Πέμπτη, 31 Δεκεμβρίου 2020

Υποδεχόμαστε αισιόδοξα το 2021 !!!







Ο Αη Βασίλης φόρεσε την μάσκα του βεβαίως
ξεκίνησε τη γύρα του, όπως το έχει χρέος,
Μοιράζει δώρα στα παιδιά , παιχνίδια και βιβλία,
μαζί με αντισηπτικά και μάσκες στα σχολεία.
Εκανε και το εμβόλιο εκεί στο Ροβανιέμι,
γιατί όλοι επιθυμούν να είναι καλυμμένοι,
πράττουν λοιπόν τα δέοντα, ώστε η πανδημία
και τα δεινά που έφερε, να γίνουν Ιστορία….

Δεκέμβριος 2020
Κλαυδία


Καλή χρονιά σε όλους εύχομαι, υγεία, αγάπη και φως στην ψυχή και ο πνεύμα μας !!!
Μ΄έπιασε μία τρελή επιθυμία φέτος, να γράψω ένα γράμμα στον Αη Βασίλη.....γιατί είχα θέματα που σε κάποιον θα έπρεπε να τα εμπιστευτώ...
Αναζήτησα λοιπόν στο διαδίκτυο το κατάλληλο επιστολόχαρτο και αποτύπωσα με ειλικρίνεια τα θέματα που με απασχολούν, έχοντας βεβαίως στο πίσω μέρος του μυαλού μου την αμφιβολία, ότι ο Αγιος είναι πολύ απασχολημένος αυτές τις ημέρες και ίσως δεν είναι η κατάλληλη στιγμή να τον πονοκεφαλιάσω με τα δικά μου.....αλλά μετά υπερίσχυσε η σκέψη ότι Αγιος είναι, καλοκάγαθος είναι, προσιτός και αξιαγάπητος, ε....δεν επιθυμώ σε καμία περίπτωση να στερήσω από τα παιδιά την προτεραιότητα, αλλά κάποια στιγμή ανάπαυλας , ευελπιστώ να μπορέσει να ρίξει μιά ματιά και στο δικό μου γράμμα αναλογιζόμενος ότι ως παιδί ποτέ δεν του έγραψα, οπότε το κάνω τώρα με χρονοκαθυστέρηση πολλών δεκαετιών....Ας είναι....
Με λένε................. είμαι μία αιθεροβάμων γιαγιά , χαμηλών τόνων αλλά μεγάλων προσδοκιών γιά ένα καλύτερο μέλλον γιά όλον τον κόσμο.
Δεν ξέρω τι μπορείς να κάνεις γιά τα χάλια του κόσμου και της κοινωνίας μας Αγιέ μου, αλλά νομίζω ότι κατανοείς την αγωνία και τον προβληματισμό μου.
Θα σε παρακαλέσω, αν βεβαίως είναι στην δικαιοδοσία σου, να με ενημερώσεις πως θα μπορούσαν να αφυπνιστούν οι συνειδήσεις των ανθρώπων , να φωτιστεί το πνεύμα τους και να γεμίσουν αγάπη, συμπόνια και κατανόηση οι καρδιές τους....Γνωρίζω πως είναι πολύ δύσκολο, αναρωτιέμαι όμως αν είναι ακατόρθωτο....σίγουρα εσύ γνωρίζεις....
Προσωπικά σου ζητώ ταπεινά, υγεία και κάθε καλό σε όλον τον κόσμο και γιά εμένα προσωπικά, επιθυμώ υγεία ή όσο το δυνατόν λιγότερα προβλήματα και ταλαιπωρίες, ενάργεια πνεύματος, γαλήνη στην ψυχή και δημιουργική διάθεση τόση όση χρειάζεται να ολοκληρωθεί το Συλλογικό κέντημα.....Δεν σου κρύβω ότι με έχει αγχώσει πολύ το θέμα της καθυστέρησης λόγω της πανδημίας βεβαίως, αλλά κυρίως το βάρος της ευθύνης απέναντι σ΄αυτές τις υπέροχες γυναίκες, που μοιράστηκαν τόσο συγκινητικά το όνειρό μου και με τα εκπληκτικά κεντήματά τους θέλησαν να γίνει πραγματικότητα !!! Γιά του λόγου το αληθές, κάνε τον κόπο και ρίξε Αγιέ μου μιά ματιά στην Ομάδα του Συλλογικού κεντήματος....
Τώρα αν δεν γίνομαι υπερβολικά απαιτητική, θα μου δώσει μεγάλη χαρά η επίτευξη των εξής στόχων :
. Να μάθω να πλέκω με το βελονάκι απλά πράγματα
. Να ολοκληρώσω έστω ένα από τα ημιτελή μου κεντήματα....
. Να τολμήσω την προσπάθεια κατασκευής πλεκτής τσάντας
. Να συνεχίσω να εμπλουτίζω με σχέδια την Ομάδα των
Κεντημένων Δειγματολογίων και με ενδιαφέροντα θέματα την
Ομάδα του Συλλογικού κεντήματος
. Να χωρέσω στα ρούχα μου παρελθόντων ετών μεγέθους Μ έστω L ...
. Να συνεχίσω να είμαι αυτάρκης και χρήσιμη στους άλλους
Αγιέ μου σ΄ευχαριστώ από καρδιάς και σου εύχομαι καλή
δύναμη στο απαιτητικό έργο σου. Μην αφήσεις σε παρακαλώ,
κανένα παιδάκι στον κόσμο παραπονεμένο.... χωρίς ελπίδα να
ζήσει σε έναν καλύτερο κόσμο...





