Κυριακή, 18 Οκτωβρίου 2020

ΝΑ ΔΙΝΕΙΣ ΚΑΙ ΝΑ ΠΑΙΡΝΕΙΣ ΑΓΑΠΗ....



Το πιο σημαντικό πράγμα στη ζωή είναι να μάθεις πώς να δίνεις αγάπη και πώς να την αφήνεις να έρχεται.

Morrie Schwartz








"Θα περιμένω μήνυμά σου, ότι έφτασες σπίτι.
Μου λείπεις.
Σου μαγείρεψα.
Θα περάσω σε λίγο να σου φέρω.
Έπεσε ο πυρετός;
Φόρεσε το κράνος μου.
Έχει αέρα σήμερα, μην βγεις για ποδήλατο.
Σου αρέσει; Στο χαρίζω!
Έκπληξη!!! Χρόνια πολλά!!!
Άστο, πάω εγώ να ανοίξω.
Κλείσε, θα σε πάρω εγώ, έχω μονάδες.
Πρόσεχε.
Σε κάλυψα, δεν πήρες απουσία.
Μην κλαις, με στεναχωρείς.
Πήγαινε εσύ με το ασανσέρ αφού δεν χωράει άλλο άτομο, ανεβαίνω με τα σκαλιά εγώ!
Άσε το κινητό να χτυπάει, συνέχισε αυτό που μου έλεγες.
Φύγε εσύ, θα πω ότι το έκανα εγώ. Φύγε!
Είμαι από έξω, άνοιξε το παράθυρό σου.
Αυτό το λουλούδι είναι για εσένα.
Πώς πήγε σήμερα στη δουλειά;
Αν δεν καπνίσεις σήμερα, θα έχεις μία έκπληξη!
Σε έχω καλέσει 100 φορές. Ανησύχησα.
Πώς κοιμήθηκες;
Χόρτασες;
Πάρε και από το δικό μου.
Σου αγόρασα αυτή τη σοκολάτα, θυμάμαι που μου είχες πει ότι είναι η αγαπημένη σου.
Έλα εδώ να σου κάνω μασάζ.
Σου έφτιαξα θερμοφόρα, θα σου κάνει καλό στον πόνο.
Πώς νιώθεις;
Τί σκέφτεσαι;
Σε κάλεσα γιατί ήθελα να σε ακούσω, δεν έγινε κάτι σοβαρό.
Πιες κι εσύ νερό, στην υγεία μας!
Μην τρέχεις στον δρόμο.
Φόρα την ζώνη σου.
Σου έστιψα πορτοκαλάδα.
Εχθές άκουσα αυτό το τραγούδι και σε σκέφτηκα..
Κράτα με, μην πέσεις.
Είναι βράδυ και επικίνδυνα, θα περάσω εγώ να σε πάρω, μην βγαίνεις με τα πόδια.
Ότι χρειαστείς, είμαι εγώ εδώ.
Θα σε βοηθήσω εγώ με την εργασία σου, θα την προσπαθήσουμε μαζί.
Μην βάζεις μόνο λάδι, βάλε πρώτα αντιηλιακό.
Διάβασες για αύριο;
Κλείνω το θερμοσίφωνο.
Μπες για μπάνιο πρώτη εσύ τώρα που έχει ζεστό νερό, θα μπω μετά εγώ.
Φορά το μπουφάν μου, δεν κρυώνω.
Έφαγες σήμερα;
Μην καμπουριάζεις.
Καλημέρα.
Καληνύχτα.
Αν είσαι τυχερός και αγαπάς, έχεις σίγουρα αναφέρει κάποια από τις προηγούμενες φράσεις.
Αν είσαι τυχερός και αγαπιέσαι, έχεις σίγουρα απαντήσει σε μία από αυτές τις φράσεις.
Αν είσαι τόσο τυχερός...μην ξεχάσεις ποτέ πόσο τυχερός είσαι.
Μην εκμεταλλευτείς το άτομο που σε αγαπά.
Να είσαι μαλακός μαζί του, ήρεμος, στοργικός.
Μην το πληγώσεις.
Σκέψου προτού πράξεις.
Δείξε του πόσο τον αγαπάς κι εσύ.
Δεν υπάρχει ωραιότερο πράγμα στη ζωή από το να βιώνεις και να δείχνεις την αγάπη..."
(Via: Akrivi Kollia)






Το να αγαπιέσαι βαθιά από κάποιον σου δίνει δύναμη, όμως το να αγαπάς κάποιον βαθιά σου δίνει θάρρος.

Lao Tzu

Παρασκευή, 2 Οκτωβρίου 2020

ΛΕΜΟΝΙΑ η προσφυγοπούλα

 Η συμμετοχή μου σηματοδοτεί την έναρξη  της 6ης ΦΩΤΟΣΥΓΓΡΑΦΙΚΗΣ ΣΚΥΤΑΛΗΣ που οργανώνει η Μαίρη από την ΓΗΙΝΗ ΜΑΤΙΑ.https://ghinimatia.blogspot.com/ Την φωτό και την λέξη ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ  διάλεξε γιά εμένα η  Ελένη Φλογερά     και την ευχαριστώ πολύ γιατί η επιλογή της μου χάρισε έμπνευση που ξεδιπλώθηκεεεε......αρκετά και ελπίζω να μην αγανακτήσετε διαβάζοντας....Αν αντέξετε πάντως θα χαρώ να διαβάσω τα σχόλιά σας...



 

Τι μέρα και τούτη !!! Η Μυρτάλη ανέβαινε με βιάση το πετρώδες μονοπάτι και η καρδιά της βροντοχτυπούσε στο στήθος, αγωνιούσε αν και ήξερε που θα τους βρεί,  τη μάνα της, τη Λεμονιά του ΄Ομηρου και τον χαμένο αδελφό της τον Νώντα που είχε έρθει μαζί με τον αδελφό της τον Οδυσσέα μόλις το προηγούμενο βράδι….Πόσα δάκρυα, πόση συγκίνηση , πόσος πόνος σ΄αυτό το  σμίξιμο των αδελφών μετά από 50 χρόνια !!! Ολη νύχτα σιγομιλούσαν αγκαλιασμένοι κλαίγοντας ασταμάτητα από χαρά… Νωρίς το πρωϊ πήγανε και άναψαν κεριά στην εκκλησία, προσκύνησαν όλες τις εικόνες και μετά πέρασαν από το κοιμητήριο, η Λεμονιά ήθελε να αναγγείλει τα χαρμόσυνα νέα στον Ομηρο….  Νωρίς το απόγευμα πήγαν όλοι μαζί της στον Συμβολαιογράφο και ήξεραν όλοι καλά,    πως αυτή ήταν από τις σπουδαιότερες μέρες της ζωής της….χρόνια την καρτερούσε και είχε υπομείνει πολλά μέχρι να την αξιώσει ο Θεός να λευτερωθεί η ψυχή της όπως έλεγε…. Ο Οδυσσέας και ο Νώντας είχαν ήδη κανονίσει την αγορά του κτήματος στο όνομά της, όμως δεν της αποκάλυψαν ότι είχαν ήδη πληρώσει τα συμφωνημένα….σε συνεννόηση με τον Συμβολαιογράφο  όμως, θα την άφηναν να πιστεύει ότι πλήρωσε μόνη της το αντίτιμο.....

Τεσσάρων χρονών,  κρατημένη από το χέρι του μεγάλου της αδελφού, του Επαμεινώνδα βρέθηκε μέσα στην κοσμοχαλασιά της Σμύρνης, εκείνες τις άγριες κι αλησμόνητες μέρες….Η μάνα της , λεχώνα μόλις 15 ημερών , στο σπίτι με την πρωτοκόρη της,  την 13χρονη Περσεφόνη, τα δύο μικρότερα παιδιά ο Μιλτιάδης και η ΄Αρτεμις μαζί με την γιαγιά Καλυψώ στο κτήμα τους έξω από την πόλη….γιά να μαζέψουν τα σύκα ….ο πατέρας της, έμπορος κρασιών ,  ούτε που ήξερε που βρισκόταν εκείνη την ημέρα….

Ξαφνικά βρέθηκε μόνη μέσα σ΄ένα πλήθος που έτρεχε αλαφιασμένο και πανικόβλητο προς την προκυμαία  καθώς έχασε την ασφάλεια και το ζεστό κράτημα του αδελφικού χεριού…..Παραζαλισμένη άρχισε να κλαίει και να φωνάζει « Νώντα ! Νώντα !...» αλλά η φωνή της πνιγότανε μέσα στη βουή του πλήθους και ούτε που κατάλαβε πως βρέθηκε  σ΄ένα πλεούμενο καθισμένη πάνω σε μπόγους δίπλα σε μια κουλούρα σχοινιών που μύριζαν έντονα ψαρίλα….

Εκλαιγε και ψέλιζε το όνομα του αδελφού της, της μάνας της, της γιαγιάς Καλυψώς… χωρίς να την ακούει κανείς….ώρες πέρασαν κι αποκαμωμένη,  κάποια στιγμή αποκοιμήθηκε. Όταν ξύπνησε είχε αρχίσει να χαράζει, πεινούσε , διψούσε, η μυρωδιά του καπνού ανακατεμένη μ΄αυτή της θάλασσας είχε γεμίσει τα πνευμόνια της και ήταν τόσο φοβισμένη….όλα γύρω της άγνωστα και το κούνημα του πλεούμενου της έφερνε ζαλάδα…..παραδίπλα διέκρινε μια οικογένεια… 2-3 παιδιά κοιμόντουσαν πάνω σε μπόγους , δίπλα τους η γιαγιά  κρατούσε ένα μικρό στην αγκαλιά της και στήριζε την κόρη της που θήλαζε ένα λεχούδι…

Ο χρόνος κυλούσε, ο ήλιος ανέβηκε ψηλά , ασυναίσθητα έβαλε το χέρι στην τσέπη της ποδιάς της ….ο Νώντας της την είχε γεμίσει με φουντούκια, στραγάλια, καρύδια, σταφίδες…..έκλαιγε μασουλώντας ένα καρύδι μέχρι που είδε τα μάτια των παιδιών απένταντί της, στηλωμένα επάνω της…..πλησίασε και έβαλε το χέρι στην τσέπη, τους πρόσφερε από τα  λιγοστά καλούδια της . Η γιαγιά την ρώτησε:

« Ποια είσαι εσύ, πού θε είσαι ;;;»

Είμαι η Λεμονιά απάντησε μέσα στ΄αναφυλλητά της ….είμαι του Περικλή με τα κρασιά….

 «Και πούθε βρέθηκες εδώ μονάχη σου;;;»

Δεν είχε απάντηση σ΄αυτή την ερώτηση έτσι έμεινε σιωπηλή….Ούτε που μπόρεσε να λογαριάσει πόσο κράτησε αυτό το ταξίδι , όμως όταν ήρθε η ώρα ν΄αποβιβαστούν η γιαγιά της είπε : «Λεμονιά κρατήσου από το φουστάνι μου» κι αυτό έκανε.

Εζησε μαζί τους τις κακουχίες της προσφυγιάς μέχρι τα 8 της χρόνια, έγιναν η οικογένειά της. Η γιαγιά Βιργινία, η κόρη της η Ιοκάστη και τα παιδιά : Ο Παναγής, η Ροδάμνη, η Χαρίκλεια και ο μικρός  , που αν και αβάπτιστος τον φώναζαν Λευτέρη. Τότε πρωτάκουσε την λέξη «ελευθερία» η Λεμονιά. Όταν βρέθηκαν σ΄εκείνο τον ξένο τόπο που όμως , όπως είπε η γιαγιά Βιργινία «τουλάχιστον εδώ θα είμαστε ασφαλείς και θα έχουμε ελευθερία».

Η γιαγιά ξενοδούλευε όπου εύρισκε, η Ιοκάστη που είχε μια έμφυτη επιδεξιότητα στα χέρια , κατάφερε να εξελίξει το ταλέντο της και έγινε περιζήτητη από τις αρχόντισσες του τόπου για τα χτενίσματα και την περιποίηση των μαλλιών τους.

Ετσι όταν στο αρχοντικό των Μπρατσέων ζήτησαν μια μικρή για παρακόρη….εκείνη πρότεινε την Λεμονιά.

Καθαρή και φρεσκολουσμένη με το μπαλωμένο της φουστανάκι,  ένα πρωϊνό, η 8χρονη Λεμονιά με τον μικρό της μπόγο, βρέθηκε σε έναν αλλιώτικο κόσμο, πολύ διαφορετικό από αυτόν του πατρικού της, που τον είχε σχεδόν ξεχάσει και της  προσφυγικής παράγκας που μοιραζότανε με την θετή της οικογένεια….Τους αποχωρίστηκε με πόνο και δάκρυα, ήξερε όμως πως δεν μπορούσε να μείνει για πάντα μαζί τους.

Με τους Μπρατσέους έζησε μέχρι τα 17 της….μεγάλη οικογένεια, γιαγιάδες, θειάδες, παιδιά, ανήψια, ξαδέλφια…..τραπεζώματα, βεγγέρες….Οι άνδρες της οικογένειας ήταν παλατιανοί με υψηλές θέσεις, οι γυναίκες αριστοκράτισσες , εκλεπτυσμένες και ….απαιτητικές.  Εχοντας έμφυτη εξυπνάδα και σιδερένια θέληση, η Λεμονιά κατάφερε κι  έμαθε γράμματα παρακολουθώντας τα μαθήματα των παιδιών της οικογένειας…..δάσκαλοι μπαινόβγαιναν στο σπίτι κι εκείνη φρόντιζε να βρίσκεται τριγύρω πότε σιδερώνοντας βουνά ασπρόρουχα, πότε τρίβοντας ασημικά, γυαλίζοντας παπούτσια, μαντάροντας κάλτσες…..ότι άκουγε το κατέγραφε επιμελώς και της φαινόταν περίεργο που δυσκολεύονταν τόσο  τα αρχοντόπουλα με την προπαίδεια, την ιστορία, την γεωγραφία και την κλίση των ουσιαστικών και των ρημάτων….τις αντωνυμίες…..Μάζευε τα πεταμένα χαρτιά και τα λιωμένα μολύβια και στο μικρό καμαράκι κάτω από την σκάλα της κουζίνας που μοιραζότανε με την Κατίνα την μεγαλύτερη παρακόρη της οικογένειας και έγραφε ...., αφού έμαθε μονάχη της το αλφάβητο ,  λέξεις και προτάσεις αρχικά  και στη συνέχεια όσα είχε μπορέσει να συγκρατήσει από τα μαθήματα....

Βοηθούσε όποτε μπορούσε και την μαγείρισσα την κυρά Ευθαλία και μάθαινε όσα της έδειχνε, ενώ πολύ πρόθυμα έκανε όλα τα θελήματα που της ανέθεταν. Ο καλός της χαρακτήρας και η φυσική της εξυπνάδα και ευγένεια την έκαναν πολύ αγαπητή σε όλους και η ζωή της κυλούσε στους ρυθμούς του αρχοντικού με πρόγραμμα και υποχρεώσεις…..πολλές υποχρεώσεις. Τον χειμώνα στην Αθήνα, τα καλοκαίρια στο μεγάλο κτήμα στο νησί….Εκείνο το καλοκαίρι γνώρισε τυχαία τον ΄Ομηρο…..Τον είχε συστήσει ένας καθηγητής για να κάνει ιδιαίτερα μαθήματα στον μικρότερο γιό και τις 2 ανηψιές του Ευκλείδη Μπρατσέου.

Ερωτας με την πρώτη ματιά. Συνέβη στ ΄αλήθεια και  η αθώα και άμαθη Λεμονιά βίωσε με τρόμο το πρωτόγνωρο συναίσθημα. Ο Ομηρος 9 χρόνια μεγαλύτερός της, επίσημα ζήτησε το χέρι της από τον Ευκλείδη Μπρατσέο για να εισπράξει την άρνησή του. Δεν το έβαλε κάτω, επανήλθε σε λιγότερο από ένα χρόνο αργότερα….και πάλι  ο Ε.  Μπρατσέος ισχυρίστηκε ότι η Λεμονιά είναι ακόμη μικρή και έχει πολλές υποχρεώσεις σαν έμπιστη της οικογένειας….

Για την τρίτη και τελευταία απόπειρα,  μεταχειρίστηκε ένα τέχνασμα…..με το οποίο είχε συγκατατεθεί και η Λεμονιά . Ενημέρωσε τον   Αριστοκλή Μπρατσέο  αυτή τη φορά. ότι η σχέση είχε προχωρήσει και ότι ο γάμος  έπρεπε να επισπευσθεί,  ……οπότε προ του τετελεσμένου ο Αριστοκλής Μπρατσέος έδωσε την συγκατάθεσή του αφού βεβαίως κατσάδιασε την Λεμονιά με μάλλον ήπιο τρόπο : «Λεμονιά γνωρίζεις ότι σε θεωρούμε μέλος της οικογενείας μας και απολαμβάνεις όλα αυτά τα χρόνια την εκτίμηση και την εμπιστοσύνη μας….μάλιστα μην αμφιβάλεις ότι θα φροντίζαμε και για την αποκατάστασή σου με άτομο αξιοπρεπές και καλού χαρακτήρος…..η μητέρα μου μάλιστα είχε ήδη υπόψη κάποιον κατάλληλο…αλλά τέλος πάντων οφείλομεν να αντιμετωπίσωμεν τα γεγονότα…….Μας εξέπληξε η προκύψασα κατάστασις αλλά……..υπάρχουν και τα  ηλικιωμένα άτομα  της οικογενείας που  έχουν την ανάγκην των φροντίδων σου, η μητέρα μας, η θεία Ελεονώρα, η θεία Καλλισθένη…. »

Η Λεμονιά με χαμηλωμένα μάτια άκουγε σιωπηλή, την είχε προειδοποιήσει ο ΄Ομηρος ότι σίγουρα θα υπήρχε  αναφορά στις ανάγκες της οικογένειας και ψυχολογική πίεση,  αλλά το μόνο που θα έπρεπε να την απασχολεί δεν ήταν παρά να κάνει το επόμενο μεγάλο βήμα στην ζωή της !!!

