρχισαν να υμνολογούν την περίσσεια χάρι της όλα μαζί τα πουλιά. Μόνον εκείνη εξακολουθούσε να είναι ανήσυχη και συλλογισμένη.

            — Τι θα γίνω, είπεν, όταν μου μιλήσει ο βασιλιάς και καταλάβει από τα πρώτα μου λόγια ότι είμαι μια χωριάτισσα του βουνού που δεν ξέρει τίποτε από τον κόσμο;

            — Μη σε νοιάζει, αποκρίθηκε το αηδόνι. Αυτή η φιλενάδα μου η κουρούνα, που βλέπεις κοντά μου, φωλιάζει από εκατόν είκοσι χρόνια εις την στέγη του παλατιού και ξεύρει όλα του τα φανερά και τα μυστικά. Την έφερα επίτηδες για να σε κατηχήσει. Σε μια ώρα θα σε μάθει όσα φθάνουν για να διδάξεις τον βασιλιά τα γονικά του.

            Με το δίφραγκο του κυνηγού ενοίκιασεν η Μηλιά το βράδυ ένα κομψό αμάξι και σωστά εις τας εννιά το βράδυ επαρουσιάσθηκεν εις την μεγάλη σάλα του παλατιού. Η εντύπωσι που έκαμεν η ομορφιά του προσώπου της και η λάμψη του φουστανιού της ήτο τόση, όπου όλες οι άβαφες γυναίκες εκιτρίνισαν από την ζούλεια, και από εκείνην την βραδυά εφανερώθηκε ποιες πασαλείβονται και ποιες όχι.

            Ο βασιλιάς κατέβηκεν από το θρόνο του και ήλθε να την προϋπαντήσει, πράγμα όπου δεν έκαμεν άλλη φορά, παρά μόνον εις την επίσκεψι της αυτοκρατόρισσας του Λεβάντε. Χωρίς να φροντίζει για την εθιμοταξία, την επήρεν από το χέρι και την έβαλε να καθίσει σιμά του, ερωτώντας από ποιο βασίλειον έρχεται, ή αν είναι ουρανοκατέβατη, γιατί δεν πιστεύει πως ημπορεί η γης να γεννήσει γυναίκα τόσον ωραία.

            Η Μηλιά εκοκκίνισε και του αποκρίθηκε με πολλή σεμνότητα και χάρι ότι είναι μια ταπεινή χωριάτισσα και ήλθε ν΄ αγωνισθεί με τους άλλους για το βραβείο.

            — Πρέπει να ξεύρεις, της είπεν ο βασιλιάς, πως τόσον πολύ εχόρτασα και αηδίασα κάθε διασκέδασι και ξεφάντωμα, που τίποτες πλέον δεν μ΄ ευχαριστεί. Έχω ολόκληρα χρόνια να γελάσω. Όλα μου φαίνονται ανούσια, ανάλατα, νερόβραστα και βαρετά. Και αυτή σου η ωραιότης εθάμπωσε τα μάτια μου χωρίς να γιατρέψει της ψυχής μου την κούρασι και πλήξι. Εύχομαι να φανεί η διασκεδαστική σου τέχνη, όσον και η ομορφιά σου μεγάλη.

            Και αφού είπεν αυτά επρόσταξεν ν΄ αρχίσει ο αγώνας.

            Τα λόγια του ετρόμαξαν την Μηλιάν, που δεν ήξευρε πώς θα κατώρθωνε να κάμει να γελάσει τον αγέλαστο εκείνο βασιλιά. Θα έχανε το θάρρος της, αν δεν ήρχετο εκείνην την στιγμήν το αηδόνι να κελαηδήσει εις το αυτί της : «Μη σε μέλει, τα πουλιά τα ετοίμασαν όλα».