Τώρα η ουτοπική μου φαντασίωση είναι αυτά τα κεντημένα παπούτσια, αλλά δεν τολμώ ούτε καν να κάνω νύξη στον Αγιο....τα δείχνω όμως σε εσάς γιά να  με συμμεριστείτε όσες  φίλες μπορέσετε....(πολλά ζητάω, το αντιλαμβάνομαι....αλλά έτσι είμαι εγώ.....λάτρης των φαντασιώσεων και των παπουτσιών ...) Αν παρ΄ελπίδα κάποιες από εσάς έχετε παρόμοιες εμμονές ρίξτε μιά ματιά εδώ : https://enallaxnews.gr/2020/11/25/alchimia-to-elliniko-brand-pou-kataskevazei-vegan-papoutsia-me-folklore-aisthitiki/










Τετάρτη, 30 Δεκεμβρίου 2020

 


Καλή χρονιά να έχουμε !!! Μακάρι να αφήσουμε πίσω τα δεινά του 2020 και σοφότεροι , έχοντας επαναπροσδιορίσει τις αξίες μας και τις προσδοκίες μας να ξανακερδίσουμε τις ζωές μας !!! Μιά ιστορία Χριστουγεννιάτικη/ Πρωτοχρονιάτικη σκαρώθηκε για να μας θυμίσει ότι κάποτε είχαμε αυτή την ευκαιρία και να ελπίσουμε ότι σύντομα θα την έχουμε και πάλι....Εύχομαι αυτή η αισιόδοξη προοπτική να μας ανεβάσει την γιορτινή διάθεση.....χαρείτε την !!!