Και το έκανε !!! Ντύθηκε νύφη με ένα από τα βραδινά φορέματα της αρχόντισσας που προς μεγάλη της έκπληξη, της παραχωρήθηκε με χαρά και προικίστηκε με  μερικά είδη οικοσκευής, κάμποσα ασπρόρουχα  και 80 λίρας χρυσάς !!! Η Θεία Ελεονώρα της χάρισε ένα χρυσό βραχιόλι , η θεία Καλλισθένη ένα μενταγιόν με σάπφειρον κυανόν και η γιαγιά  έναν χρυσό σταυρό με χοντρή χρυσή αλυσσίδα και ένα εικόνισμα της Παναγίας βρεφοκρατούσας. Η κυρά Ευθαλία της έφερε ένα μεγάλο τέντζερη κι ένα τηγάνι τυλιγμένα σε ένα καρώ τραπεζομάντηλο και η Κατίνα δυό προσόψια κεντημένα στο χέρι και μία τσάντα.

  Ο ΄Ομηρος διορίστηκε δημοδιδάσκαλος σ΄ένα παραθαλάσσιο χωριό , εκεί οι Μπρατσέοι, σ έναν ορμίσκο μια σταλιά,  διατηρούσαν ένα μικρό κτίσμα που παλιά χρησιμοποιούσαν σαν  «σαπουναριό» και αργότερα ο  μικρότερος γιός της κυρά Κατίνας φύλαγε το βαρκάκι του. Τους το παραχώρησαν γιά να στήσουν το σπιτικό τους.

Αρχικά εγκαταστάθηκαν σ΄ένα δωμάτιο πάνω από το υποδηματοποιείο/ τσαγκάρικο του Ευάγγελου . Η μάνα του , η κυρά Γεσθημανή , νοίκιαζε δυό δωμάτια του σπιτιού της ενώ κρατούσε για εκείνη και τον γιό της , δυό κάμαρες και μια ευρύχωρη σάλα/τραπεζαρία. . Στο διπλανό δωμάτιο,  έμενε ένας ναυτικός όποτε ξεμπάρκαρε στο νησί. 

Ο Ομηρος γεμάτος συγκίνηση και ενθουσιασμό ανέλαβε τα καθήκοντά του με αφοσίωση στο έργο και τους μαθητές του, η Λεμονιά μετά το φορτωμένο πρόγραμμα του αρχοντικού, βρέθηκε σχεδόν άπραγη και άρχισε τις βόλτες στα ακρογιάλια και τα απόκρημνα βράχια απολαμβάνοντας μια πρωτόγνωρη ελευθερία ! Φρόντιζε και την κυρά Γεσθημανή που είχε, λόγω της ηλικίας της, κινητικά κυρίως προβλήματα, όμως απολάμβανε την συντροφιά της γιατί ήταν γυναίκα  καλλιεργημένη από αρχοντοοικογένεια που βρέθηκε σ΄αυτόν τον τόπο γιατί αγάπησε και παντρεύτηκε τον Αυξέντιο τον υποδηματοποιό ! « Πρόσεξε της τόνισε, ο Αυξέντιος ήταν υποδηματοποιός σπουδασμένος στο εξωτερικό, δεν ήταν απλός τσαγκάρης….. είχε το καλύτερο κατάστημα στη Χώρα ,όμως αρρώστησε σοβαρά από τα νεφρά του και  ήρθαμε εδώ γιατί είχε πηγή με καλό νερό ……Δυό παιδιά έχασα , ένα αγόρι κι ένα κορίτσι, γεννήθηκαν νεκρά και τα δύο…..όμως η Παναγία άκουσε τις προσευχές μας και μας χάρισε τον Ευάγγελο» …..Η Κυρά Γεσθημανή της έμαθε να πλέκει με τις βελόνες και το βελονάκι «πρόσεχε τους πόντους, ισομεγέθεις….μην σφίγγεις πολύ το νήμα….μην το αφήνεις πολύ χαλαρό….» Πλέκοντας με τα πολύχρωμα νήματα,  η Λεμονιά απελευθέρωσε την δημιουργικότητά της και γνώρισε μιά εντελώς διαφορετική μορφή ελευθερίας που την γέμισε ικανοποίηση !!!

Τα απογεύματα ο Ομηρος μελετούσε και προετοίμαζε τα μαθήματα της επομένης  καθισμένος στην μια άκρη του τραπεζιού κι εκείνη έπλεκε καθισμένη απέναντί του…..που και που σήκωναν και οι δυό τα μάτια τους και τα βλέμματά τους γεμάτα τρυφερότητα διασταυρώνονταν…Λεμονή μου ψιθύριζε εκείνος….΄Ομηρε αγαπημένε μου…..έλεγε εκείνη   ψιθυριστά…..

Τα Σαββατοκύριακα έκαναν περιπάτους και προσπαθούσαν με την βοήθεια του Νικήτα του μάστορα και του γιού του του Θρασύβουλου,  που αν και κωφός εκ γενετής ήταν άριστος χτίστης, σοβατζής και βαφέας, να συμμαζέψουν το Σαπουναριό και να το μετατρέψουν σε κατοικήσιμο σπίτι !!! Πράγμα που το κατάφεραν μετά από ενάμισι χρόνο περίπου με πολύ κόπο και αρκετή προσωπική δουλειά…..

Εκεί έστησαν το φτωχικό σπιτικό τους και στέγασαν την αγάπη τους…..με  την προίκα της Λεμονιάς, μία γκαζιέρα, μερικά πιατικά, έναν τέντζερη κι ένα τηγάνι, ένα διπλό σιδερένιο κρεββάτι, ένα μεγάλο ξύλινο τραπέζι , 6 καρέκλες 3 σκαμνιά, τα βιβλία του Ομηρου,  τα προικώα ασπρόρουχα, τα μαλλιά, τις βελόνες και τα βελονάκια της Λεμονιάς….

Εκεί γεννήθηκε ο Οδυσσέας, ο πρωτότοκός τους, δύο χρόνια αργότερα, ο Αχιλλέας, τρίτη γέννα η Ανδρομάχη, τέσσερα χρόνια αργότερα η Μυρτάλη και τελευταίος  ο Έκτορας… Τα παιδιά τους, ο μεγαλύτερος θησαυρός τους !!!

Ο ΄Ομηρος παράλληλα με την διδασκαλία, ασχολήθηκε και με την γή….του άρεσε να σκάβει, να φυτεύει …..αν και το χώμα στο νησί ήταν ξερό και γεμάτο πέτρες, εκείνος το έβαλε σκοπό να φτιάξει ένα μπαξέ,  ένα μικρό μποστάνι για να εξασφαλίσει στην οικογένεια τ΄αναγκαία , αλλά και για να έχει την χαρά της ενασχόλησης με την καλλιέργεια…..Ετσι νοίκιασε ένα κομμάτι γης παραδίπλα από το σπιτικό τους κι άρχισε μεθοδικά, με υπομονή και υπέρμετρους κόπους να σκάβει, να σκαλίζει, να ποτίζει την άνυδρη και σκληρή γή και να φυτεύει……είχε ένα πάθος με τις λεμονιές…..έφτιαχνε τοιχαλάκια, πέτρα πέτρα, ώστε να τους δημιουργεί μια προστατευτική αγκαλιά και να τις προφυλάσσει από τους  Αιγαιοπελαγίτικους αέρηδες και τα μπουρίνια….κι εκείνες ξεπετάγονταν σιγά σιγά καταπράσινες και έδιναν τους μυρωδάτους καρπούς τους απλόχερα….δίφορες οι περισσότερες, ανταπέδιδαν την φροντίδα με θαυμαστή παραγωγή των μοσχομυριστών καρπών τους.

Ομορφα χρόνια….ώσπου ήρθαν και τα δίσεκτα, τα δύσκολα και τα αφόρητα….ένα απόγευμα Φθινοπώρου ο Οδυσσέας  βρήκε τον ΄Ομηρο ξέπνοο , πεσμένο στην ρίζα μιας λεμονιάς…..κρατούσε ακόμη το κλαδευτήρι στο παγωμένο χέρι του…..η Ανδρομάχη αρρώστησε στα 14 χρόνια της , χωρίς οι γιατροί να μπορέσουν να κάνουν διάγνωση και μετά από μία εβδομάδα με υψηλό πυρετό, βυθισμένη σχεδόν σε κώμα, ταξίδεψε  στον ουρανό γιά να συναντήσει τους παππούδες και τον πατέρα της…..

Η Λεμονιά τότε άρχισε να ξυπνάει τις νύχτες παγωμένη,  με την αίσθηση της απώλειας τόσο έντονη και βαριά που την έκανε να ξημερώνεται πνιγμένη στα δάκρυα….είχε ξανά την αίσθηση του παιδικού της χεριού που βρέθηκε ξαφνικά μέσα σ΄εκείνον το χαλασμό,  ελεύθερο….Το παγωμένο μαξιλάρι δίπλα της , υπογράμμιζε την απουσία του Ομήρου και η θέα του άδειου κρεββατιού της Ανδρομάχης της τρύπαγε τα σωθικά…..Κάποιο βράδυ της φάνηκε ότι χτύπησε η πόρτα και ήρθε η μάνα της με το μωρό στην αγκαλιά και ο Νώντας πρόβαλλε απλώνοντας το χέρι του να την πάρει, να πάνε στον πατέρα,  που τους περίμενε μαζί με την γιαγιά και τ΄άλλα αδέλφια της στο καϊκι…..να φύγουν μακριά από τον κίνδυνο….να αναζητήσουν την ελευθερία…..

Ένα απόγευμα που μάζευε λεμόνια στο μεγάλο κοφίνι, την έπιασε μια ζαλάδα, τα μάτια της θάμπωσαν και σχεδόν λιποθύμησε και της φάνηκε πως εκεί στο πεζούλι που συνήθιζε να κάθεται με τον Ομηρο καμαρώνοντας τις λεμονιές και ατενίζοντας το πέλαγος στο βάθος, τον είδε ολοζώντανο να κουβεντιάζει με τους Μπρατσέους  …κι εκείνη αισθάνθηκε άβολα που ήταν απεριποίητη , με ένα ξεθωριασμένο μαντήλι στα μαλλιά και λασπωμένα παπούτσια κι έκανε ασυναίσθητα μιά προσπάθεια  να συμμαζέψει  τα μαλλιά της και να κρύψει την παλιά μπαλωμένη ποδιά της….

Ο Οδυσσέας ήταν αποφασισμένος να μπαρκάρει. Τους το είχε δηλώσει από νωρίς και ο πατέρας του την είχε προειδοποιήσει…: «.είναι στη φύση του τα ταξίδια και η θάλασσα….δεν μπορούμε να τον εμποδίσουμε»….έτσι δέχτηκε την απόφασή του στωϊκά…ο Αχιλλέας πάλι έδειξε νωρίς την κλίση του στα γράμματα, Δάσκαλος ήθελε να γίνει σαν τον πατέρα του κι εκείνη για να στηρίξει την οικογένεια και τα όνειρα των παιδιών της,  ρίχτηκε με πάθος στην φροντίδα του μικρού τους κτήματος, άρχισε να φτιάχνει γλυκό λεμόνι που σε λίγο έγινε περιζήτητο σ΄όλο το νησί και αξιοποίησε την συνταγή που της είχε εμπιστευτεί η κυρά Γεσθημανή κι έφτιαχνε εκείνο το περίφημο Λιμοντσέλο τόσο πετυχημένα , που δεν πρόφθαινε τις παραγγελίες….

Η Μυρτάλη μεγάλωνε και η ομορφιά και οι χάρες της επίσης……από τα 15 της άρχισαν να έρχονται τα προξενιά. Είχε γίνει άξια πλέκτρια και κεντήστρα …..ζωγράφιζε, έγραφε ποιήματα και ξεχώριζε ανάμεσα στις συνομίληκές της για τον συγκροτημένο χαρακτήρα και τους καλούς της τρόπους. Αυτή φρόντισε στον τάφο της αδελφής της να γραφτούν οι στίχοι του  Κ. ΠΑΛΑΜΑ από το ποίημα Ο Θάνατος της Κόρης    :

«Η θεία του παντός δικαιοσύνη
η ολάγρυπνη, την άφραστην ανάπαυση σου δίνει
γιατί από τη στιγμή τη μακρινή που ήρθες, ξεχώρισες
ψυχή λευκή σαν γαλαξίας απ’ τη γαλήνη της ανυπαρξίας,
άδολη, πάναγνη έζησες, έλαμψες, μοσχομύρισες.

Γι αυτό μες’ τη γαλήνη την παντοτινή,
μες’ στην ασάλευτη γαλήνη εγύρισες.»

Είχε μια έμφυτη ευγένεια και καλοσύνη αυτό το παιδί που δεν περνούσαν απαρατήρητα….Εγινε Νοσηλεύτρια και υπηρέτησε τον πάσχοντα άνθρωπο για όλη της την ζωή…..παντρεύτηκε σε σχετικά μεγάλη ηλικία,  έναν γιατρό χωρίς να αποκτήσουν παιδιά.

Ο ΄Εκτορας το στερνοπαίδι της, έγινε Μηχανικός , Ναυπηγός για την ακρίβεια. Από μικρός έδειξε την κλίση του για τα πλεούμενα, δεν ήτανε γεννημένος ταξιδευτής σαν τον αδελφό του αλλά κατασκευαστής. Εκείνο το μικρό βαρκάκι του γιού της κυρά Κατίνας, φυλαγμένο για χρόνια στο μικρό υπόστεγο πίσω από το σπιτάκι τους, το είχε καλαφατίσει, του είχε φτιάξει καινούργιο τιμόνι και κουπιά, είχε βάλει κι ένα πανάκι άσπρο και μαζί με τον Οδυσσέα πήγαιναν για ψάρεμα….

Ο Ομήρος τους καμάρωνε και καθησύχαζε τους φόβους της…".άστους να ακολουθήσουν την κλίση και τα΄όνειρό τους….." έτσι έγινε… και τα χρόνια κυλούσαν με τις χαρές και τις λύπες να μπαινοβγαίνουν στο σπιτικό και την ψυχή της….Παρακαλούσε την Παναγία και τους Αγίους να είναι καλά στα πόδια της, να είναι καλά και να προκόψουν τα παιδιά της ,  ν΄αξιωθεί να δεί εγγόνια και να αποκτήσει επί τέλους  εκείνο το μικρό κομμάτι γης, το κτηματάκι που ανάσταινε τις λεμονιές της !!!

Οι αρχικοί ιδιοκτήτες είχαν πεθάνει από χρόνια και οι κληρονόμοι βλέποντας την φροντίδα και την ομορφιά εκείνης της χέρσας βραχώδους γής που είχε μεταμορφωθεί σε μικρό Παράδεισο, αξίωναν όλο και μεγαλύτερο ενοίκιο κάθε τόσο….

Της είχε γίνει εμμονή η απόκτηση αυτής της γής…..μάζευε δεκάρα δεκάρα , σε μια παλιά κάλτσα,  όσα μπορούσε να εξοικονομήσει ώστε κάποια στιγμή να μπορέσει να την αγοράσει…

Στο μεταξύ τα παιδιά της είχαν  άλλη εμμονή…. να βρούν τις άκρες της ζωής της κι είχαν αρχίσει μυστικά να ερευνούν το παρελθόν, σε μια προσπάθεια…να συνδέσουν το παρελθόν με το παρόν….

Η Μυρτάλη αναζήτησε και βρήκε τους Μπρατσέους….όσους είχαν απομείνει δηλαδή….οι κόρες είχαν παντρευτεί και ζούσαν η μία στην Αθήνα και η άλλη στο εξωτερικό, ο μεγάλος γιός είχε γίνει Δικηγόρος, ο μικρός Στρατιωτικός, τα ανήψια είχαν τοποθετηθεί σε δημόσιες θέσεις σε Υπουργεία…οι ανηψιές είχαν παντρευτεί στρατιωτικούς και Δημόσιους Λειτουργούς. Η κυρά Ευθαλία είχε συχωρεθεί δυό χρόνια μετά τον γάμο της Λεμονιάς και η Κατίνα είχε παντρευτεί το καλό της, έναν παραγιό στο μεγάλο Παντοπωλείο του ΚΑΡΑΣΜΕΣΟΥΤΗ που αργότερα έγινε και κληρονόμος του άτεκνου αφεντικού του.