            Ο πρώτος αγωνιστής που επαρουσιάσθηκεν ήταν ένας περίφημος φραγκομερίτης μπεχλιβάνης ή, καθώς τους λέγουν οι λογιώτατοι, λαθροχειριστής, τόσον επιτήδειος, που τον έπαιρναν πολλοί για μάγο και αναγκάσθηκε να φύγει απ΄ τον τόπον του, όπου εσυνήθιζαν τότες να καίουν τους μάγους. Αυτός εμάντεψε το χαρτί, άσο πίκα, όπου είχε βάλει ο βασιλιάς εις το νου του, ετηγάνισεν αυγά μέσα εις το καπέλο του αυλάρχη και έστειλε την ξανθή περρούκα της Μεγάλης Κυρίας να σκεπάσει του ιπποκόμου τη φαλάκρα. Έπειτα κατώρθωσε να βγάλει από τη μύτη του υπουργού της δικαιοσύνης ένα σχοινί της φούρκας και από την τσέπη του στρατάρχη ένα δειλό λαγουδάκι. Όλα επήγαιναν καλά, μόνον ο βασιλιάς δεν είχεν ακόμα γελάσει. Με την ελπίδα να επιτύχει και τούτο, εσκαρφίσθηκε να λαθροχειρίσει το βασιλικό στέμμα και να στεφανώσει με αυτό μια κεφαλή αγριοχοίρου, που ήταν στημένη εις το μέσο του τραπεζιού του δείπνου. Ο βασιλιάς όμως δεν ήταν, καθώς φαίνεται, ευδιάθετος. Αντί να γελάσει ευρήκεν άνοστο το χωρατόν, κι επρόσταξε να διώξουν τον χωρατατζή μ΄ ένα καλό λάχτισμα εις το μέρος του υποκειμένου του που είναι παρακάτω από τη ράχη.

            Ο δεύτερος αγωνιστής ήταν ένας σοβαρός ασπρογένης φιλόσοφος από τα μέρη της Ολλάνδας. Αυτός είχε φέρει μαζί του μια παράξενη μηχανή, με ένα είδος υαλίτικο καζάνι απ΄ επάνω. Το άνοιξε και έρριψε μέσα κάρβουνο κοπανιστό, μια κουταλιά αδιάργυρο, μια φούχτα αλογόπετρα, ένα κλαδί δενδρολίβανο και ένα βώλο νισαντήρι. Τα ανακάτεψε με μια χρυσή κουτάλα και αμέσως εζεστάθηκαν, εκόρωσαν, εφλογοβόλησαν, έπειτα εκρύωσαν, εκρουστάλλιασαν, και ευρέθη το καζάνι γεμάτο διαμάντια μεγάλα σαν τ΄ αυγά της περιστεράς. Όλοι οι αυλικοί έμεναν εκστατικοί και όλες οι κυρίες άπλωναν το χέρι για να λάβουν από ένα από τα διαμάντια που άρχισεν ο σοφός της Ολλάνδας να μοιράζει. Ο βασιλιάς όμως εθύμωσε και πάλι, επρόσταξεν εις τις κυρίες να δώσουν οπίσω όσα είχαν λάβει και είπε με οργή εις το χημικό : «Δεν εσυλλογίσθηκες, ζευζέκη, πως άμα γίνουν τα διαμάντια κοινά σαν τα χαλίκια, θα χάσουν όλη τους την αξία τα δικά μου, που είναι τα πρώτα του κόσμου και, αν λάχει και χρειαστώ χρήματα, μπορώ να τα πουλήσω όσο θέλω; Φύγε απ΄ εδώ, και αν ξανακάμεις άλλη φορά διαμάντια, θα σου σπάσω μαζί με τη μηχανή και το κεφάλι».

            Ο τρίτος ήταν ο πρώτος επιστήμονας ενός καινούργιου κόσμου, που είχεν ανακαλύψει ένας κάποιος Κολόμπος, πέρα από το μεγάλο νερομάζωμα, που το λέγουν Ατλαντικό. Αυτός ο νεοκοσμίτης είχε καταφέρει ύστερα από πολλές μελέτες και δοκιμές, να κλείσει τις ηλιακές αχτίδες μέσα εις μπουκαλάκια, που μοιάζανε μικρά αχλάδια, τόσον όμως φωτερά που ο βασιλιάς και όλοι οι αυλικοί εθαμπώθηκαν και ανοιγόκλειαν τα μάτια, ωσάν νυχτερίδες που επλάκωσεν ο πρωινός ήλιος, πριν προφθάσουν να χωθούν εις τη σπηλιά τους. Αφού εμισοστράβωσε τον κόσμο άρχισεν ο επιστήμονας να εξηγεί πως αυτά τ΄ αχτινοβόλα αχλάδια είναι νέο σύστημα φωτισμού, και με το μισό έξοδο θα δίδουν φως δεκαπλάσιο από το λάδι, που θα ξεπέσει τότες η τιμή του εις το δέκατο, αφού δε θα χρησιμεύει πλιά παρά μόνο για το τηγάνισμα και τη σαλάτα.