Ρεβεγιόν….ρεφενέ !!!
Η Σοράγια με τη ζεστή κούπα του καφέ στο χέρι, στεκότανε μπροστά στο παράθυρο με τα μαλλιά αναστατωμένα και μαύρους κύκλους κάτω από τα μάτια , είχε τα χάλια της και ήξερε καλά πως δεν οφειλότανε αυτό στην τριήμερη εφημερία της στο Νοσοκομείο. Είχε κακοκοιμηθεί, είχε κακοσηκωθεί, γενικά ήτανε κακόκεφη εδώ και πολύ καιρό…. Αισθανότανε σχεδόν ανακούφιση που έλειπε ο Θεόφιλος σ’ εκείνο το 15θήμερο συνέδριο στην Ιαπωνία… Η μέρα ήτανε μουντή και οι απέναντι παλιές πολυκατοικίες φαντάζανε πιο θλιβερές απ΄ότι ήτανε στην πραγματικότητα….τα μπαλκόνια/αποθήκες με τα καχεκτικά φυτά και τα κακοαπλωμένα ρούχα μαζί με τις κεραίες στις ταράτσες, πληγώνανε το βλέμμα της Είχε πάρει τις εξετάσεις της εδώ και μία εβδομάδα, θα έπρεπε να χειρουργηθεί οπωσδήποτε μετά τις γιορτές…. «Δεν τα αφήνουμε αυτά " της είπε προχθές, ο τέταρτος κατά σειράν ειδικός γιατρός ,που πήγε να συμβουλευτεί…Ενοιωσε την ανάγκη να κάνει κάτι άμεσα, να το παλέψει, να μην αφεθεί άλλο σ΄αυτή τη μιζέρια….που την κατάτρωγε…» « Πρέπει να κάνω κάτι, να το διαχειριστώ, να ξεμιζεριάσω… Σκέφτηκε και τινάχτηκε ξαφνιασμένη από το κουδούνισμα του τηλεφώνου….»
Η Νιόβη, δεν είχε κοιμηθεί σχεδόν καθόλου…..αυτό το βάρος στο στήθος, η απογοήτευση, ο θυμός , την είχανε εξαντλήσει….χωμένη στα κουβαριασμένα σκεπάσματα, προσπαθούσε να επεξεργαστεί τα συναισθήματα, τις σκέψεις που τις τρυπάγανε το μυαλό…..από την 1η του επόμενου μήνα, όλο το προσωπικό θα πληρωνότανε 4ωρο ή 5άωρο, αλλά εννοείται ότι θα εργαζότανε κανονικά….8ωρο….και όποιος θέλει ….αυτά δήλωσε με χαμηλωμένα μάτια και αλλαγμένη φωνή η Τασούλα, η υπεύθυνη προσωπικού. Εργαζότανε 12 χρόνια σ΄αυτόν τον Οίκο Νυφικών, η δουλειά της τη γέμιζε χαρά, είχε ντύσει χιλιάδες νυφούλες κάνοντας ατέλειωτες απλήρωτες υπερωρίες, είχε δώσει την ψυχή της, όπως και οι περισσότερες συνάδελφοί της άλλωστε και τώρα….Τις στενάχωρες σκέψεις της διέκοψε το κουδούνισμα του τηλεφώνου….
Η Ροδάνθη γέμισε την τσαγιέρα με νερό, έριξε κι ένα ξυλάκι κανέλλα μέσα, εδώ και χρόνια έτσι έπινε το τσάΐ της, όπως η μάνα και η γιαγιά της, αρωματισμένο με κανέλλα, την ηρεμούσε και της γλύκαινε την ψυχή αυτή η ευωδιά…..Δεν είχε και την καλύτερη διάθεση αυτές τις γιορτές, το ατύχημα του άνδρα της του Φιλήμονα εδώ και 20 μέρες της είχε ρίξει το κλονισμένο ηθικό στα τάρταρα…..Στο φαρμακείο στη γωνία πήγε ο άνθρωπος και ένα πέσιμο στις γλιστερές πλάκες του πεζοδρομίου….τον έστειλε στο Νοσοκομείο, ο αριστερός ώμος και τρία πλευρά σπασμένα……πονούσε και υπέφερε πολύ αλλά παρέμενε σιωπηλός υπομένοντας αγόγγυστα για να μην τη στενοχωρήσει….τι άνθρωπος !!! Πήρε κοντά της το καλάθι με τα υλικά της ραπτικής, σήμερα είχε αποφασίσει να ξηλώσει εκείνο το υπέροχο βραδινό φουστάνι της μάνας της, με τα υφασμάτινα τριαντάφυλλα στη χαμηλή πλάτη, όχι ότι σκόπευε να το φορέσει, αλλά ο μπεζ ροζ ταφτάς και το θρόϊσμά του, της τη θυμίζανε τόσο πολύ… το γλυκό της πρόσωπο στεφανωμένο με τα σκούρα καστανά μαλλιά χτενισμένα περίτεχνα , είχανε αφήσει τόσο όμορφες και ανεξίτηλες εικόνες στη μνήμη της…..