Ο Εκτορας  εντελώς τυχαία και με απρόσμενο τρόπο,  κατάφερε να βρεί τα παιδιά της οικογένειας που είχε προστατέψει και μεγαλώσει την μητέρα του…. Μετά από ένα ατύχημα στο Ναυπηγείο που εργαζόταν, μεταφέρθηκε μαζί με άλλους τραυματισμένους εργαζόμενους στο εφημερεύον Νοσοκομείο, Ευτυχώς μόνον δύο εργάτες ήταν πιο σοβαρά τραυματισμένοι, εκείνος και δύο εργοδηγοί, ευτυχώς είχαν ελαφρά τραύματα και δεν κρίθηκε αναγκαία η παραμονή τους στο Νοσοκομείο, όμως καθημερινά πήγαινε και επισκεπτόταν τους τραυματισμένους συναδέλφους του. Εκεί γνωρίστηκε με την γιατρό Βιργινία Τ. που είχε αναλάβει την νοσηλεία των συναδέλφων και συζητούσαν καθημερινά για την πορεία της υγείας τους….δεν άργησε να αναπτυχθεί και  ειδύλλιο ανάμεσά τους…..οπότε οι συζητήσεις, οι συναντήσεις έφεραν και τις απρόσμενες αποκαλύψεις….Η γιατρός Βιργινία ήταν η μοναχοκόρη της Χαρίκλειας….κι από εκεί άρχισε να ξετυλίγεται το κουβάρι των αναμνήσεων που πήγαιναν πίσω….σ΄εκείνον τον χαλασμό του 22 , το καϊκι της σωτηρίας…, την προσφυγιά, τον αγώνα της επιβίωσης…. Η γιαγιά Βιργινία είχε από χρόνια συχωρεθεί όπως και η κόρη της η Ιοκάστη,  που είχε καταφέρει να ανοίξει σπουδαίο κομμωτήριο και  σαλόνι ομορφιάς που σύχναζε όλη η αριστοκρατία, τώρα το είχαν αναλάβει οι  κόρες της ,  η Χαρίκλεια που είχε παντρευτεί και είχε κάνει την δική της οικογένεια και η Ροδάμνη που είχε παραμείνει ανύπαντρη. Ο Παναγής είχε γίνει ιερέας και  υπηρετούσε ως ιεραπόστολος κάπου στην Αφρική , ο μικρός Λευτέρης  είχε γίνει έμπορος και διατηρούσε κοσμηματοπωλείο σε κεντρικό δρόμο της Αθήνας, ποτέ δεν είχαν μάθει τι είχε απογίνει ο πατέρας τους , οι θείοι, τα ξαδέλφια τους ……κάποτε η μάνα τους είχε συναντήσει μια παλιά τους γειτόνισσα που όμως δεν γνώριζε τίποτα για τους δικούς τους…

Ο Οδυσσέας δεν ήξερε από πού να αρχίσει….όπου συναντούσε έλληνα κουβέντιαζε γι΄αυτό το ζήτημα ώσπου μετά από κάποια χρόνια, είχε μπαρκάρει σ΄ένα γκαζάδικο,  με  ένα πολύπειρο Χιώτη καπετάνιο…..ένα βράδι που έκανε μαζί του βάρδια  και υπήρχε διάθεση για κουβέντα….έπιασε το προσφιλές του θέμα….εκείνος με μεγάλο ενδιαφέρον άκουσε αμίλητος την ιστορία της μάνας του της Λεμονιάς…γυάλωσαν τα μάτια του, του έκανε κάποιες ερωτήσεις, έδειχνε προβληματισμένος και εμβρόντητος….τις επόμενες μέρες επεδίωκε να συναντιέται μαζί του και να κουβεντιάζουν, του έκανε ερωτήσεις για τον πατέρα, τα΄αδέλφια του αλλά κυρίως για την μάνα του,  ώσπου στο τέλος της εβδομάδας φανερά συγκινημένος και έντονα φορτισμένος του είπε : «Οδυσσέα παιδί μου, νομίζω ότι ο καλός Θεός θέλησε τώρα, στο τελευταίο μου μπάρκο να μου κάνει ένα σπουδαίο δώρο ζωής…..είμαι σχεδόν βέβαιος, από όσα μου διηγήθηκες, ότι είμαι ο θείος σου ο Επαμεινώνδας » Ο Οδυσσέας κατάπληκτος δυσκολεύτηκε να καταλάβει  αμέσως το νόημα των λέξεων, όμως μετά το αρχικό σοκ , άρπαξε το χέρι του γέρο καπετάνιου κι έσκυψε να το φιλήσει….εκείνος το τράβηξε και τον έκλεισε στην αγκαλιά του, ενώ τα δάκρυα αυλάκωναν τα θαλασσοδαρμένα του μάγουλα και κατρακυλούσαν ανεμπόδιστα …..Του διηγήθηκε κλαίγοντας ανακουφισμένος την δική του ζωή, τις κακουχίες, τις περιπέτειες και τις φρικτές τύψεις που τον βασάνιζαν,  γιατί εκείνη την μαύρη ημέρα είχε ξεγλιστρήσει από την παλάμη του το μικρό χεράκι της Λεμονιάς…..την είχε χάσει μέσα σ΄εκείνο το πλήθος που αναζητούσε απελπισμένα την σωτηρία…..δεν είχε καταφέρει να επιστρέψει στο σπίτι τους, τρομοκρατημένος και ψάχνοντας απελπισμένα για την Λεμονιά,  είχε πέσει μπροστά στις ρόδες ενός κάρου και από τύχη δεν σκοτώθηκε, όμως ο καραγωγέας, Ανέστη τον έλεγαν, τον αναγνώρισε γιατί ήταν συνεργάτης του πατέρα του και τον ανέβασε στο κάρο που είχε την οικογένειά του μαζί με κάμποσους μπόγους…..Τον πήρανε μαζί τους, ο Ανέστης είχε συγγενείς στη Σάμο και κανόνισε με φιλικό καίκι να πάνε εκεί , τον κράτησε μαζί με τα δικά του παιδιά, πήγε στο σχολείο  και στα 17 του μπάρκαρε…..γύρισε τον κόσμο 5-6 φορές…..έγινε καπετάνιος, γνώρισε φουρτούνες και ναυτικές τραγωδίες,  τροπικές καταιγίδες, μπουρίνια και ανεμοστρόβιλους….δυό φορές κόντεψε να πνιγεί σε ναυάγιο, την δεύτερη φορά μάλιστα με κίνδυνο της ζωής του έσωσε τον καπετάνιο…..εκείνος σε ένδειξη ευγνωμοσύνης τον πάντρεψε με την κόρη του και του χάρισε το 50% του πλοίου….Ατυχος όμως, η γυναίκα του πέθανε στην γέννα του πρώτου τους παιδιού και το παιδάκι γεννήθηκε θνησιγενές…..δεν τα κατάφερε…Συνέχισε να ταξιδεύει χωρίς σταματημό και πολλά βράδια τα όνειρά του στοίχειωναν οι  εφιάλτες του, το ποδοβολητό και οι κραυγές του πλήθους στην προκυμαία της Σμύρνης εκείνο τον Σεπτέμβρη του 22 ….αλαφισμένος και κάθιδρος αφυπνιζόταν από τις δικές του κραυγές….: «Λεμονιά, Λεμονιάαααα !!!!» Δεν είχε πάψει κι εκείνος να ερευνά γιά τους δικούς του. Είχε πάει  μάλιστα ο ίδιος στην Σμύρνη να τους αναζητήσει.....δεν βρήκε κανέναν τους , το μόνο που κατάφερε να μάθει ήταν πως ο  Περικλής, ο πατέρας του  κάηκε μέσα στο μαγαζί του προσπαθώντας να σώσει τους δύο εργάτες του που είχαν εγκλωβιστεί...

Ξεμπάρκαραν το συντομώτερο θείος κι ανηψιός και περίμεναν κι οι δύο ανυπόμονα τη μέρα που θα έσμιγαν τα δύο χαμένα αδέλφια….Ο Οδυσσέας ήταν ανήσυχος όσο και ενθουσιασμένος….πως αντέχεται η μεγάλη χαρά;;; Αισθανόταν μία παράξενη αίσθηση πληρότητας ν’  αναβλύζει από μέσα του, είχε βρεί τις ρίζες της οικογένειας, είχε βρεί τον χαμένο αδελφό της μάνας του, έναν κρίκο από την σπασμένη οικογενειακή αλυσίδα….από το σόϊ του πατέρα του γνώριζαν ήδη ότι δεν είχε απομείνει κανείς… πρόσφυγες κι εκείνοι από την Ανατολική Ρωμυλία είχαν όλοι χαθεί πριν φτάσουν στα ελληνικά εδάφη….μόνο ο Ομηρος είχε σωθεί χάρη στον Νονό του,  που τον είχε πάρει κοντά του να τον σπουδάσει…

Η Μυρτάλη τους βρήκε καθισμένους στο πεζούλι κρατημένους χέρι χέρι γερμένους τον ένα πάνω στον άλλο….είχαν τα μάτια κλειστά και .χαμογελούσαν μ΄ένα γαλήνιο χαμόγελο….η μάνα της κρατούσε σφιχτά στον κόρφο της το συμβόλαιο ιδιοκτησίας του κτήματος….Οι λεμονιές ήταν ανθισμένες και μοσχοβολούσε όλος ο τόπος… Η ψυχή της , γεμάτη προσμονή, φτερούγισε ελεύθερη να συναντήσει τους αγαπημένους της…ο Νώντας γεμάτος ευγνωμοσύνη και ανείπωτη ευτυχία κρατούσε εκείνο το ίδιο  χέρι που του είχε ξεγλιστρήσει τότε….και είχε στοιχειώσει την ζωή του. Η ψυχή του ήταν ανάλαφρη κι ελεύθερη πιά να αφεθεί στην απεραντοσύνη του σύμπαντος… Εριξε απάνω τους το σάλι που κρατούσε, είχε πέσει ο ήλιος από ώρα και η βραδινή ψύχρα ήταν έντονη….Αχ βρε μάνα σκέφτηκε….άντεξες τις πίκρες , την προσφυγιά, τις δυσκολίες της ζωής, αγάπησες κι αγαπήθηκες,  μας μεγάλωσες, μας έπλεξες,  μας έπλυνες , μας  τάϊσες …κουβάλησες χιλιάδες τενεκέδες με νερό για τις λεμονιές, πέτρες, χώμα…..ξεβοτάνισες,  ….έβρασες και σιρόπιασες σωρούς λεμονόφλουδες, έστιψες άπειρα λεμόνια…..κι εσύ καπετάν Νώντα, όργωσες τους ωκεανούς κι απόμεινες μονάχος κι άκληρος με τις μνήμες και τις τύψεις σου και τώρα στο γέρμα της ζωής σου , βρήκες την χαμένη σου αδελφή, τ΄ανήψια σου, τους χαμένους κρίκους της οικογένειάς σου… κι όλα αυτά γιατί   « …..Οι άνθρωποι χρειάζονται δυσκολίες και αντιστάσεις για να αποκτήσουν ψυχική δύναμη…..»

 Σκούπισε ασυναίσθητα τα δάκρυά της και πήρε τον δρόμο του γυρισμού…..


Παραδίδω την ΣΚΥΤΑΛΗ στην ΑΧΤΙΔΑ μας, με την βεβαιότητα ότι θα εμπνευσθεί μία θαυμάσια ιστορία από την φωτό που επέλεξα και την λέξη : ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΚΟΤΗΤΑ  


Τετάρτη, 23 Σεπτεμβρίου 2020

H αλληλεγγύη διδάσκεται.

 


Παρασκευή, 13 Μαρτίου του 1964.Ήταν τρεις το πρωί και η Κάθριν Τζενοβέζε γύριζε σπίτι από τη βραδινή της βάρδια. Έμενε στο Κουίνς της Νέας Υόρκης, σε μια πολυκατοικημένη αστική περιοχή.
Αφού πάρκαρε το αυτοκίνητο της προχώρησε προς την είσοδο της πολυκατοικίας της.
Εκεί αντιλήφθηκε, μέσα στις σκιές, έναν άντρα –που πιθανότατα της φάνηκε ύποπτος- και γύρισε για να ξαναμπεί στο αυτοκίνητο της ή να τηλεφωνήσει στην αστυνομία.
Δεν πρόλαβε. Ο άντρας, ονόματι Γουίνστον Μόουζλι, την πρόφτασε και της έχωσε ένα μαχαίρι στην πλάτη. Καθώς εκείνη στράφηκε να τον αντιμετωπίσει τη μαχαίρωσε και στην κοιλιά.
Η Κάθριν άρχισε να φωνάζει: «Βοήθεια! Με σκοτώνουν! Βοηθήστε με!»
Φώτα άναψαν στις κοντινές κατοικίες και κουρτίνες κουνήθηκαν στα παράθυρα. Αλλά κανείς δε βγήκε να δει τι συνέβαινε.
Ο Μόουζλι στην κατάθεση του αργότερα δήλωσε: «Αισθάνθηκα ότι κανείς από αυτούς τους ανθρώπους δε θα κατέβαινε τις σκάλες.»
Και έτσι έγινε.Μόνο ένας άντρας φώναξε: «Άσε ήσυχο το κορίτσι.»
Ο Μόουζλι έφυγε γρήγορα και η Κάθριν σύρθηκε μέχρι την είσοδο του σπιτιού της.
Όμως όλα τα φώτα στα σπίτια έσβησαν ξανά. Ο Μόουζλι πλησίασε την Κάθριν και τη μαχαίρωσε ξανά. Εκείνη ούρλιαξε και ζήτησε για άλλη μια φορά βοήθεια. Τα φώτα άναψαν πάλι, αλλά κανείς δε μίλησε, κανείς δε βγήκε.
Ο Μόουζλι απομακρύνθηκε και περίμενε. Λίγα λεπτά μετά πλησίασε πάλι την κοπέλα που ανέπνεε ακόμα και την αποτελείωσε, κόβοντας ‘την από το λαιμό ως τα γεννητικά όργανα. Μετά κατέβασε το παντελόνι του και ασέλγησε πάνω στο νεκρό σώμα.Η απεχθής αυτή εγκληματική πράξη διήρκεσε 35 λεπτά. Η πρώτη επίθεση έγινε στις 3:15 και ο Μόουζλι έφυγε στις 3:50.
38 αυτόπτες μάρτυρες παρατηρούσαν την κοπέλα να μαχαιρώνεται (τρεις φορές) μέχρι θανάτου, χωρίς να κάνουν τίποτα, χωρίς καν να τηλεφωνήσουν στην αστυνομία.
Η αστυνομία ειδοποιήθηκε στις 4 το πρωί και όταν έφτασε ήταν πολύ αργά. Για όλους.Το έγκλημα αυτό ίσως να χανόταν ανάμεσα τους φακέλους της αστυνομίας, αν δεν το μάθαιναν δύο κοινωνικοί ψυχολόγοι, ο Ντάρλεϊ και ο Λατανέ. Αυτοί δεν ενδιαφέρθηκαν για τη διεστραμμένη προσωπικότητα του δολοφόνου, αλλά για κάτι ίσως πιο συνταρακτικό: Την απάθεια των παρατηρητών, την απροθυμία τους να βοηθήσουν. Τι ήταν αυτό που τους εμπόδισε να αντιδράσουν;Κάποιοι ψυχολόγοι και ψυχίατροι αναφέρθηκαν στη «συναισθηματική άρνηση» των αυτόπτων μαρτύρων: Ότι εξαιτίας του σοκ έμειναν αδρανείς, απαθείς. Ένας άλλος μίλησε για τον αρνητικό ρόλο της τηλεόρασης, η οποία είχε εθίσει τους τηλεθεατές στη βία και στην κοινωνική απάθεια.
Όμως ο Ντάρλεϊ με τον Λατανέ δεν πείστηκαν. Ένιωθαν, χωρίς να μπορούν ακόμα να το εξηγήσουν, ότι αυτή η συμπεριφορά δεν είχε να κάνει με την τηλεόραση ή με το συναισθηματικό κλονισμό, αλλά με κάτι βαθύτερο, ίσως και πιο αρχέγονο.
Έτσι προχώρησαν στο περίφημο πείραμα τους, αυτό που αποκάλυψε την έννοια της «διάχυσης της ευθύνης».Όπως είναι ευνόητο δεν μπορούσαν να αναπαραστήσουν μια δολοφονία, έτσι έκαναν αναπαράσταση μιας επιληπτικής κρίσης.
Ένας φοιτητής, με μικρόφωνο και ακουστικά, καθόταν μόνος σε ένα μικρό δωμάτιο. Θα μιλούσε για 2 λεπτά για τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει στη φοιτητική ζωή, αφού πρώτα θα άκουγε τους υπόλοιπους φοιτητές, στα άλλα δωμάτια, να μιλάνε για τη δική τους ζωή.
Όπως είναι προφανές –σε μας που γνωρίζουμε τη φύση του πειράματος- δεν υπήρχε κανείς άλλος φοιτητής, πέρα από το υποκείμενο. Οι φωνές που άκουγε ήταν μαγνητοφωνημένες.
Κάποια στιγμή ξεκινούσε να μιλάει ένας «φοιτητής», ο οποίος έλεγε ότι είναι επιληπτικός και αυτό συχνά του δημιουργεί προβλήματα κλπ κλπ.
Μέχρι που ο επιληπτικός ηθοποιός άρχιζε να παθαίνει κρίση και να ζητάει βοήθεια: «Νομίζω ότι παθαίνω κρίση… Βοηθήστε με… Θα πεθάνω…»
Η ψεύτικη επιληπτική κρίση διαρκούσε έξι λεπτά. Σε αυτό το χρονικό διάστημα μόλις το 31% των φοιτητών που άκουγαν σηκώθηκαν και ζήτησαν βοήθεια από τον υπεύθυνο του προγράμματος.
Το υπόλοιπο 69% των φοιτητών, ενώ είχαν ταραχτεί –καταρρίπτοντας έτσι την υπόθεση της απάθειας και της τηλεοπτικής αποχαύνωσης- δεν ήξεραν τι να κάνουν. Περίμεναν ότι κάποιος άλλος θα βοηθούσε τον επιληπτικό, έτσι δεν έκαναν τίποτα.Η «διάχυση της ευθύνης» φάνηκε πιο καθαρά όταν οι πειραματιστές άλλαξαν τον αριθμό των φοιτητών-μαγνητοφωνημένων φωνών που συμμετείχαν στο πείραμα.
Όταν το υποκείμενο πίστευε ότι είναι μόνος του με τον επιληπτικό φοιτητή, αναζητούσε βοήθεια μέσα στα τρία πρώτα λεπτά -συγκεκριμένα το 85% των φοιτητών αντέδρασε έτσι.
Το συμπέρασμα των Ντάρλει και Λατανέ ήταν:
«Όσο περισσότεροι είναι οι μάρτυρες κάποιου δυσάρεστου γεγονότος, όπως επίθεση ή ατύχημα, τόσο λιγότερο υπεύθυνος αισθάνεται ο καθένας, γιατί η ευθύνη καταμερίζεται ισομερώς στο πλήθος.»Με διαφορετικά λόγια είναι λάθος να αισθανόμαστε περισσότερο ασφαλείς μέσα σε ένα μεγάλο πλήθος, όπως αυτό της πόλης. Είναι πιο πιθανό να σε βοηθήσει ο ένας και μοναδικός σου γείτονας, παρά όλοι αυτοί οι άνθρωποι –οι οποίοι συνήθως είναι και άγνωστοι- που συνωστίζονται στις πολυκατοικίες τριγύρω σου και σε προσπερνούν στους πολυσύχναστους δρόμους.
Και δεν είναι τυχαίο αυτό που λένε οι ποιητές: Ότι η μοναξιά μας γίνεται μεγαλύτερη μέσα στο πλήθος.Όμως οι Ντάρλει και Λατανέ έβγαλαν άλλο ένα συμπέρασμα, πιο αισιόδοξο, με κάποιο άλλο πείραμα που δε θα αναφέρω αυτή τη στιγμή, παρότι είναι εξίσου ενδιαφέρον: Ό,τι η αλληλεγγύη διδάσκεται.
Αν ένας άνθρωπος απλά ακούσει για τη «διάχυση της ευθύνης», είναι έτοιμος, την επόμενη φορά που θα συμβεί κάτι «μπροστά στα μάτια του», να αντιδράσει διαφορετικά. Υπάρχουν περισσότερες πιθανότητες να μην προσπεράσει το γέρο που έπεσε στη μέση του δρόμου επειδή κάποιοι άλλοι ήδη στέκονται από πάνω του, λέγοντας –στον εαυτό του: «Ας τον βοηθήσουν αυτοί, εγώ τι μπορώ να κάνω παραπάνω;»
Είναι πιο πιθανό να μην αφήσει αβοήθητη μια γυναίκα ή ένα παιδί ή έναν άγνωστο ή έναν σκύλο που ξυλοκοπούνται, πιστεύοντας ότι δεν είναι δική του ευθύνη –αφού τόσοι παρακολουθούν χωρίς να κάνουν τίποτα. Γιατί ξέρει ότι όλοι έχουμε ευθύνη -την ίδια ακριβώς, χωρίς διάχυση- για ό,τι συμβαίνει στην κοινωνία μας, και δε θέλει να είναι ένας από τους 38 αυτόπτες μάρτυρες που άφησαν το Μόουζλι να κατακρεουργήσει την Κάθριν Τζενοβέζε.
Και ίσως τότε, αν τα συμπεράσματα των Ντάνλεϊ και Λατανέ είναι σωστά, ακόμα και αυτό το ασήμαντο κείμενο μπορεί να βοηθήσει την επόμενη Κάθριν να επιζήσει.(Περισσότερα για το πείραμα των Ντάνλει και Λατανέ: «Το κουτί της Ψυχής», της Lauren Slater, από τις εκδόσεις Οξύ.) πηγή: sanejoker.info