            — Δεν ξεύρεις, αχρείε, τον διέκοψεν ο βασιλιάς κίτρινος από την οργή, πως τα κτήματα του βασιλείου μου, τα δικά μου και του λαού μου, είναι όλα ελαιώνες, και έρχεσαι να μας ξεπέσεις την τιμή του λαδιού! Γκρεμίσου να μη σε βλέπω, και αν αύριο ευρεθείς ακόμη εις τα κράτη μου, θα σ΄ αλείψω με λάδι και θα σε κάψω ζωντανό.

            Ήταν τώρα η σειρά της Μηλιάς και έτρεμεν όλη, βλέποντας πόσον αγριωμένος ήταν ο βασιλιάς. Της εκελάδησεν όμως πάλιν το αηδόνι κάτι που της έδωκεν θάρρος. Ολωνών τα μάτια ήτανε καρφωμένα απάνω της και η σιωπή τόσο τέλεια, που θ΄ άκουε κανένας μυίγαν να πετά ή χόρτο να φυτρώνει.

            Η Μηλιά έδωκε τότε διαταγή ν΄ ανοίξουν τα είκοσι παράθυρα της σάλας. Και αμέσως επέταξαν μέσα μικρόπουλα κάθε λογής και είδους, κίτρινοι μελισσουργοί, κόκκινοι πυρρουλάδες, αργυρά ψαροπούλια, μαύροι κότσυφοι, πλουμιστές κίχλες, παρδαλές καρδερίνες, σπίνοι, φρεντζούνια, σεισούρες, ποταμίδες, καλογρίτσες, μαλαθρίτσες, κορυδαλλοί, ασπρόκωλοι, τρυποκάρυδα και κεφαλάδες. Αφού εφτερούγιασαν ένα δυο λεπτά, εδώ κ΄ εκεί γύρω εις τις λάμπες και τους πολυελαίους, σαν τρελλά πουλιά που ήταν, έκαμαν έπειτα ένα μεγάλο κύκλο. Το αηδόνι εστάθη εις το κέντρο κτυπώντας σαν αρχιμουσικός με τις φτερούγες του το ρυθμό, και ακούστηκε τότε μια πρωτάκουστη συμφωνία τόσο γλυκειά που θα έλεγες πως την είχε συνθέσει η μελοποιήτρια της Παράδεισος Αγία Καικιλία. Από όλα τα κομμάτια άρεσε περισσότερο μια λιγυρή τετραφωνία σπίνων, που έκαμεν όλους να δακρύσουν, και το κωμικό τραγούδι της κίσσας, το τόσο πηδηκτούλικο και ζωηρά τονισμένο, που όλοι οι αυλικοί άρχισαν να σειούνται και να κινούν τα πόδια σαν αν είχαν γεμίσει οι κάλτσες των μερμήγκια.

            — Χορέψατε τώρα, πουλιά μου, επρόσταξεν η Μηλιά.