Ο Πατέρας της είχε μεγάλη θέση στο Υπουργείο Εξωτερικών και εκ των πραγμάτων, ήτανε δεδομένη η συνεχής παρουσία των γονιών της στην κοινωνική ζωή της Αθήνας του ΄60….Δεκαπέντε τουαλέττες και 5 γούνες της συχωρεμένης μάνας της είχε κρατήσει, για συναισθηματικούς λόγους, ραμμένες από τις διασημότερες ράφτρες της εποχής κι ένα σμόκιν του μακαρίτη του πατέρα της, που το φορούσε ο Φιλήμονας συνήθως τις απόκριες. Η Ροδάνθη, εδώ κι ένα χρόνο που βγήκε στη σύνταξη, βρήκε απασχόληση στη ραπτική, πήγε και σ΄ένα εργαστήρι όπου παρακολούθησε μαθήματα για 6 μήνες και ρίχτηκε με κέφι και δημιουργική διάθεση στη νέα της δραστηριότητα !!! Ξεκίνησε να μεταποιεί όλα τα παλιά της ρούχα και στα άμεσα σχέδιά της, ήτανε να περιλάβει και κάποιες από τις τουαλέττες της μάνας της !!! Δεν πρόλαβε να πιάσει το ξηλωτήρι , το κουδούνισμα του τηλεφώνου επιτακτικό και έντονο την καλούσε να απαντήσει.
Η Ευγενία άνοιξε τα παράθυρα, τα τζάμια θέλουνε καθάρισμα σκέφτηκε, αυτό το καυσαέριο κολλάει και μουντώνει τα πάντα…..η Μαριάννα και ο Λευτέρης, τα μικρά της, μόλις είχανε φύγει για το Πανεπιστήμιο η κόρη , για η δουλειά ο νεαρός, εκεί που έκανε την πρακτική του και τα μεγάλα της σκέφτηκε με καημό, στο ΄Αμστερνταμ ο Πέτρος της, στη Βιέννη η Αλίκη…. Δεν θα ερχόντουσαν στο σπίτι για τις γιορτές, πολλά τα έξοδα και δεν θέλανε να την επιβαρύνουνε περισσότερο, σπουδάζανε και εργαζόντουσαν περιστασιακά , ας τα έχει η Παναγιά στη σκέπη της σκέφτηκε και σταυροκοπήθηκε, τα δικά μου κι όλα τα παιδιά του κόσμου….ύστερα άρχισε να ετοιμάζεται για τη δουλειά…. , ο σύζυγος την είχε εγκαταλείψει πριν από 18 χρόνια, δεν την πλήγωσε η απόρριψη, τον είχε προ πολλού απορρίψει η ίδια γιατί ήτανε «πολυγαμικός» και είχανε αποξενωθεί εδώ και 10 χρόνια, όμως το να μεγαλώσει μόνη της 4 παιδιά, με τους πενιχρούς πόρους του ενοικίου μιάς γκαρσονιέρας που είχε στην ιδιοκτησία της, την ανάγκασε να ζει μία συμβατική ζωή με όλα όσα σημαίνει αυτό, ώσπου εκείνος στα 56 του, ερωτεύτηκε τρελά τη 23άχρονη γραμματέα του, την παντρεύτηκε θορυβωδώς και χωρίσανε εξ ίσου θορυβωδώς, μετά από δύο χρόνια. Στη συνέχεια εγκαταστάθηκε στο εξωτερικό, τώρα ζούσε με την 4η κατά σειράν συμβία στις ΗΠΑ, έστελνε κάρτες στα παιδιά τα Χριστούγεννα μαζί με ένα χρηματικό ποσό σαν δώρο , κάποιες φορές τους τηλεφωνούσε….Ευτυχώς τα παιδιά μεγαλώσανε ανέλπιστα φυσιολογικά, μιάς και την παρουσία του απόντα πατέρα, τη στοργή και όλα σχεδόν τα συμπαρομαρτούντα, υποκατέστησε ο θείος Χαρίτων, ο αδελφός της Ευγενίας, στο λογιστικό γραφείο του οποίου άρχισε πάλι να εργάζεται μετά το διαζύγιο… Ητανε ευγνώμων, δόξα το Θεό έλεγε καθημερινά και σταυροκοπιότανε……Ετοιμαζότανε να φτιάξει τον καφέ της, να πιεί δυό τρείς γουλιές και να ετοιμάσει τη φρυγανιά της με το ταχίνι γιατί η μέρα της προβλεπότανε πολύ γεμάτη, όπως όλες άλλωστε, έπρεπε να περάσει από την Εφορία, να πάει στην Τράπεζα, στο Επιμελητήριο, τσεκάριζε τη λίστα με τις υποχρεώσεις της ημέρας όταν χτύπησε το τηλέφωνο…..