Παρασκευή, 21 Αυγούστου 2020

ΓΥΝΑΙΚΑ





...............................................


Μάζεψα σε μια βαλίτσα όλα τα «και αν..» της ζωής μου.
Τα κοίταξα ένα ένα και τα χάιδεψα τρυφερά. Μείναν μαζί μου πολύ καιρό.




Κάποια τα κουβαλάω από παιδί. Μεγαλώσαμε μαζί.. μόνο που όσο παίρναγε ο καιρός μεγάλωναν εκείνα, και μίκραινα εγώ.

Τα πήρα στα χέρια μου προσεκτικά. Δεν τα μισώ, δεν θέλω να εξαφανιστούν, δεν θέλω να ρίξω πάνω τους λάθη και ανάθεμα.

Πορευτήκαμε χρόνια ολόκληρα μαζί κι ας μην καταλάβαινα ποτέ πώς καταφέρνουν να πολλαπλασιάζονται.

Ένα ένα τα έβαλα μέσα στην μπλε βαλίτσα. Εκείνη την κατά-ταλαιπωρημένα από τα ταξίδια μου. Τους άφησα και χώρο μεταξύ τους για ν’απλωθούν αν θέλουν.. Τους άφησα και μια φωτογραφία μου μαζί, μην τυχόν και τους λείψω, κι έκλεισα την βαλίτσα.

Έβαλα τον κωδικό που κουβαλώ από τα εφηβικά μου χρόνια.. και την έβαλα στο πατάρι.

Κουράστηκα να κουβαλώ τόσα «και αν..». Πνίγηκα μέσα τους. Τους χάρισα το χαμόγελο και την ξεγνοιασιά μου. Τους χάρισα το πιο αθώο, το πιο αγνό, το πιο παιδικό κομμάτι του εαυτού μου.

Και αν.. κάποιος στεναχωρηθεί;
Και αν.. δεν είμαι εκεί να σώσω την παρτίδα;
Και αν.. γίνουν όλα λάθος;
Και αν.. δεν τους αρέσει και πρέπει κάποιος να το αλλάξει;
Και αν.. δεν είναι ασφαλές;
Και αν.. και αν.. και αν..

Και αν ξέχασες να ζήσεις; Αν ξέχασες προσπαθώντας να χτίσεις μια ασφάλεια και μια τελειότητα να ζήσεις, όχι απλά να προετοιμάσεις μια ζωή;

Αν ξέχασες να παίξεις στην ίδια την ταινία της ζωής σου;
Αν για να τα κάνεις όλα «τέλεια», «σωστά» και «ασφαλή» δεν πρόλαβες ούτε μια σκηνή να ζήσεις από την ζωή σου;

Λάθη θα γίνονται πάντα. Άνθρωποι θα σε στεναχωρούν και θα τους στεναχωρείς. Άνθρωποι θα μπαίνουν για να βολευτούν κι όταν τους ξεβολέψεις, δεν θα θυμούνται ούτε το όνομά σου. Άνθρωποι θα μπαίνουν για να σε κάνουν την καλύτερη εκδοχή του εαυτού σου κι εσύ αν χαθείς στα «και αν..» δεν θα το παρατηρήσεις ποτέ.

Δεν μπορείς να τα προβλέψεις όλα. Δεν μπορείς να είσαι εκεί που είναι η έννοια σου κάθε στιγμή, δεν μπορείς να είσαι η ασπίδα για τα βέλη των ανθρώπων σου. Δεν είναι καν ηρωικό να νομίζεις πως μπορείς να σώσεις τους πάντες και τα πάντα.

Μπορείς όμως να ζήσεις. Μπορείς να γίνεις πρωταγωνιστής της ταινίας σου. Να την κόψεις και να τη ράψεις στα δικά σου μέτρα. Να χωρέσεις μέσα της όσους ζητά η ψυχή σου. Μπορείς να τη ζήσεις. Οφείλεις να τη ζήσεις.

Γιατί υπάρχει ένα μυστικό πολυειπωμένο τόσο, που το ακούμε και το ξεχνάμε. Δεν έχει πρόβα, δεν έχει επανάληψη, δεν έχει δεύτερη προβολή αυτή η ταινία. Είναι μια κι έξω..
Σοφία Παπαηλιάδου

Τετάρτη, 6 Μαΐου 2020

Το πουκάμισο του φιδιού ή το κουκούλι της πεταλούδας;

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:


Της Μαρίας Ευθυμίου
















Η τρέχουσα πανδημία χτύπησε τις δυτικές κοινωνίες –και την Ελλάδα– σε μια φάση της ζωής τους κατά την οποία έχει προηγηθεί μακρά ειρήνη και ευημερία εβδομήντα πέντε χρόνων. Δύο γενιές δεν έχουν ζήσει τον πόλεμο παρά από διηγήσεις, και δεν γνωρίζουν –ούτε μπορούν καν να φανταστούν– τις στερήσεις, τις απώλειες, την ανασφάλεια και τον πόνο που έζησαν οι δικοί τους τρεις και περισσότερες γενιές πίσω. Στις προηγούμενες γενιές, ο θάνατος ήταν πιο κοντά και η αναστροφή της μοίρας πιο αναμενόμενη για σένα και τους διπλανούς σου. Εξ αυτού, είχες αναπτύξει στάσεις και άμυνες που στηρίζονταν στο πείσμα και στην καρτερία, σε στέρεες ιδεολογίες ή στη θρησκευτικότητα που απάλυνε τον πόνο και σε ενίσχυε απέναντι στις –συχνά φριχτές– αβεβαιότητες της καθημερινότητας.




Σήμερα, η πανδημία μάς βρήκε πάνω σε έπαρση, σε αλαζονεία. Στην ελαφρότητα να νομίζουμε ότι όλα δικαιωματικά μάς ανήκουν λες και είμαστε το κέντρο της Γης – αθάνατοι που όλοι και όλα πρέπει να τους υπηρετούν. Από την πλευρά αυτή, το χτύπημα που δεχτήκαμε έχει μια ευεργετική διάσταση: δημιουργεί ευκαιρία για στοχασμό, αναστοχασμό, αποτίμηση, επανάκτηση του μέτρου και της ουσίας. Κυρίως, δίνει ευκαιρία να ξαναποκτήσουμε την αίσθηση του συνανήκειν – όχι μόνο στο ίδιο εύθραυστο ανθρώπινο είδος, αλλά και σε μία συγκεκριμένη κοινωνία, τη δικιά μας κοινωνία, που χρειάζεται, σε καιρούς πραγματικά κρίσιμους, να βρει κοινούς βηματισμούς για να επιβιώσει.




Αυτήν την αίσθηση την είχαμε ξεχάσει, εν πολλοίς, καθώς τα τελευταία εβδομήντα χρόνια, μαζί με τα τεράστια βήματα προόδου, δεν έπαυσαν να εμφιλοχωρούν οι πολώσεις ενός επιτηδείως σερνάμενου εμφυλίου. Μαζί με την πρόοδο, πορεύονταν έτοιμα λόγια μίσους και προκάτ δήθεν σκέψεις που τροφοδοτούσαν ανάπηρα, διχαστικά, απορριπτικά, υπεροπτικά, ρηχά και μονίμως επιτιμητικά εγώ.




Οι εικόνες, όμως, που έρχονταν από την Ιταλία και την Ισπανία με τα πολύ τραγικότερα ημών δεδομένα, ήταν άλλης κατεύθυνσης. Εκεί, οι τόσο βαριά πληττόμενοι γείτονές μας, την ώρα του τρόμου και του θανάτου, άντλησαν δύναμη όχι από τον διχασμό αλλά από την ενότητα και την αλληλεγγύη. Από την ευγνωμοσύνη, την ευγένεια, την αξιοπρέπεια, την αγάπη. Τραγουδώντας από τα μπαλκόνια για να υμνήσουν την ομορφιά της χώρας τους, της κοινωνίας τους και της παράδοσής τους. Χειροκροτώντας νοσηλευτές και γιατρούς για την αφοσίωση στο τόσο επικίνδυνα εκτεθειμένο στον ιό έργο τους. Βοηθώντας ο ένας τον άλλον όσο και όπου μπορούσαν.




Το άτομο που επελέγη να μας πληροφορεί και να μας καθοδηγεί, ο κ. Τσιόδρας, αποδείχθηκε πως ήταν της ίδιας ποιότητας, του ίδιου ήθους με τις παραπάνω στάσεις. Ηρεμος, σοβαρός, μετρημένος, αισθαντικός, ευγενής, ουσιαστικός, ευαίσθητος, αναπτέρωνε το ηθικό χωρίς να χαϊδεύει τα αυτιά μας, την ίδια ώρα που μας υπεδείκνυε την πειθαρχία μέσα από διαδρομές πειθούς και όχι από εκβιαστικά διογκωμένους εκφοβισμούς. Στην ίδια γραμμή, και η πολιτική ηγεσία. Και ο πρωθυπουργός.




Αυτή η ανατροπή των πραγμάτων δεν εμπόδισε την εμφάνιση του διχαστικού λόγου. Παραδείγματος χάριν, η κυρία (και άλλοι, όχι λίγοι) που διατυμπάνιζε, διά του Τύπου και των μέσων μαζικής δικτύωσης, την αγανάκτησή της για το γεγονός ότι σύζυγος πολιτικού τόλμησε να χειροκροτήσει από το μπαλκόνι της τους γιατρούς και τους νοσηλευτές της χώρας. Ενώ είναι γνωστό πως μόνο οι «διαμαρτυρόμενοι» έχουν ευαισθησίες και αισθήματα, ενώ οι «άλλοι» –της αντίθετης παράταξης, βεβαίως– είναι φανερό ότι δεν έχουν. Και δεν τους επιτρέπεται να έχουν. Γιατί αλλιώς, καταρρέει το οικοδόμημα υπονόμευσης των δεσμών συνοχής μιας ολόκληρης κοινωνίας, που «διαμαρτυρόμενοι», όπως εκείνη, έχουν –μετά ηθικής υπεροχής, βεβαίως– επί μακρόν στήσει.




Κάτι, όμως, έχει αλλάξει. Η επιχείρηση αυτή τη φορά δεν βρήκε εύφορο έδαφος. Σαν έτοιμοι από παλιά, σαν να αισθανθήκαμε πως θα θέλαμε να ανταλλάξουμε το πουκάμισο του φιδιού με το κουκούλι της πεταλούδας, βγάλαμε από μέσα μας έναν επιμελώς, ως φαίνεται, κρυμμένο ευγενή, ουσιαστικό, αισθαντικό, υπεύθυνο εαυτό. Πειθαρχήσαμε μετά ελευθερίας, συμπαρασταθήκαμε μετά αξιοπρεπείας, νοιαστήκαμε μετά εμπιστοσύνης. Γίναμε πιο φίλοι, πιο συγγενείς, πιο εραστές, πιο πολίτες. Γίναμε οι όμορφοι εμείς. Που θα είναι πιο δύσκολο, τώρα που θα τελειώσει η πανδημία, να ξαναφορέσουμε το πουκάμισο του φιδιού. Γιατί θα έχουμε νέες πηγές μέσα μας να μας καθοδηγούν και να μας φωτίζουν.




Γιατί θα είμαστε όμορφοι ξανά. Αταλάντευτα όμορφοι. Και θα ξαναστήσουμε τη λαβωμένη κοινωνία και οικονομία μας ακουμπώντας ο ένας στον άλλον, και όχι υπονομεύοντας ο ένας τον άλλον.




Κι έχω να πω ένα μυστικό. Θα τα καταφέρουμε!




* Η κ. Mαρία Δ. Ευθυμίου είναι καθηγήτρια Ιστορίας στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του






 Πανεπιστημίου Αθηνών.

Κυριακή, 12 Απριλίου 2020

ΓΡΙΕΣ ΕΣΩΚΛΕΙΣΤΕΣ…χλωρίνη και DEΤTOL και βόλτα ως το χωλ….