            Είκοσι ζευγάρια καναρίνια άρχισαν τότε να χορεύουν ένα έχτακτο και πρωτοφανίστικο βαλς. Με τη μια φτερούγα εκρατούντο τα δυο πουλιά αγκαλιασμένα και επετούσαν με την άλλην. Τα ζευγάρια εγύριζαν ωσάν άνεμες και έκαμαν δέκα φορές το γύρο της σάλας. Έπειτα εχόρευσαν κατά γης περπατητά μια νόστιμη καδρίλια οι τσαλαπετεινοί και ακόμη καλλίτερα επέτυχε το κοτιλλιόν με όλα του τα παιχνίδια. Εις αυτό έκαμαν όλους να ξεκαρδισθούν τα νάζια μιας ακατάδεκτης καρδερίνας, που της επαρουσίασαν δέκα κατά σειράν χορευτάδες και δεν της άρεσε κανέναςּ τους εκύτταζε με περιφρόνησι κι έλεγεν όχι με το κεφάλι. Ο ενδέκατος έτυχε να της αρέσειּ για να του το αποδείξει του έδωκε μια μυίγα που είχε πιάσει. Την έχαψεν εκείνος και έπειτα αγκάλιασε τη χορεύτριά του και άρχισαν να γυρνούν με χάρι και τέχνη μοναδική.

            Δεν θα ετελείωνα ποτέ αν ήθελα να τα πω όλα. Η διασκέδασι έκλεισε με μια βροχήν από σπάνια λουλούδια, που είχαν φέρει τα χελιδόνια από τα ξένα μέρη. Το σπανιώτερο απ΄ όλα ήταν ένας γαλάζιος λωτός του επάνω Νείλου, που επρόσφερεν η Μηλιά εις τον βασιλιά.








            Εκείνος ήτανε τώρα όλος ζωή και χαρά. Το αίμα ανέβηκε να βάψει τη χλωμή του όψι και τα μάτια έρριχναν σπίθες. Χωρίς να συλλογισθή ούτε το μεγαλείο ούτε τους προγόνους του, ούτε τι θα έλεγαν οι γύρω του πριγκίποι, δούκες, στρατάρχες, υπουργοί και δεσποτάδες, έσκυψε και εφίλησε την Μηλιά εις το μέτωπο, τα δυο μάγουλα και το σιαγόνι. Το σταυροφίλημα εκείνο, καθώς το έλεγαν, ισοδυναμούσε τότε εις την Μεγάλη Ελλάδα με επίσημον αρραβώνα. Δεν ημπορώ να είπω αν άρεσεν ο αρραβώνας εκείνος εις όλους τους αυλικούς ή μίαν τουλάχιστον αυλικήν. Όλοι όμως ηναγκάσθησαν θέλοντας και μη θέλοντας να φωνάζουν: Ζήτω η βασίλισσά μας! Το ίδιο εφώναξαν εις την γλώσσαν τους και όλα τα πουλιά, και βλέποντας ότι έκλαιεν η Μηλιά ενώ την αποχαιρετούσαν, της έδωκαν την υπόσχεσι να την βλέπουν συχνά.











            Οι γάμοι έγιναν την επομένην εβδομάδα με περισσή μεγαλοπρέπεια και πομπή. Εις αυτούς ήσαν καλεσμένοι και οι θετοί γονιοί της Μηλιάς, ο γέρος και η γριά, που τους έκαμνε να φαίνονται δέκα χρόνια νεώτεροι η χαρά.

            Ο βασιλιάς, για να τους έχει κοντά της η αγαπημένη του γυναίκα, εζήτησε να τους εύρει καμμιά δημόσια θέσι εις την πρωτεύουσά του. Βλέποντας πόσον ήτο η γριά φρόνιμη, οικονόμα, νοικοκυρά, λιγόφαγη και εις όλα τακτική την έκανεν υπουργίναν επί των οικονομικών. Ο γέρος όμως ήταν πλέον δυσκολοβόλευτος. Δεν ήξευρεν ο άνθρωπος ούτε να γράφει ούτε να διαβάζει. Ο βασιλιάς επονοκεφαλούσε να εύρη πώς ήτο δυνατόν να τον οικονομήσει, όταν έτυχε ν΄ αποθάνει ο επί της δημοσίας εκπαιδεύσεως υπουργός. Μη έχοντας πρόχειρον καμμίαν άλλην, έδωκεν εις τον γέρον την θέσιν του μακαρίτη, και από τότες εγεννήθη και σώζεται ακόμη εις πολλά μέρη η συνήθεια να δίδεται εις τον πλέον αγράμματον το υπουργείον της παιδείας.-