Η Φιλομήλα αισθανότανε ότι ταξίδευε πάνω σε μεθυσμένο καράβι σε τρικυμισμένη θάλασσα……ευτυχισμένη και αναστατωμένη ταυτόχρονα, προβληματισμένη και αφόρητα πιεσμένη….την είχε πάρει τη δουλειά, μετά από μήνες προσμονής, ατέλειωτα βιογραφικά, αγωνία και στέρηση……..και μόλις χθές πήρε και τα αποτελέσματα του τεστ κυήσεως……θετικό…..ήθελε να ξεσπάσει, να ξεφωνήσει, να κλάψει, να γελάσει…..να μιλήσει σε κάποιον ….όχι στη μάνα της, ούτε στο Λεωνίδα της, που την παρακαλούσε δυό χρόνια να παντρευτούνε κι εκείνη αρνιότανε πεισματικά, γιατί ήθελε πρώτα να εξασφαλίσει δουλειά, το είχε θέσει σαν προϋπόθεση, θα βλέπανε μετά….. έπιασε το κινητό και σχημάτισε τον πρώτο αριθμό….
«Σοράγια μου καλημέρα…………..(η Σοράγια ήτανε η κολλητή της, η πιο αγαπημένη της φίλη, ο άνθρωπος που την καταλάβαινε καλύτερα σ΄αυτόν τον κόσμο…τον Λεωνίδα τον αγαπούσε τρελά, όμως στο θέμα της κατανόησης ερχότανε δεύτερος….)
Επειτα από αρκετή ώρα, τον δεύτερο :
«Νιόβη μου καλημέρα, δεν σε ξύπνησα…. ( η Νιόβη ήτανε εξαδέλφη της, είχανε μεγαλώσει μαζί και ήτανε πολύ δεμένες αν και οι χαρακτήρες τους ήτανε εντελώς διαφορετικοί….)
Ακολούθησε το τρίτο τηλεφώνημα :
«Ροδάνθη μου σε καλημερίζω, πως τα πάει ο Φιλήμονας;;; (Με τη Ροδάνθη και το Φιλήμονα ήτανε συγκάτοικοι, αν και με αρκετή διαφορά ηλικίας, δημιουργήθηκε μια αμοιβαία συμπάθεια ανάμεσά τους από την πρώτη στιγμή της γνωριμίας τους…..Στο Φιλήμονα χρωστούσε και την πρόσληψή της στην Εταιρεία……)»
Μετά από λίγα λεπτά , το τέταρτο τηλεφώνημα :
«Ευγενία μου καλημέρα !!! Που σε πετυχαίνω, μπορώ να σου μιλήσω ή να πάρω το βράδυ….( Με την Ευγενία υπήρξανε συνάδελφοι, κάποτε φοιτήτρια, είχε εργαστεί για λίγο στο Λογιστικό Γραφείο του αδελφού της, μία μεγάλη συμπάθεια και αμοιβαία εκτίμηση που αναπτύχθηκε μεταξύ τους, κατέληξε σε κουμπαριά, της είχε βαφτίσει τη Μαριάννα !!!)
Το πέμπτο τηλεφώνημα έγινε στον Χαρίτωνα , το πρώην αφεντικό της και αδελφό της Ευγενίας….
Αυτές οι τόσο διαφορετικές γυναίκες με τα προβλήματα, τα άγχη, τα συναισθήματα, τα πάνω τους και τα κάτω τους , αυτή τη χρονιά, θα κάνουνε Ρεβεγιόν ρεφενέ για να ξορκίσουνε τη μιζέρια από τη ζωή τους, να διαχειριστούνε τους φόβους τους, να μοιραστούνε τις έγνοιες τους , να αποτιμήσουνε τις χαρές τους και να περάσουνε παρέα μια γιορτινή βραδιά δίνοντας ελπίδα στα όνειρά τους , φως στις σκέψεις τους και γλύκα στην ψυχή τους…..
Η Σοράγια προσφέρθηκε να διαθέσει το σπίτι της, ήταν ευρύχωρο και το πιό βολικό σε πρόσβαση . Μπήκε στη διαδικασία της ετοιμασίας, έβγαλε το καλό λινό τραπεζομάντηλο , φρεσκάρισε το "καλό" πορσελάνινο σερβίτσιο της και τα κρυστάλλινα ποτήρια , κατέβασε τις κούτες με τα στολίδια, το δέντρο, τις γιρλάντες, τα φωτάκια….Να είναι καλά τα παιδιά της Ευγενίας, ο Πέτρος και η Μαριάννα ήρθαν και βοήθησαν….γιά πότε στολίστηκε το δέντρο, γιά πότε τοποθετήθηκαν οι γιρλάντες στη σκάλα και το χριστουγεννιάτικο στεφάνι στην εξώπορτα!!! Τα λαμπιόνια φωτίσανε το χώρο, φωτίσανε και τις σκέψεις της, το χαμόγελο των παιδιών, η καλή τους διάθεση , η ζωντάνια τους, της μεταδόθηκαν σαν…..ίωση/ίαση …..και ένοιωσε για πρώτη φορά, μετά πολύ καιρό καλοδιάθετη ……