-ΝΤΡΙΙΙΙΙΝΝΝΝΝ !!! Ελα βρε πουλάκι μου αγανάχτησα μέχρι να δείξει το ρολόϊ 8.00 να σε πάρω…
Τι ;;; Κι εσύ από τις 6.30 στο πόδι;;; Εχω πιεί δυό φασκόμηλα, έχω φάει τρία παξιμάδια, 8 ελιές και τώρα  μόλις έψησα και τον καφέ να τον πιώ με εσένα στο τηλέφωνο παρέα….
Τι είναι αυτό το κακό που μας βρήκε Κυριακούλα μου; Ποιος να το φανταζόταν ποτέ πως θα κλειδαμπαρωθούμε στα σπίτια και δεν θα κοτάμε να ξεμυτίσουμε ντίπ και θα έχουμε και τον φόβο των παιδιών, των εγγονιών μην κολλήσουν και μας κολλήσουν….των γειτόνων μην μας καλημερίσουν, των περαστικών μην τυχόν και φταρνιστούν….
Τι να λέμε, την είχαμε την μοναξιά μας και πρώτα….εγώ 28 χρόνια χήρα και με 3 παιδιά  και 5 εγγόνια σκορπισμένα στις άκρες του κόσμου κι εσύ τα ίδια  κι η Κανέλλα δίπλα , ακόμη χειρότερα, μην πω για την έρμη την ξαδέρφη μας την  Παρασκευή που από φαμίλια 8 νοματαίων ξέμεινε ολομόναχη με το κορίτσι τ΄άρρωστο….Τι να πω, ο Θεός ορίζει…..είχαμε μια παρηγοριά τις λειτουργίες και τους εσπερινούς πάνε κι αυτά….ξεμείναμε με την τηλεόραση που μας μαυρίζει τα τζιέρια με τα θανατικά, τα εγκλήματα, τις ασχήμιες του κόσμου….και τώρα μας βρήκε και τούτο το κακό, που απλώθηκε ολούθε…Η οργή του Θεού για τις αμαρτίες μας, τα ύστερα του κόσμου ζούμε…..τα γράφουν όλα τα ιερά βιβλία, τα έχουν πεί οι προφήτες….λιμοί, σεισμοί, αρρώστιες, πόλεμοι, πείνα…..
Ε……..όσο για πείνα δεν μπορώ να πω, έρχεται εκείνος ο βαφτιστικός μου και η γυναίκα του, η Κελαϊδινή,  χρυσή κοπέλλα, ο Θεός να τους δίνει κάθε καλό και μου έχουν γεμίσει το ψυγείο, τον καταψύκτη, τα ντουλάπια….Αφού τους έβαλα τις φωνές τις προ άλλες, βρε σείς τι να τα κάνω 10 πακέτα των 8 +2 δώρο χαρτιά υγείας;;; Ενας άνθρωπος είμαι με έναν πισινό….και τα μπετόνια τις χλωρίνες, τα μακαρόνια, τα ρύζια, τα όσπρια, τα αλεύρια, τις κονσέρβες τα ντοματάκια, τα ντολμαδάκια και τις ρέγγες ;;; Ελεγα….έλεγα… δεν καταλάβαιναν ντιπ….όσα δεν χώρεσαν στα ντουλάπια  τα έβαλαν σε χαρτόκουτα και τα στοίβαξαν το ένα πάνω στο άλλο…άσε τα κατεψυγμένα….έτσι και κοπεί το ρεύμα ή χαλάσει ο καταψύκτης,  δεν θέλω ούτε να φανταστώ τι έχουμε να πετάξουμε, άσε που θα βρωμίσει ο τόπος από ψάρια  και πουλερικά…
Μωρέ  , τους λέω… έχω κάνει τα κουμάντα μου εγώ, τι νομίσατε ;;; Εχω την σπιτική μου σάλτσα ντομάτα στα βάζα, τα γλυκά μου του κουταλιού, τις χυλοπίτες μου, τον τραχανά μου, τα τουρσιά μου, τις ελιές μου, το λαδάκι μου, τα παξιμάδια μου,  ξύδι και αλάτι δεν μου λείπουν ποτέ, σαπούνι πράσινο μπόλικο σπιτικό….και κρασάκι έχω, να΄ναι καλά ο συμπέθερος ο Λάμπης, όσο για τα φάρμακά μου, χίλια καλά να έχει,  μου τα φέρνει στο σπίτι κάθε μήνα  ο Νότης ο Φαρμακοποιός, χρυσό παλληκάρι, τυχερή όποια τον πάρει…
Και μια και το έφερε η κουβέντα, για σκέψου ποια καλή κοπέλα έχουμε στο σόϊ να του προξενέψουμε;  Είναι σου λέω, λαχείο…..ομορφόπαιδο με χαρακτήρα διαμάντι, επιστήμονας….ναι... δικό του το Φαρμακείο, το κληρονόμησε από τον θειό του, τον Λυκούργο τον Λιάμπουρη αν θυμάσαι….Τι μου λές;;; Σου τον είχανε προξενέψει τον μπάρμπα του, αλλά που εσύ….δεν είχες έγνοια παρά για τον Κοσμά σου…
Ποιά ;;; Την Τριάδα του Σαλταπήδα;;; Τι λες μωρέ, αυτή θ΄αφήσει τα μεγαλεία της πρωτεύουσας για να έρθει εδώ στην ταπεινή κωμόπολη …..ούτε Λαμπρή δεν πατάει το πόδι της …άσε που η μάνα της είχε πει στη Σιδερινή, την αδελφή του Δήμαρχου, που έχουν κουμπαριάσει, ότι με κάποιον γιό Βουλευτή τραβολογιέται ….κι ο πατέρας της το φυσάει και δεν κρυώνει, είναι να πεθάνει, γιατί ο λεγάμενος είναι ….ΣΥΡΙΖΑΙΟΣ !!!





Πήραν εντολή από τα παιδιά μου είπαν, να με φροντίσουν , αλλά κι από μόνοι τους δεν μπορώ να πω, κάθε βδομάδα μου φέρνουν τα φρέσκα ζαρζαβατικά και φρούτα από το μαγαζί τους…..ας τα βλέπει ο Θεός και να τους χαρίσει ένα παιδάκι που τόσο πολύ το θέλουν, προσεύχομαι γι΄αυτό συνέχεια, τέτοια καλά παιδιά, αγαπημένο ζευγάρι , εργατικοί, αυτόν τον καημό έχουν…..τι να πω …..μακάρι να τους αξιώσει ο Θεός…..7 εξωσωματικές έχει κάνει η κοπέλα και πάλι ελπίζει, άσε τα τάματα και τις παρακλήσεις….
Τώρα μ΄αυτό το κακό που μας βρήκε θα ερημώσουν και οι εκκλησιές…..μα είναι απο τ΄άγραφα να παρακολουθήσουμε τους χαιρετισμούς  και τις Ακολουθίες της Μ. Εβδομάδας από την τηλεόραση!!!
Τι να πω…..δεν το χωράει ο νούς μου αυτό που μας βρήκε…..από σήμερα ξέρεις κλείνουνε και τα κομμωτήρια. Ναι σου λέω,  χθές βράδι με πήρε η συμπεθέρα η Κρυστάλλω, πούχει ανηψιά την Γιαννούλα ….ντε….με το Κομμωτήριο  στην πάνω πόλη…
Η Γιωργίτσα του Μαυραντώνη πούχει το Κομμωτήριο  εδώ παρακάτω, έχει κλείσει από προχτές, είχε κάτι πελάτισσες λέει που βήχανε του σκοτωμού  είχανε και δέκατα κι έχει τρομοκρατηθεί η κοπέλα γιατί είναι και 5 μηνών έγκυος….και δεν θα το πιστέψεις, εκείνη η λολέγκω η Πλουσία και η θυγατέρα της, πήγανε και της βροντάγανε την πόρτα  του σπιτιού αξημέρωτα, για να τους βάψει την ρίζα…
Βρε τι μας βρήκε, ανταλλάζαμε καμιά κουβέντα, μαθαίναμε τα νέα της γειτονιάς, σχολιάζαμε….τώρα κλειδαμπαρωμένες με τις τηλεοράσεις και το τηλέφωνο άντε να κάνουμε χαϊρι….
Αστα να πάνε, είχαμε τις πολλές διασκεδάσεις;  Το κομμωτήριο είχαμε και ξεδίναμε λίγο,  φτιάχναμε τα ποδάρια μας  που τα ΄χουν ρημάξει οι κάλοι και τα κότσια,  συμμαζεύαμε τα μαλλιά μας , περνάγαμε καμιά βαφή κι  οι περισσότερες  γριές γινήκαμε ξανθιές και κοκκινομάλλες εκτός από την Ελπινίκη του Κούδουνα που δεν λέει ν ΄αλλάξει το μαύρο του κοράκου εδώ και 45 χρόνια…. Εσύ κι εγώ μονάχα μείναμε γκριζομάλλες κι η συμπεθέρα μου η Κρυστάλλω που αν και μικρότερη , τ΄άφησε κάτασπρα τα μαλλάκια της……Ναι καλά το λές….και η παπαδιά,  αλλά φαίνεται έχεις καιρό να την δείς , γιατί τώρα τα έχει λουλακιά….!!! Εμ και οι δυό  μεγαλύτεροι γιοί της γινήκανε κομμωτές και την πρακτική τους, στης μάνας τους το κεφάλι την εξασκήσανε, πάνε οι κοτσίδες, οι κότσοι , οι φουρκέττες,  οι φιλέδες, την κουρέψανε και της το λουλακιάσανε το μαλλί χωρίς να βγάλει άχνα !!!
Όχι….ο μικρός έγινε μάγειρας….ναι καλά λες, σέφ τους λένε τώρα και δουλεύει σε ένα μεγάλο Ξενοδοχείο…για την κόρη δεν ξέρω, είναι η μικρότερη αυτή, το στερνοπαίδι….θα πηγαίνει στο σχολειό ακόμη…   Μπα ! Τι μου λές ;;;  Ηθελε να παρατήσει το σχολειό να γίνει τραγουδίστρια....
Τελικά επειδή όλοι έπεσαν καταπάνω να την μεταπείσουν,  το παράτησε το σχολειό και τώρα θέλει να κολογερέψει ;;; Πω πω στεναχώρια που θα την έχουνε τα γονικά της….Τι να πω, κάθε παιδί τραβάει τον δρόμο του, άντε να τα μεταστρέψεις…
Τι μου λες ;;; Η Τασσώ του Φουρνόδαυλου θα κάνει έκθεση τα προικιά  της από ιστοσελίδα;;;  Σοβαρά μιλάς τώρα ;;;  Ακουσον άκουσον !!! Την έφτιαξε ο αδελφός της και μάλλον από εκεί θα δούμε και την Στέψη ….!!! Μπα…τώρα οι κοπέλες αυτά τα καροϊδεύουνε,  τα θεωρούν χωριάτικα συνήθεια , εντύπωση μου κάνει…Α!…. η μάνα της !!! Αυτή πάντα φιγουρατζού ήτανε και ξιπασμένη,  δεν την θυμάσαι νιόπαντρη,  που στην εκκλησιά στολιζότανε σαν τον Επιτάφιο και κάθε Σάββατο έβγαζε κι έλιαζε στο μπαλκόνι όλα τα ρουχικά της, ακόμη και τα  βρακιά μαζί με τα ξεσκονόπανα ;;; Ασε τις χρυσές βέργες τα βραχιόλια , μέχρι τον αγκώνα τα φορούσε και πήγαινε στην αγορά αλλά δεν μπορούσε να  κρατήσει τα ψώνια,  γιατί δεν λυγούσανε τα χέρια της !!!









Άλλο και τούτο, τα Μυστήρια θα τα παρακολουθούμε από τις τηλεοράσεις και τα τάμπλετ….
Εχεις κι εσύ από δαύτο  ;;; Μου έφεραν ένα μαραφέτι τα παιδιά, κάτι μου εξήγησαν….πως δουλεύει δηλαδή, γρι δεν κατάλαβα….το έχω πάνω στο τραπέζι και το ξεσκονίζω που και που…..αλλά η συμπεθέρα η Κρυστάλλω μια χαρά το έχει μάθει και μιλάει με τα παιδιά και τα εγγόνια και βλέπονται κιόλας….
Αυτό το ζηλεύω….δεν το κρύβω…δεν μπορώ να πω, μου πρότεινε η συμπεθέρα να μου το μάθει….αλλά έλα που τώρα δεν μπορούμε να ανταμώσουμε….έχει και τον συμπέθερο με την καρδιά και τα αναπνευστικά και δεν κοτάει να πάει ρούπι….
Τι θα μαγειρέψω σήμερα ;;; Τι να σου πω, μια ψυχή είμαι κι έχω δόξα τον Θεό  πληθώρα απ΄ όλα τ΄ αγαθά…. Και μόλις πάω να σκεφτώ τι θα μαγειρέψω, ένας κόμπος μου κλείνει τον λαιμό και σφίγγεται το στομάχι μου….σκέφτομαι όλους αυτούς που στερούνται και τι να σου πω ….μου κόβεται η όρεξη…..
Είχα κι εκείνη την Δεσποινιώ που ερχότανε 2-3 φορές την εβδομάδα και της έδινα μερικές μερίδες φαγητό και φρούτα για δύο οικογένειες που γνώριζε, αλλά  από τότε που έπεσε κι έσπασε το πόδι της, την πήραν τα παιδιά της  και την έχασα,  είχα και τον γέρο Ναθαναήλ που πέρναγε τ΄΄απομεσήμερα και τον φίλευα ότι είχα… πίττα, αυγά, τυρί, μουστοκούλουρα, σταφιδόψωμο….συχωρέθηκε κι αυτός πρόπερσι….
Τι τα θυμηθήκαμε τώρα…..τότε που τα σπίτια μας μοσχοβολούσαν φρεσκομαγειρεμένο φαγητό…..χοχλάκιζε ο μεγάλος τέντζερης… κρεατόσουπα, ψαρόσουπα, φασολάδα, φακές,  μοσχαράκι κοκκινιστό, σιγόβραζαν στον ταβά φασολάκια φρέσκα, μελιτζάνες ιμάμ, τουρλού, λαχανοντολμάδες, κοτόπουλο με μπάμιες….στο φούρνο  ξεροψήνονταν  στο μεγάλο ταψί  ντοματοπιπεριές και κολοκυθάκια γεμιστά, παστίτσιο, αρνάκι με πατάτες, σπανακόπιτες, τυρόπιτες, γαλατόπιτες, μπακλαβάδες, γαλακτομπούρεκα, κουλουράκια κανέλλας, κουραμπιέδες, μελομακάρονα….
Καημό τόχω να φουρνίσω στο μεγάλο ταψί…..Α ! Σε καλό μας , σχώρα με Παναγία μου, άρχισα και λέω παλαβομάρες…συμπάθα με Παρθένα μου , αλλά με τη σκέψη ότι με τα παιδιά και τα εγγόνια μου ποιος ξέρει πόσον καιρό θα κάνουμε να βρεθούμε κι αν θα με προλάβουν ζωντανή, παραλογιάζομαι και λέω ανοησίες, μην με ξεσυνερίζεσαι την αστόχαστη , δώσε μου άφεση Μεγαλόχαρη …..

Ναι καλά το λες, τη Μ. Πέμπτη να βάψουμε τ΄αυγά και να φουρνίσουμε κουλούρια΄ να μυρίσει το σπίτι να μην ξεχάσουμε τα έθιμά μας…..Τέτοια μέρα θυμάσαι, ντυνόμασταν οι κοπέλες λαζαρίνες , στολισμένες με λουλούδια και με τα καλαθάκια μας στο χέρι, γυρίζαμε πόρτα πόρτα και λέγαμε τα κάλαντα του Λάζαρου… και όσο κι αν έχουν περάσει τα χρόνια, τα θυμάμαι τα λόγια  …. ενώ δυσκολεύομαι να θυμηθώ αν πήρα τα χάπια μου, περίεργο δεν είναι ;;;






Αν είναι με το θέλημα και με τον ορισμό σας
Λαζάρου την Ανάσταση να πω στ’ αρχοντικό σας

Σήμερον έρχεται ο Χριστός,
ο επουράνιος Θεός
εν τη πόλει Βιθανία
Μάρθα κλαίει και η Μαρία
Λάζαρο τον αδερφό του
τον γλυκό και καρδιακό τους

Τον μοιρολογούν και λέουν
τον μοιρολογούν και κλαίουν
τρεις ημέρες τον θρηνούσαν
και τον εμοιρολογούσαν

Την ημέρα την τετάρτη
κίνησε ο Χριστός για να `ρθει
και εβγήκεν η Μαρία
έξω από τη Βιθανία
και εμπρός το γόνυ κλει
και τους πόδας Του φιλεί.

Αν εδώ ήσουν, Χριστέ μου,
δεν θ’ απέθνησκε ο αδερφός μου
Πλήν και τώρα `γω πιστεύω
και καλότατα ηξεύρω
ότι δύνασ’ αν θελήσεις
και νεκρούς να αναστήσεις !