Η Ροδάνθη και η Νιόβη ανέλαβαν το ενδυματολογικό μέρος, είχανε την τρελή ιδέα να ντυθούνε «επίσημα» αυτή τη βραδιά, όπως παλιά, όταν οι γιορτές ήτανε λαμπερές και καταγραμμένες στις παιδικές μνήμες των περισσοτέρων…. Η Ροδάνθη έβγαλε τις τουαλέττες της μάνας της από ντουλάπες και μπαούλα… Μαζευτήκανε όλες στο σπίτι της ένα απόγευμα Σαββάτου και έγινε ένα απερίγραπτο πανηγύρι….Δοκιμάζανε, σχολιάζανε, γελούσανε μέχρι δακρύων….όλα τα άγχη και οι στενοχώριες τους σκορπίσανε μακριά , έστω προσωρινά….Ο Φιλήμονας ξέχασε τους πόνους του κι έκανε κριτική στις επιλογές τους, αποφάσισε κι εκείνος να φορέσει για την περίσταση, το σμόκιν του μακαρίτη του πεθερού του. Οι τουαλέττες μεταποιηθήκανε , φαρδύνανε, στενέψανε, κοντύνανε, μακρύνανε, τα ψαλίδια και τα βελόνια πήρανε φωτιά , οι γούνες βγήκανε από τις υφασμάτινες θήκες, αεριστήκανε και προβαριστήκανε μέσα σ΄ένα κλίμα ενθουσιασμού και αβίαστης χαράς…
Η Ροδάνθη φόρεσε εκείνο το μπεζ ροζ μακρύ φόρεμα από ταφτά, η Σοράγια το αέρινο γκρί ασημί με το λεπτό κέντημα, η Νιόβη το εντυπωσιακό τυρκουάζ με τις ασημένιες ρίγες, η Ευγενία το αριστοκρατικό καφέ σοκολά και η Φιλομήλα το σμαραγδί μεταξωτό με τη δαντέλα και τα λευκά τριαντάφυλλα στο κορσάζ …