Τον τάφο να μου δείξετε
και `γω τον ανασταίνω
Τραπέζι να `τοιμάσετε
κι εγώ θε να πηγαίνω

Και παρευθύς επήγαν
και τον τάφο του εδείξαν.
Επήγαν και του έδειξαν
τον τάφο του Λαζάρου
τους είπε και εκύλησαν
τον λίθο που `χε απάνου

Τότε ο Χριστός δακρύζει
και τον Άδη φοβερίζει:
Αδη, Τάρταρε και Χάρο,
Λάζαρο θα σου τον πάρω
Δεύρω έξω Λάζαρέ μου
φίλε και αγαπητέ μου

Παρευθύς από τον Άδη
ως εξαίσιο σημάδι
Λάζαρος απελυτρώθη
ανεστήθη κι εσηκώθη
Λάζαρος σαβανωμένος
και με το κερί ζωσμένος

Εκεί Μάρθα και Μαρία
εκεί κι όλη η Βηθανία
Μαθητές και Αποστόλοι
τότε ευρεθήκαν όλοι
Δόξα το Θεώ φωνάζουν
και το Λάζαρο ξετάζουν

Πες μας Λάζαρε, τι είδες
εις τον Άδη όπου πήγες ;

Είδα φόβους, είδα τρόμους
είδα βάσανα και πόνους.
Δώστε μου λίγο νεράκι
να ξεπλύνω το φαρμάκι
της καρδιάς και των χειλέων
και μη με ρωτάτε πλέον

Του χρόνου πάλι γιορτάσωμε
με υγεία να σας βρούμε
στον οίκο σας χαρούμενοι
τον Λάζαρο να πούμε


Τώρα τι να μαγειρέψω ….ένα στόμα… δεν σου κάνει καρδιά….βολεύομαι και με μία ντομάτα, 3-4 ελιές, λίγο ταχίνι στον καφέ , ένα παξιμάδι… Προχτές έβρασα μια χούφτα τραχανά νηστήσιμο, τον είναι λαχταρίσει….τι να σου πω ότι έχω και για σήμερα ;;;
Το φαγητό δεν μας λείπει ή τουλάχιστον δεν μας έχει λείψει ακόμη στους περισσότερους, η συντροφιά, η ανθρωπιά, η αλληλεγγύη, το νοιάξιμο….αυτά μας λείπουν και δεν μιλάω προσωπικά, μάρτυς μου ο Θεός….
Μπορεί τα παιδιά μου να είναι μακριά και να μου λείπουν, όπως και τα εγγόνια μου….αλλά δεν αισθάνομαι εγκατάλειψη….και πιστεύω ότι κι αυτή η δοκιμασία θα περάσει και ίσως μας κάνει σοφότερους και σωστότερους στις σχέσεις μας με τους συνανθρώπους μας…στο μεταξύ ξεσκέπασα την ραπτομηχανή και άνοιξα το σεντούκι με τα υφάσματα….με το φως της ημέρας και όσο τα μάτια μου βοηθούν,  θα ράβω μικροπράγματα για να τα προσφέρω σε όποιον τα χρειάζεται , τα βράδια έχω παρέα τις βελόνες, το βελονάκι και τα μαλλιά….πλέκω σκουφιά, κασκόλ, γάντια , εσάρπες και μικρές κουβερτούλες…. έρχεται  και τα παίρνει στο τέλος κάθε μήνα η Αγγελίνα , την θυμάσαι την μοναχοκόρη της γιατρίνας της Ναυσικάς ;;; Εγινε κι αυτή γιατρέσσα , μου γράφει και τα φάρμακα, μου παίρνει την πίεση, μετράει το ζάχαρο…..καλό να έχει , με κοιτάζει σαν δικό της άνθρωπο,  ότι ιατρικό  χρειάζομαι αυτή το φροντίζει και δεν θα το πιστέψεις , πλέκει !!! Τα μερόνυχτα των εφημεριών, όταν όλα είναι ήρεμα , χωρίς περιστατικά , μαζί με άλλες συναδέλφισσες πλέκουν !!! Μου έχει φέρει από πέρσι μπόλικα μαλλιά πλεξίματος…. Έτσι κι εγώ ξανάρχισα να πλέκω και το χαίρομαι γιατί περνάει η ώρα μου δημιουργικά,  αλλά έχω και την ικανοποίηση ότι συμμετέχω σε έναν καλό σκοπό….όλα αυτά πηγαίνουν σε Νοσοκομεία, σε μονάδες για πρόωρα μωράκια, σε Ορφανοτροφεία αλλά και σε γηροκομεία…





Μα και βέβαια μπορείς κι εσύ, θα της το πω όταν έρθει να πάρει την πραμάτεια μου , δεν φαντάζεσαι πόση χαρά παίρνω, κάθε φορά που μου δείχνει φωτογραφίες από μωράκια που φορούν τα σκουφάκια και τα καλτσάκια μου,   παιδάκια που φορούν τα κασκόλ και τα πουλοβεράκια μου και γεροντάκια σε αναπηρικές καρέκλες με σκεπασμένα τα γόνατα με τα κουβερτάκια μου….
Κι η Κρυστάλλω πλέκει, όχι για προίκες κι ας έχει τρείς κοπελούδες, αυτές τώρα δεν θέλουν ούτε προικιά, ούτε πλεκτά, ούτε κεντήματα , ούτε δαντέλες….τίποτα απ΄αυτά …..τα δίνει κι αυτή στην γιατρέσσα…
Εσύ που είσαι και μερακλού,  θα κάνεις θαύματα και θα με θυμηθείς πόση χαρά θα πάρεις…..πολλαπλάσια από αυτήν που θα δώσεις…
Τι μου λές;;; Η εγγονή της Αμαλίας έστησε αργαλειό και ζητάει βοήθεια  από γριές, για να περάσει στημόνια !!! Ελα Χριστέ, μα αυτή η κοπέλα αν θυμάμαι καλά,  ήτανε χρόνια στην Αγγλία και κάτι  σχετικό με οικονομικά σπούδασε….Α μπα !!! Σπούδασε και τις βαφές και τις κλωστές…..και  έγινε καλλιτέχνης υφάσματος….τώρα θα υφαίνει καλλιτεχνικά….  Για να δούμε, είμαι πολύ περίεργη να δω της νέας γενιάς την τέχνη , γιατί όσες παλιές υφάντρες ήξερα, όλες καλλιτέχνες ήτανε και φτιάχνανε αριστουργήματα…..Μπατανίες, κουβέρτες, φλοκωτά, πετσέτες, χράμια…..χαλιά, κιλίμια…αλλά η τέχνη τους ξεχάστηκε, καμία νέα δεν ήθελε την σκλαβιά του αργαλειού και τώρα μου λές πως ή εγγονή της Αμαλίας έστησε τον αργαλειό της γιαγιάς της…πάλι καλά που τον φυλάξανε και τον βρήκε , οι περισσότεροι έχουν γίνει καυσόξυλα…
Το ξέρω πως οι νέες τώρα δεν τα θέλουν, εγώ πάντως πολύ τα καμαρώνω τα υφάντά μου, τα στρώνω όλα και τα χαίρομαι, αθάνατα , μου φέρνουν μνήμες και είναι κομμάτια της ζωής μου όπως τα παλιά μου εικονίσματα, το καντήλι, το θυμιατό μου,  οι φωτογραφίες, τα έπιπλα και τα ντουβάρια τούτου του σπιτιού…. Της προίκας μου τα έχω όλα, ακόμα και  τα ελάχιστα που έχουν απομείνει της μάνας μου , ακόμα και μια κουβέρτα της πεθεράς μου, μ΄αυτήν σκεπάζομαι…  Θυμάμαι κι εκείνο το χαλί το δικό σου,  που έχεις στρωμένο στη σάλα, τι χαλασμός είχε γίνει με το σχέδιο , που το «έκλεψε» η θειά η Σαββούλα  από ένα Μοναστήρι κι έκανε Σαρανταλείτουργα για να ξεπλύνει την αμαρτία….
Εμείς να δούμε πως θα ξεπλύνουμε τις δικές μας, που γινήκαμε απάνθρωποι και ζούμε χωρίς φόβο Θεού, αφήσαμε το χρήμα και τις επιθυμίες να μας διαφθείρουν και τώρα που οι αρρώστιες και δυστυχίες έχουν μπεί σε κάθε σπιτικό, ψάχνουμε την αιτία….
Θυμιατίζω βέβαια…..και πρόσφορο ζυμώνω και τα κόλλυβα για τις ψυχούλες δεν παραλείπω, αλλά βρε Κυριακούλα μου, το βλέπουμε γύρω μας, το κακό έχει κατακλύσει τον κόσμο….
Σκοτώνουνε στο δρόμο με τα αυτοκίνητα και εγκαταλείπουν τον τραυματία να ξεψυχίσει μόνος κι αβοήθητος στην άσφαλτο….Τέτοια απονιά κι ασυνειδησία…..άκουσα τις προάλλες στο Κομμωτήριο, ότι φταίει ο Νόμος….άμα μείνεις λέει να βοηθήσεις τον συνάνθρωπο που τραυμάτισες ή σκότωσες, σε πάνε, δικαίως, για κακούργημα….αν τον εγκαταλείψεις αβοήθητο και ολομόναχο ….τότε , τον απάνθρωπο εγκληματία  τον τιμωρούν ελαφρύτερα, σχεδόν καθόλου….τον πάνε για πλημμέλημα…..άκουσον άκουσον….ποιοί τους φτιάχνουν αυτούς τους Νόμους και ποιοι τους ψηφίζουν ;;; Υπάρχει δικαιοσύνη σ΄αυτόν τον τόπο άραγε ;;;

Ασε αυτήν την κουβέντα Κυριακούλα μου, γιατί με αναστατώνει κι  αρχίζουν οι ταχυκαρδίες ….κι ας έχω πιεί όλα μου τα χάπια από τα χαράματα….Δεν βλέπω την ώρα να πιάσω το ράψιμο και το πλέξιμο να βρώ την ηρεμία μου….
Αν έχει λάδι το καντήλι μας,   θα την περάσουμε κι αυτή τη δοκιμασία Κυριακούλα μου, κάθε μία κλειδαμπαρωμένη στο σπίτι της βέβαια……με τις χλωρίνες και τα DETTOL ε….ας μην μιζεριάσουμε, οι γονείς μας περάσανε  πολέμους, κατατρεγμούς, δυστυχίες, απώλειες,  και δεινά πολύ χειρότερα……ας μην ξεχνάμε αυτούς που αγωνίζονται νύχτα και μέρα στα Νοσοκομεία να περιθάλψουν τον πάσχοντα άνθρωπο και αυτούς που υπηρετούν για την προστασία της πατρίδας……
Προσευχόμαστε για όλους !!! Εμείς θα υπομονέψουμε και θα καλογερέψουμε !!! Καλά το είπες !!! Μακάρι όταν περάσει αυτό το κακό, οι άνθρωποι να έχουν κάνει την αυτοκριτική τους και να βάλουν νέες συντεταγμένες στη ζωή τους με φόβο Θεού…δίνοντας προτεραιότητα στον ΣΥΝΑΝΘΡΩΠΟ , την Κοινωνική ευθύνη, στο ΕΜΕΙΣ και όχι το ΕΓΩ……..

Κλαυδία
Απρίλιος  2020







Σάββατο, 28 Μαρτίου 2020

Οι Σημαδεμένοι



Η φανταστική αυτή ιστορία, αποτελεί την συμμετοχή μου στο δρώμενο Φωτοσυγγραφική σκυτάλη 5 που οργανώνει και επιμελείται η Μαίρη στο Blog της ΓΗΙΝΗ ΜΑΤΙΑ https://ghinimatia.blogspot.com/2020/03/5_23.htm

l Η Μαρίνα επέλεξε γιά μένα αυτή την υπέροχη φωτό και τη λέξη ΠΟΤΑΜΙ. και τα δύο μου χάρισαν την έμπνευση να ξεδιπλώσω την ιστορία μου , που βγήκε σχεδόν μυθιστόρημα και να με συμπαθάτε αν σας κουράσω..... Μαρίνα μου από καρδιάς σ΄ευχαριστώ.







Οι σημαδεμένοι

Είχε βουίξει όλο το χωριό !!!Πόρτα πόρτα, στόμα στόμα τα νέα είχαν διαδοθεί με ταχύτητα αστραπής…!!!

Η Ζαφειρούλα με ανασκουμπωμένα τα μανίκια, φορώντας την παραδοσιακή φορεσιά του τόπου της, την πλουμιστή ολοκέντητη ποδιά και τον επίσημο κεφαλόδεσμο, πήρε τον κατήφορο και ροβολώντας προσπέρασε με βιάση τα τελευταία σπίτια του χωριού , τον σταύλο του Λαμπροθανάση, τα κοτέτσια της Πούλιενας, διέσχισε λοξά το περιβολάκι του Κοντοθόδωρου κι έφτασε στην πίσω αυλή του πιο ξεχωριστού σπιτιού του χωριού τους….Το σπίτι της Μιλέβας και του Γιώργη!!!

Αποκομμένο από το χωριό , δίπλα σχεδόν στην ακροποταμιά , αυτό το χαμηλό σπιτάκι με τα θολωτά παράθυρα και την γκρίζα σκεπή, στρωμένη με ασημόγκριζες πλάκες σχιστόλιθου ήταν βαμμένο μ΄ένα απαλό κιτρινωπό χρώμα και ζωγραφισμένο με λογής λογής σύμβολα και λουλούδια….




Ανοιξε την ξύλινη πόρτα με το μεγάλο μπρούτζινο κλειδί, άνοιξε τα παράθυρα να μπεί το φως του ήλιου , επιθεώρησε γύρω αν όλα είναι στη θέση τους , ξανασκούπισε τα ποτήρια και τα τοποθέτησε στους μεγάλους δίσκους πάνω στο τραπέζι και βγήκε στην αυλή….

Κάθισε στο φαρδύ πεζούλι κι άφησε τα μάτια της να πλανηθούν στο ονειρικό τοπίο….τα δέντρα στον οπωρώνα ήταν ολάνθιστα, τα φυτά στις γλάστες που είχε φυτέψει πριν μήνες είχαν σχεδόν όλα ανθίσει, οι μέλισσες βούϊζαν ευτυχισμένες και το ποτάμι , ακολουθούσε τον υδάτινο δρόμο του ακατάπαυστα, ξεκινώντας από τις πηγές ψηλά στα βουνά, κατρακυλώντας στις πλαγιές ορμητικό , κάπου μάλιστα ριχνόταν από ψηλά και σχημάτιζε καταρράχτη που κατέληγε σε μικρή λίμνη και συνέχιζε διασχίζοντας την κοιλάδα, περνώντας κάτω από μικρά και μεγάλα πέτρινα γεφύρια, από χωριουδάκια και πολιτείες για να καταλήξει στην αγκαλιά της θάλασσας….

Μια βδομάδα τώρα ετοιμαζόταν όλο το χωριό για τούτη τη μέρα, μαζί με τις άλλες γυναίκες είχαν φουρνίσει από τ΄αξημέρωτα ψωμιά, είχαν φτιάξει γλυκά, πίτες και παραδοσιακά φαγητά του τόπου τους και ο Πρόεδρος είχε ετοιμάσει μια μικρή τελετή για να καλωσορίσει το Συνεργείο της τηλεόρασης και την οικογένεια της Καλλιστώς.

Σήμερα ήταν μεγάλη μέρα….θα ερχόταν στο σπίτι της προγιαγιάς της, η Καλλιστώ , ο άνδρας της , τα παιδιά της, και άνθρωποι της τηλεόρασης που θα κατέγραφαν εικόνες του τόπου και θα έπαιρναν συνεντεύξεις από τους λιγοστούς κατοίκους….γιατί λιγοστοί είχαν απομείνει πιά οι μόνιμοι κάτοικοι, οι νέοι είχαν φύγει για τις μεγάλες πόλεις και το εξωτερικό και μονάχα 2-3 μήνες το καλοκαίρι, το χωριό ζωντάνευε από αυτούς που επέστρεφαν για λίγο, για τις διακοπές τους….



Η Καλλιστώ είχε γράψει ένα βιβλίο που ιστορούσε την ζωή της Μιρέλας της προγιαγιάς της και των προγόνων της… είχε ψάξει βαθειά για τις ρίζες της , είχε ταξιδέψει, είχε συναντήσει ανθρώπους και είχε καταφέρει να βρεί στοιχεία για την οικογένεια Γεωργίου έναν αιώνα πριν, στην Οδησσό, το Ιάσιο, την Φωξάνη …..ήρωες προγόνους μαχητές που έπεσαν το 1821 στη Μάχη του Σκουλενίου και στη Μονή Σέκκου, προγόνους ανθρώπους των γραμμάτων αλλά και εμπόρους που έζησαν και έκαναν περιουσία στην Ρουμανία, την Ουγγαρία, την Αυστρία… Κατάφερε να συνδέσει τις ιστορίες που άκουσε από το στόμα της μάνας της και της γιαγιάς της για την περιπετειώδη ζωή της προγιαγιάς της και θέλησε όχι μόνο να ερευνήσει και να γράψει το βιβλίο, αλλά να επισκεφθεί και τους τόπους που έζησε μέχρι να καταλήξει σε τούτη την κοιλάδα δίπλα στο ποτάμι , να ανακαινίσει το παλιό σπίτι, να αναστήσει τον οπωρώνα με την πρόθεση να περνάει μεγάλο μέρος του χρόνου εκεί μαζί με την οικογένειά της….

Πόσο είχε συγκινηθεί η Ζαφειρούλα ……γινόταν αναφορά και στη μάνα της τη Διαμάντω που ήταν συνομήλικη με την Σμαράγδα την κόρη της Μιρέλας, αλλά και την προγιαγιά της την Βασίλω , που ήταν από τις πιο αγαπητές της συγχωριανές…Εδώ και δυό μήνες που είχε πάρει το βιβλίο στα χέρια της, ούτε μέτρησε τις φορές που το διάβασε….και κάθε φορά βούρκωνε και κάθε φορά οι μνήμες την κατέκλυζαν , πάνε δυό χρόνια που είχε φύγει η μάνα της…οχτώ ο άντρας της , δώδεκα η γιαγιά της, τα παιδιά της ζούσαν με τις οικογένειές τους, όλα μακριά της…

Περισσότερο την είχαν συγκλονίσει τα κεφάλαια που αναφέρονταν στη Μιρέλα….

…… « Ετρεμε από το κρύο !!! Ω πόσο κρύωνε και το κεφάλι της γεμάτο από τις φωνές , τα ουρλιαχτά μέσα στο σκοτάδι…ο φόβος που την είχε παραλύσει ….προσπάθησε να φωνάξει Μαμά !!! Μαμάααα αλλά η φωνή της δεν έβγαινε και μετά αισθάνθηκε ένα τράνταγμα και το σώμα της να βυθίζεται στο παγωμένο νερό , προσπάθησε απεγνωσμένα να πάρει ανάσα…..μετά τίποτα….

Όταν άνοιξε τα μάτια της γύρω της βρίσκονταν σκυμένοι επάνω της, άγνωστοι άνθρωποι, που μιλούσαν μια γλώσσα που δεν καταλάβαινε….επαναλάμβαναν : « Γιασσάϊ τορ ή μουλό;» (Ζεί ή πέθανε; ) ΄Αρχισε να κλαίει και να επαναλαμβάνει ανάμεσα στ΄αναφιλητά της Μαμάαααα, μαμάααα…

-Γκέσα ροβέλας ο χουρντέ ντάκε (Κλαίει με λυγμούς το παιδί για τη μάνα του) είπε η μεγάλη γυναίκα με το μελαχροινό πρόσωπο και τα διαπεραστικά μαύρα μάτια..

-Λεκάκου κενάρι (στην ακροποταμιά) το βρήκαμε , αναποδογύρισε μια βάρκα το βράδυ, κάποιοι προσπαθούσαν να περάσουν απέναντι, έγινε μάχη, υπάρχουν και δυο πληγωμένοι, ο Φερκά και ο Φόνσο τους κουβάλησαν εδώ είπε ο Σαντόρ απευθυνόμενος με σεβασμό στη μητέρα του.

-Κάσκι σι καγιά σσοκκάρ τσχεϊορί; (Ποιανού να είναι το όμορφο κοριτσάκι); ρώτησε η Ζεμφίρα, χωρίς να πάρει απάντηση.

-Παρνί τσχεϊορί (Λευκό κοριτσάκι) διευκρίνισε ο μεγάλος γιός της ο Σαντόρ

Η Ζεμφίρα, σεβάσμια και πολύ ψηλά στην ιεραρχία της φυλής, αποφάσισε να κρατήσει το παιδί, μιάς και δεν βρέθηκε κανείς επιζών από εκείνη την τραγωδία. Οι δύο πληγωμένοι, παρά τις προσπάθειες και τη βοήθεια που τους προσφέρθηκε από τους τσιγγάνους, δεν τα κατάφεραν .

Ετσι η μικρή, που την ονόμασαν Μιρέλα «υιοθετήθηκε» από την Ζεμφίρα. Θα ήταν τεσσεράμισυ πέντε χρονών όταν την βρήκαν, φορούσε χρυσό σταυρό και κατάλαβαν ότι ήταν «Μπολντί» βαπτισμένη χριστιανή , είχε και ένα χαρακτηριστικό κόκκινο σημάδι που ξεκίναγε από το αριστερό πλάϊ του λαιμού και έσβηνε κάτω από το αριστερό αυτί της. Λολιπέ το έλεγε η Ζεμφίρα και χαμογελούσε….







Το είχε δει καθαρά στα χαρτιά, τα χαρτιά δεν έλεγαν ψέμματα….της είχε μεγάλο σεβασμό της τράπουλας η Ζεμφίρα και την συμβουλευόταν για σοβαρά ζητήματα μόνο και ποτέ για χρήματα….την είχε τυλιγμένη σε ένα μεταξωτό σάλι δίπλα στην εικόνα του Αη Γιώργη…αυτό το παιδί… «καγιά σι λεσκί ένι σεβγκιλίκα τσχέϊ» αυτή θα είναι η πιο αγαπητή μου κόρη…αυτό της είχαν δείξει τα χαρτιά, αλλά θα την αποχωριζόταν μετά από 11 χρόνια….

-«Σεβιλιόρ καβά χουρντό» Αγαπιέται αυτό το παιδί, έλεγε σε όλους, προκαλώντας πολλές φορές και τη ζήλεια, των κοριτσιών αλλά και των εγγονών της…και είχε δυό κόρες και τρείς γιούς η Ζεμφίρα. Την Γκιλί, την Ζόρα, τον Σαντόρ, τον Φερκά και τον Φόνσο είχε νύφες, γαμπρούς και πολλά έγγόνια….Ο άντρας της είχε πεθάνει.

Η Μιρέλα μεγάλωνε μαζί τους, είχε ξεχάσει πιά την μητρική της γλώσσα και είχε ενταχθεί στον κόσμο τους έχοντας επίγνωση της διαφορετικότητάς της….




Ο Φόνσο ήταν σιδεράς , πεταλωτής, ο Σαντόρ και ο Φερκά ήταν μουσικοί, όπως πολλοί από τη φυλή τους, έπαιζαν βιολί και τραγουδούσαν σε γιορτές και πανηγύρια.΄Ηταν τόσο καλοί που τους καλούσαν παντού και πήγαιναν με το κάρο τους στα γύρω χωριά, αλλά και σε πολιτείες, σε Γάμους , βαφτίσια και μεγάλες γιορτές ….επιστρέφοντας έφερναν δώρα σε όλους,,, γλυκίσματα στα παιδιά και μαντήλια, εσάρπες, υφάσματα, βραχιόλια και γιορντάνια στις γυναίκες….Θεωρούσαν μεγάλη ντροπή την επαιτεία και μεγάλη ασέβεια ο μάντεμα της μοίρας με χαρτιά ή καφέ, για χρήματα.

Με κάθε ευκαιρία στηνόταν χορός και η μουσική συνόδευε την καθημερινότητά τους, είχαν μέσα τους τον ρυθμό και την αγάπη για τη μουσική. Εκείνη σπάνια χόρευε, την γοήτευε περισσότερο ο ήχος του βιολιού και ο Φερκά της είχε δωρίσει ένα μικρό βιολί και της είχε δείξει τα βασικά. Μόνη της σχεδόν είχε μάθει να παίζει ¨κεμανάβα¨ … « Πουταρέλ κο γκι ντα ροβνταρέλ λε κεμανάβα και μπασσαλέλ ο Ρομ!» «Σ΄ανοίγει την ψυχή και την κάνει να κλαίει το βιολί που παίζει ο τσιγγάνος» της είχε πει ο Σαντόρ. Οι γυναίκες, όπως και οι άνδρες συνήθιζαν να καπνίζουν, είχαν ευέλικτα κορμιά και λικνίζονταν μαγευτικά με τους ήχους της μουσικής, αγαπούσαν πολύ τον χορό και το τραγούδι όμως είχαν και επιδέξια χέρια και ασχολούνταν με την καλαθοπλεκτική «σεπετλίκο», με τα καλάμια και τις λυγαριές που έβρισκαν άφθονα στην άκρη του ποταμού. Οι άντρες τους ήταν «Παζαρτζίο» και τα πούλαγαν στα γύρω χωριά, πολλές φορές πήγαιναν όλη η οικογένεια μαζί και τα παιδιά που χαίρονταν ιδιαίτερα την βόλτα με το κάρο , την είχαν πάρει πολλές φορές μαζί τους, η Γκιλί με τον Χοχάν και η Ζόρα με τον Τζάνκο. Τα παιδιά τους τα θεωρούσε αδέλφια της , έπαιζαν ολημερίς ανέμελα χωρίς να τα μαλώνει κανείς….τσαλαβουτούσαν στα νερά, τις λάσπες, ανέβαιναν στα κάρα και πηδούσαν από ψηλά, τα μεγαλύτερα ψάρευαν στο ποτάμι…..ή ανέβαιναν στ΄άλογα και κάλπαζαν κατά μήκος του ποταμού.








Πολλοί ζούσαν σε χαμηλοτάβανα σπίτια με πέτρινες στέγες και ζωγραφισμένους εσωτερικούς και εξωτερικούς τοίχους με λουλούδια και προστατευτικά σύμβολα σε ζωηρά χρώματα. Πολλοί όμως ακόμη και αν είχαν σπίτι, προτιμούσαν, ειδικά το καλοκαίρι, να μένουν σε ρουλότες, μεγάλα σκεπαστά κάρα που τα έσερναν άλογα, «Ρομά ε γκραστά» Οι Τσιγγάνοι έχουν άλογα που τα αγαπούν όπως τα σκυλιά και τις γάτες τους…

Της είχαν χαρίσει μία κάτασπρη μακρύτριχη γατούλα «Πισικορί» που λάτρευε και όταν έγινε 12 χρονών (σχορί) κοπέλα, φόρεσε κάτω από την φαρδιά φούστα της το μακρύ σαλβάρι που φορούσαν όλες οι συνομήλικές της, η Λάλα, η Μπαβάτ, η Ζόρα και η Ρουζάννα , τους χάρισαν επίσης ένα μακρύ γιορντάνι με πολύχρωμες χάντρες και η Ζεμφίρα τους φόρεσε στα χέρια από δύο ασημένιες βέργες ….και τους είπε : « πουτάρ κο βας τε ντικχάβ κο φάλο» ( ΄Ανοιξε το χέρι σου να σου πω τη μοίρα σου) και έσκυψε σοβαρή να μελετήσει τις γραμμές στο χέρι της Μιρέλας πρώτα…. «Θα φύγεις μακριά της είπε, κοντά σε ποτάμι θα ζήσεις … «Σο ντα κερέλ ο μανούςς κατάρ πι γαζία νασστί νασσέλ» « Ότι και να κάνει ο άνθρωπος, από το πεπρωμένο του δεν μπορεί να ξεφύγει…»

Στα δεκατρία της άρχισαν να τη ζητούν σε γάμο, πολλοί νέοι την είχαν ξεχωρίσει και την ήθελαν για ταίρι, η Ζεμφίρα όμως απάντησε σε όλους αρνητικά… «Δεν ανήκει στη φυλή μας»…πρέπει να ακολουθήσει το δικό της πεπρωμένο …

Δύο χρόνια αργότερα, όταν άρχισαν να λιώνουν τα χιόνια και φούσκωσαν τα νερά του ποταμού, εμφανίστηκε στον καταυλισμό τους ένας καβαλάρης με κοκκινόχρυσα μαλλιά και πληγωμένο άλογο….



Ο Φόνσο έβαλε καινούργια πέταλα στο άλογό του και ο αδελφός της Ζεμφίρας και αρχηγός της Ομάδας τους, ο Σούρχε, τον φιλοξένησε δυό βδομάδες στο σπίτι του. Όταν ήρθε η ώρα να φύγει ,τους ευχαρίστησε όλους , άφησε χρήματα αν και δεν του ζήτησε κανείς, γιατί τους φάνηκε «νασσανταρντό» , κατατρεγμένος… «Μπουτ λατσχό μανούςς σι» Είναι πολύ καλός άνθρωπος , αποφάνθηκε ο Σούρχε και η Ζεμφίρα συμφώνησε μαζί του.

Δυό χρόνια πέρασαν και όταν ήρθε ο καιρός για την μεγάλη γιορτή του ΕΝΤΕΡΛΕΖΙ ο ξένος με τα κοκκινόχρυσα μαλλιά εμφανίστηκε πάλι….πάνω σε ένα λευκό άλογο σαν τον Αη Γιώργη…

Εμεινε κοντά τους σχεδόν όλο το καλοκαίρι , ήταν γιατζιτζίο σι,( γραμματισμένος), και ζήτησε την Μιρέλα σε γάμο !!!

Ο Σούρχε τον πήγε στη Ζεμφίρα κι εκείνη αφού κοίταξε τα μάτια του, το χέρι του και έριξε τα χαρτιά, τον ρώτησε : Εχεις λολιπέ; (κόκκινο σημάδι) Εκείνος έκπληκτος απάντησε : Ναι που το είδες ; Εδώ πίσω στο σβέρκο, το σκεπάζουν τα μαλλιά μου και της το έδειξε…Τότε εκείνη του απάντησε: αν σε θέλει η Μιρέλα …μι ντοβάβα νταβ τουτ (την ευχή μου σου δίνω)….

Η Μιρέλα δέχτηκε, την είχαν κερδίσει το τρυφερό του βλέμμα , οι ευγενικοί του τρόποι, η ζεστή του φωνή και η γλυκιά ταραχή που της έφερνε η παρουσία του , εξ άλλου είχε βαθειά πίστη ότι : Ο ουσουμνάλ Ντέλ τζανέλ σο κερέλ «Ο παντοδύναμος Θεός ξέρει τι κάνει».

Εγινε ο γάμος με τα τσιγγάνικα έθιμα και όταν ήρθε η ώρα να φύγουν η μπορορί (νυφούλα) με τον σσουκάρ τσχαό τζαμουτρό ( ομορφόπαιδο Γαμπρό ) όλοι τους αποχαιρέτησαν συγκινημένοι, τους έδωσαν ένα κάρο γεμάτο με τα δώρα και την προίκα της νύφης, σκεπάσματα, μπακίρια, μεταξωτά σάλια με μακριά κρόσια, φορέματα, καλάθια, πασούμια….

Μπαχταλό φανούς ! Τυχερός άνθρωπος έλεγαν οι γεροντότεροι,

Λατσχέ γκέσκο (καλόψυχη) ! της φώναζαν δακρυσμένες οι γυναίκες

Δύσκολος ο αποχωρισμός της από όλους αυτούς που την αγάπησαν και τους αγάπησε και κυρίως από την Ζαμφίρα.

Εκείνη πολύ συγκινημένη αλλά χωρίς δάκρυα της κρέμασε τον χρυσό βαφτιστικό σταυρό της, στο στήθος της και της ευχήθηκε : Ο Ντελ τε πφουραρέλ τουμέν εκχέ σσαρά ντέστε «Ο Θεός να σας γεράσει σε ένα μαξιλάρι» έβγαλε και το σκαλιστό ασημένιο δαχτυλίδι της και της το φόρεσε στο αριστερό μεσαίο δάχτυλο, στο δεξί φορούσε ανγκρουσνί , τη χρυσή βέρα που της είχε περάσει ο Γιώργης. Ο Σούρχε τους ευχήθηκε με θέρμη : Ο Νταλ σαστιπέ ντα ζουραλιπέ τε ντελ τοτ «Ο Θεός υγεία και δύναμη να σας δώσει»

Οσο ξεμάκραινε το κάρο τους, άκουγαν τις φωνές να τους συνοδεύουν ΄Ατσεν ντεβλέσα !!! «Στην ευχή του Θεού» ! μέχρι που χάθηκαν….







Εγκαταστάθηκαν σ΄εκείνο τον τόπο, στο σπιτάκι δίπλα στην ακροποταμιά.

Ηταν ευτυχισμένη, ο Γιώργης την λάτρευε, ήταν δάσκαλος κι έγραφε βιβλία. Αρχισε να την διδάσκει την ελληνική γλώσσα και έμεινε κατάπληκτος πόσο γρήγορα έμαθε να μιλάει, να διαβάζει και να γράφει…

Σχεδόν αμέσως βάλθηκε να ζωγραφίσει τους τοίχους του σπιτιού. Όλα τα μοτίβα που είχε ζωγραφίσει μέχρι τώρα, τα επανέλαβε και αισθάνθηκε αμέσως απόλυτα οικείο το νέο της σπίτι.




Ο οπωρώνας έγινε αγαπημένη της ασχολία, έμαθε να μπολιάζει τα δέντρα, ξεχορτάριαζε, ξεκλάριζε και όταν ερχόταν η ώρα της συγκομιδής, μια μεγάλη γιορτή στηνόταν στο χωριό που συμμετείχαν όλοι !!!

Στο χωριό η αλήθεια είναι ότι δεν την καλοδέχτηκαν όλοι, οι προκαταλήψεις και η προσωπικές αντιζηλίες έκαναν τους ανθρώπους καχύποπτους και μερικούς ακόμη και εχθρικούς….Ο δάσκαλος φοβήθηκε ότι ο νέος δάσκαλος θα του πάρει την θέση, ο γέροντας παπά Φιλάρετος, τους αγκάλιασε και τους καλοδέχτηκε στο Ποίμνιό του, μερικές γυναίκες την χαρακτήρισαν «Παλιοκατσιβέλα» , κάποιοι άντρες, «ξενοφερμένη» και κάποιοι άλλοι τους καλοδέχτηκαν και τους δύο ….

Φιλίες πολλές δεν έκανε η Μιλέβα, μόνο με την Βασίλω και τη Φλώρα συνδέθηκε πιο στενά, με την πρώτη γιατί ήταν συνομήλικες και η μάννα της ήταν η μαμή που την βοήθησε στη γέννα της μονάκριβής της, της Σμαράγδας . Αυτή η φιλία έμελλε να συνεχιστεί και στις θυγατέρες τους, που έγιναν αχώριστες , η Διαμάντω και η Σμαράγδα , μαζί στις σκανταλιές, στο τσαλαβούτηγμα στο ποτάμι, στο ψάρεμα, στο πλέξιμο των καλαμιών που τους έδειξε υπομονετικά η Μιρέλα αλλά και στον χορό και το τραγούδι… με την Φλώρα πάλι, ένα περιστατικό τις έφερε, από αγαθή τύχη, πολύ κοντά…..











Ένα καλοκαιρινό απομεσήμερο πού μάζευε καλάμια από την ακροποταμιά, άκουσε μακρινό κοπετό και φωνές….Σαστισμένη προσπάθησε να ξεκαθαρίσει τους ήχους και μπήκε μέχρι τους γοφούς στο ποτάμι, που στο σημείο εκείνο και ρηχό ήταν .αλλά και λόγω του καλοκαιριού, το νερό ήταν λιγοστό.

Ξαφνικά είδε στο βάθος κάτι να κυλάει στο ποτάμι, παρασυρμένο από ο νερό που αναπηδούσε πάνω στις πλατιές πέτρες της ανάβαθης απλωσιάς του, και πλησιάζοντας βρέθηκε μ΄ένα παιδάκι δύο δυόμισι περίπου χρονών στην αγκαλιά της, που είχε πιεί κάμποσο νερό….Το γύρισε ανάποδα χτυπώντας του την πλάτη μέχρι που άρχισε να κλαίει γοερά ….

Βγήκε από το νερό και ανηφόρισε στο σπίτι της προσπαθώντας να ησυχάσει το μικρό. Αφού το σκούπισε, το εξέτασε καλά μην είναι χτυπημένο σοβαρά και όταν σιγουρεύτηκε ότι μόνο μώλωπες και γρατζουνιές έχει, πήρε τον ανήφορο για το πλάτωμα κάτω από το μεγάλο πέτρινο γεφύρι που συνήθιζαν να μαζεύονται οι γυναίκες και να πλένουν τα ρούχα…..




Τις βρήκε να χτυπιούνται και να τραβούν τα μαλλιά τους…πολλές είχαν μαζί και τα παιδιά τους, όμως όλες βουβάθηκαν μόλις την είδαν με το μικρό να κλαψουρίζει στην αγκαλιά της….η μάνα του ήρθε και το άρπαξε με λαχτάρα και ανακούφιση, στη συνέχεια γονάτισε κι άρχισε να της καταφιλάει τα χέρια και τα πόδια… όλες έκαναν ένα κύκλο γύρω της μιλώντας ταυτόχρονα με λόγια που μπερδεύονταν και δεν ξεχώριζαν…

Ετσι απέκτησε μια στενή σχέση με τη Φλώρα, τη μάνα του παιδιού που έσωσε και εννοείται ότι μετά από αυτό το γεγονός, άλλαξε σχεδόν η στάση όλων των γυναικών και ανδρών απέναντί της…την καλούσαν στα σπίτια τους, την καλοδέχονταν στις κοινωνικές εκδηλώσεις και απέφευγαν να σχολιάζουν αρνητικά το «κατσιβέλικο» ντύσιμό της με της φαρδιές φούστες και τις λουλουδάτες εσάρπες με τα κρόσσια.

Εκείνη τη χρονιά ήρθαν να τους επισκεφθούν κάποιοι τσιγγάνοι από τους «δικούς της» ο Μπόϊκο και η Βομβάνα, ο Χανσί, ο Μαντσί με την Δρίνα, ο Μοντί με την Μπάκτ, ο Ιστβάν . Αφησαν τις ρουλότες τους στην πίσω αυλή, ξέζεψαν τα άλογά τους κι έμειναν κοντά τους μία εβδομάδα, μάλιστα γιόρτασαν και το ΕΝΤΕΡΛΕΖΙ παρέα…..άναψαν φωτιά, έβαλαν το φαγητό στη μεγάλη χύτρα να βράζει, χόρεψαν , η Μιρέλα μάλιστα έπαιξε βιολί και τραγούδησε μαζί τους :










Sa me amala oro kelena

Mέρα γιορτινή, μέσα στο χορό



Oro kelena, dive kerena

Όλοι οι φίλοι μας τη γιορτάζουνε



Sa o Roma daje

Ολοι οι Ρομά μαμά



Sa o Roma babo babo

Ολοι οι Ρομά πατέρα



Sa o Roma o daje

Ολοι οι Ρομά ώ μαμά



Sa o Roma babo babo

Ολοι οι Ρομά πατέρα



Ederlezi, Ederlezi

Α-Ανοιξή μου, Ανοιξή μου



Sa o Roma daje

Ολοι οι Ρομά μαμά

Sa o Roma babo, e bakren chinen

Ολοι οι Ρομά κάνουν προσφορές



A me chorro, dural vesava

Αλλά μόνο εγώ στέκομαι μακρυά



Romano dive, amaro dive

Η δική μας μέρα, όλων των Ρομά



Amaro dive, Ederlezi

Η δική μας μέρα, για την Ανοιξη







Οταν έφυγαν, φούντωσε πάλι στο χωριό η διχογνωμία…. «Θα μας κουβαληθούν εδώ οι κατσίβελοι» « Θα μας κλέψουν οι τσιγγάνοι»….ο Γιώργης τρόμαξε να την παρηγορήσει….έτσι είναι οι άνθρωποι, ξεχνούν, έχουν βαθειές προκαταλήψεις….

Ξαναήρθαν κάποιες χρονιές ακόμη και κάποια στιγμή η Μιρέλα το αισθάνθηκε στον αέρα, της το μήνυσε το βουρβουρητό του ποταμού και το φύλλωμα των δέντρων….ότι η Ζαμφείρα έχει πεθάνει…έμεινε μια εβδομάδα άλαλη σε βαθύ πένθος, μουρμούριζε στα ρομανί , έφτιαξε κόλλυβα και άναψε κεριά, το γεγονός της το επιβεβαίωσαν ο Σούρχε, ο Τζάνκο και η Πάλι, ο Γκουαρίλ και η Ανελκά που τους επισκέφθηκαν το καλοκαίρι. Δεν θα την ξεχνούσε ποτέ και κάθε μέρα θυμόταν τα λόγια που της ψιθύριζε : Μανγκέν τουτ «Μην σταματάς ν΄αγαπάς»

Ήρθε ο μεγάλος πόλεμος, έπεσε δυστυχία στον κόσμο, θάνατοι, πείνα, τραγωδίες…..στο χωριό τους ζούσαν κάθε σπίτι και το δράμα του , όλοι σχεδόν είχαν ανθρώπους στο αντάρτικο ή στον στρατό…Τραγικά τα νέα και από τους τσιγγάνους, συμφορά και θάνατος ….τους περισσότερους τους έκλειναν σε στρατόπεδα συγκέντρωσης και τους θανάτωναν με φρικτό τρόπο…..

Κάποιο χειμωνιάτικο βράδυ έγινε κάποια συμπλοκή κοντά στο πέτρινο γεφύρι, άκουγαν τα πολυβόλα να κροταλίζουν και τις μηχανές των αυτοκινήτων να μουγκρίζουν…όταν η μάχη και η αντάρα κόπασαν ο Γιωργής κατέβηκε στην ακροποταμιά νε φέρει νερό….το νερό είχε κοκκινήσει από το αίμα…..κοίταξε προσεκτικά τριγύρω….ένα κορμί μπλεγμένο στα καλάμια κι ένα ακόμη παραπέρα σκαλωμένο στα βράχια της απέναντι όχθης…..Ενας γερμανός, κι ένας αντάρτης…..αιμόφυρτοι, πληγωμένοι και οι δύο…..Τους κουβάλησε στους ώμους….τον γερμανό τον απόθεσε στο σπίτι και η Μιρέλα ξεκίνησε να κόβει πανιά αφού έβαλε καθαρό νερό να βράσει. Τον αντάρτη τον βόλεψε στην μικρή αποθηκούλα στην άκρη του οπωρώνα δίπλα στο κοτέτσι…..Τους φρόντισαν και τους δυό , ο Γερμανός ανάρρωσε πρώτος , γύρισε στη μονάδα του αφού τους ευχαρίστησε θερμά, τους βεβαίωσε ότι δεν θα ξεχάσει την καλωσύνη τους, θέλησε μάλιστα να τους πληρώσει….δεν δέχτηκαν το παραμικρό…τους έστειλε όμως την επομένη ένα αυτοκίνητο γεμάτο προμήθειες....αλεύρι, λάδι, ζάχαρη, καφέ, γάλα, αλάτι, κονσέρβες σοκολάτες...Το νέο αμέσως διαδόθηκε στο χωριό, αλλά ακόμη και όταν μοίρασαν σχεδόν όλα τα αγαθά, κάποιες γλώσσες άρχισαν να λένε τα δικά τους….: «Φίλοι των Γερμανών» «έχουμε προδότες φανερούς στο χωριό μας» …Ο αντάρτης μόλις έγινε καλά, δυνάμωσε και στάθηκε στα πόδια του, χάθηκε μέσα στη νύχτα αφού τους φίλησε κλαίγοντας τα χέρια…..Ποτέ δεν έμαθε κανείς ότι το χωριό τους ούτε κάηκε, ούτε καταστάφηκε χάρη σ΄αυτή τους την ενέργεια και οι ίδιοι ποτέ δεν μίλησαν γι΄αυτό….

Ο χρόνος πέρασε, όπως κυλάει ο ποταμός…..η Σμαράγδα παντρεύτηκε έναν έμπορο και έφυγε να ζήσει μαζί του στην μεγάλη πόλη. Αργότερα μετανάστευσαν στη Αμερική. Ο Γιώργης πέθανε στην αγκαλιά της Μιρέλας κι εκείνη τον ακολούθησε μερικά χρόνια αργότερα….

Το μικρό ζωγραφισμένο σπίτι έμεινε έρημο και ο οπωρώνας απεριποίητος και σιωπηλός….

Η Σμαράγδα αφού κήδεψε την μάνα της, χήρα πιά και η ίδια, δεν επέστρεψε στην Αμερική αλλά χτυπημένη από ανίατη ασθένεια, δεν ξαναγύρισε ποτέ στον γενέθλιο τόπο της, όμως τα παιδιά της , η Αύρα και ο Σπύρος, θέλησαν κάποιο καλοκαίρι να γνωρίσουν τον τόπο που έζησαν ο παππούς και η γιαγιά τους.

Ήρθαν σαν επισκέπτες στο χωριό , περπάτησαν στα λιθόστρωτα σοκάκια, κατηφόρησαν στο σπιτάκι που οι ζωγραφιές του είχαν πιά ξεθωριάσει αλλά μαρτυρούσαν ακόμη ,ότι κάποτε κατοικούσαν ξεχωριστοί άνθρωποι εκεί….ο οπωρώνας είχε γεμίσει αγριόχορτα τους φίλεψε όμως μερικά ροδάκινα και η πίσω αυλή ήταν σκεπασμένη με ένα παχύ στρώμα από ξερά φύλλα….υποσχέθηκαν να επιστρέψουν και να ξαναζωντανέψουν τον ονειρεμένο τόπο….

Το ποτάμι εξακολουθούσε να πορεύεται στον υδάτινο δρόμο του, το παλιό πέτρινο γεφύρι στεκόταν αγέρωχο στην θέση του αν και δεν το διέσχιζαν πιά ούτε κάρα, ούτε άλογα ούτε γαϊδουράκια, σχεδόν ούτε πεζοί πιά, διατηρούσε όμως την επιβλητική γοητεία του….







Η ζωή τα έφερε έτσι ώστε η Αύρα και ο Σπύρος να φύγουν πρόωρα από τη ζωή πριν προλάβουν να πραγματοποιήσουν την υπόσχεσή τους….όμως η κόρη της Αύρας, η Καλλιστώ έγινε σπουδαία δημοσιογράφος και παντρεύτηκε τον Πάτροκλο, καθηγητή Ιστορίας και οι δυό τους αποφάσισαν να ερευνήσουν την ιστορία της οικογένειας της Καλλιστώς… Η έρευνα αυτή τους ταξίδεψε στο παρελθόν σε τόπους μακρινούς και ιστορικούς, σε αρχεία και επιζώντες….τους γνώρισε πρόσωπα και γεγονότα που η Καλλιστώ κατέγραψε με κάθε λεπτομέρεια στο βιβλίο της….Φρόντισαν τον οπωρώνα, φύτεψαν καινούργια δέντρα, ανακαίνισαν το σπιτάκι των προ-παππούδων, έκαναν σπουδαία δουλειά αναπαλαίωσης, έφεραν ειδικούς ανθρώπους για όλα… και τώρα, σε λίγο θα έφταναν με το συνεργείο της τηλεόρασης να καταγράψουν τις μαρτυρίες των γεροντότερων του χωριού και να απολαύσουν την ολοκλήρωση του οράματός τους !!!








Η Ζαφειρούλα αναπήδησε ξαφνιασμένη από τον θόρυβο των αυτοκινήτων…..σε καλό μου, ξεχάστηκα εντελώς…..έστρωσε την ποδιά της και προχώρησε να υποδεχτεί τους νεοφερμένους….Η κοκκινομάλλα Καλλιστώ χαμογελαστή και πρόσχαρη την αγκάλιασε και την φίλησε εγκάρδια, το ίδιο και ο σύζυγός της ο Πάτροκλος, τα παλληκάρια της τηλεόρασης την χαιρέτησαν με χειραψία κουβαλώντας τις μηχανές και τα σύνεργα της δουλειάς τους , τα παιδιά την χαιρέτησαν ευγενικά και λίγο αμήχανα…..ο πατέρας τους έκανε τις συστάσεις, η καλή μας φίλη κυρία Ζαφειρούλα παιδιά και από εδώ ο Γιωργής, ο Νώντας και η Μιρέλα μας….

Τριγύρισαν στην περιποιημένη αυλή , τον Οπωρώνα, εξερεύνησαν το σπίτι με τις ζωγραφιές στους τοίχους, κατέβηκαν στην ακροποταμιά ….

Τα παλικάρια τραβούσαν εικόνες με τις μηχανές….κεραστήκανε γλυκό του κουταλιού και παγωμένο νερό εμφιαλωμένο, γιατί δυστυχώς το νερό του ποταμού ήταν επίφοβο πιά να χρησιμοποιηθεί σαν πόσιμο και ανηφόρησαν όλοι μαζί στην Πλατεία του χωριού για να παραστούν στην τελετή που είχε ετοιμάσει ο Πρόεδρος….




Είπε λίγα λόγια για την ιστορία του χωριού που γνώριζε και για την ιστορία του Γιωργή και της Μιρέλας που δεν γνώριζε, αλλά πληροφορήθηκε μέσα από το βιβλίο της Καλλιστώς και από κάποιους γέροντες που είχαν ακούσματα από τους γονείς και τους παππούδες τους.

Τους καλωσόρισε σαν νέους χωριανούς και ευχήθηκε και άλλοι συντοπίτες να μιμηθούν το παράδειγμά τους και να επιστρέψουν , να συντηρήσουν τα σπίτια των προγόνων τους και να μένουν έστω περιστασιακά… ώστε το χωριό να έχει ζωή…Στη συνέχεια κάθησαν όλοι στο μεγάλο τραπέζι που είχε στρωθεί κάτω από τον γέρικο πλάτανο της πλατείας και απόλαυσαν τα τοπικά εδέσματα, το κρασί και το φρεσκοψημένο ψωμί…..


Ο Πάτροκλος διάβασε τους στίχους ενός ποιήματος που είχε γράψει ένα φίλος , αφιερωμένο στους τσιγγάνους :


Τσιγγάνοι Στου κόσμου την απέραντη αγκαλιά είμαστε εμείς εκείνα τα ελεύθερα πουλιά που ταξιδιάρικα της μοίρας χελιδόνια, περιπλανιόμαστε όλα μας τα χρόνια, μέσα στη φτώχια και την καταφρόνια, είτε τον ήλιο ανταμώνουμε, είτε τα χιόνια. Και η μικρούλα μας ζεστή καρδιά ζητάει να βρει μια σταλιά παρηγοριά, στου Κόσμου την αγάπη και συμπόνια. εμείς ενός κατώτερου θεού σπουργίτια, χωρίς αυλές, χωράφια, δίχως σπίτια, με τα παιδιά μας, τα σκυλιά μας καραβάνι περνάμε κάθε τόπο, άστεγοι τσιγγάνοι Κι όταν ο ήλιος έχει πια στη Δύση γύρει, στήνουμε όπου βρεθούμε το φτωχό τσαντήρι. Και δεν ζητάμε τίποτα άλλο όταν δίπλα μας περνάτε, μια καλημέρα μόνο να λέτε και να μας αγαπάτε.

Στάθης Γρίβας


Ηταν μια χαρούμενη μέρα, αρχή της άνοιξης , οι τσιγγάνοι θα γιορτάζουν το ΕΝΤΕΡΛΕΖΙ αυτές τις μέρες ….και σίγουρα οι ψυχές των προπαππούδων θα τραγουδούν :


Εντερλέζι εντερλέζι σα αντό μπρόςς ασσουγκιαράβ τουτ κάνα τε αβές, κάϊ κιρνί μπαρί ρατ τε να πασστιάβ λεάκο παί αντό ηχέρ τε τζάβ τα ταβάβ,,,,,,συμμετέχοντας σ΄αυτή τη χαρά…..

Εντερλέζι Εντερλέζι, όλο το χρόνο σε περιμένω πότε να ΄ρθεις, στη δική σου μεγάλη νύχτα να μην κοιμηθώ, ποταμίσιο νερό στο σπίτι να πάω να φέρω….»











Σημείωση :

Ederlezi: Η μεγαλύτερη γιορτή των Τσιγγάνων, η γιορτή της Άνοιξης. Θρησκευτικά ταυτίζεται με την Γιορτή του Αη-Γιώργη. Ξεκινάει να γιορτάζεται στις 23 Απριλίου και κορυφώνεται στις 6 Μαΐου.



Η  λέξη που επέλεξα   γιά την αγαπημένη ΑΧΤΙΔΑ : ΣΥΝΤΡΟΦΙΚΟΤΗΤΑ και η φωτό :