Ολες με μεγάλη προθυμία ανέλαβαν το παραδοσιακό μενού, εξ άλλου δεν χρειαζόντουσαν πολλά ή ακριβά εδέσματα…. κουραμπιέδες και λαχανοντολμάδες και θα έφτιαχνε η Ευγενία, που συμβολίζουνε τα σπάργανα του Χριστού και πατροπαράδοτα τα έφτιαχνε τα Χριστούγεννα η μάνα της και η γιαγιά της, πολίτικη σαλάτα και μπακλαβά θα έφτιαχνε η Φιλομήλα. Η Σοράγια επέμεινε να κάνει τα μελομακάρονα με μπύρα, με την απίθανη συνταγή της θείας της και παραδοσιακό κατσικάκι με πατάτες στη γάστρα…..Η Νιόβη κράτησε μυστική τη συνεισφορά της στο ρεφενέ τραπέζι, έφτιαξε χοιρινά κότσια με δαμάσκηνα και ραβανί με καρύδα !!! Η Ροδάνθη δεν είχε και πολύ διαθέσιμο χρόνο για μαγειρική, το μόνο που πρόλαβε ήτανε μία εξαιρετική μακαρονοσαλάτα με σπιτική μαγιονέζα !!!



Ο Χαρίτωνας ετοίμασε με απόλυτη μυστικότητα τη δική του έκπληξη….μετά το τηλεφώνημα της Φιλομήλας, ενθουσιασμένος με την ιδέα, εκτός από το εισιτήρια που έστειλε από μέρες στ΄ανήψια του, για να έρθουνε να γιορτάσουνε μαζί τα Χριστούγεννα, σκέφτηκε κάτι ακόμη, πιο σπουδαίο, πιο συγκινητικό, πιο ουσιαστικό… «Να μη γιορτάσουμε Χριστούγεννα χωρίς Χριστό……όμορφα τα λαμπιόνια, τα χριστουγεννιάτικα δέντρα, οι μυρωδιές, τα παραδοσιακά γλυκά και εδέσματα…. όμως υπάρχουν τόσες ανάγκες εκεί έξω, τόση ανέχεια ….Το φως της Βηθλεέμ απαλό και λυτρωτικό, ας φωτίσει τις ψυχές μας…. Ανήμερα τα Χριστούγεννα, το απόγευμα , πρότεινε να επισκεφθούν έναν Οίκο Ευγηρίας και να περάσουν μερικές ώρες με τους τροφίμους , πρόταση που έγινε αποδεκτή από όλους…. και το χάρηκαν πραγματικά , τραγούδησαν, άκουσαν ιστορίες, χάρισαν πολλά χαμόγελα και μοιράστηκαν πρωτόγνωρη χαρά. Για την Πρωτοχρονιά είχε ήδη κανονίσει η νεαρή Μαριάννα, την επίσκεψη σ΄ένα ίδρυμα για παιδιά όπου μαζί με συμφοιτητές, θα παρουσίαζαν μία παράσταση κουκλοθεάτρου!!! Διακριτικά και αθόρυβα είχαν ετοιμαστεί από μέρες και κάμποσα δέματα, με την βοήθεια των συνεργατών και των περισσότερων πελατών του Χαρίτωνα, ενώ είχαν ήδη αποσταλεί , τρόφιμα , κούτες τσιγάρα και κλινοσκεπάσματα σ΄ένα δημόσιο ψυχιατρείο, επιτραπέζια παιχνίδια, γλυκά και ρουχισμός σε μία δομή φιλοξενίας παιδιών, φάρμακα κι ένα ειδικό ιατρικό μηχάνημα σε μία εθελοντική οργάνωση Νοσηλείας ….



Το ρεφενέ ρεβεγιόν ήτανε γεγονός !!! Ο Πέτρος και η Αλίκη είχαν φροντίσει γιά ένα μικρό συμβολικό δώρο γιά όλους !!! Ο Φιλήμονας, παρά τους πόνους του, καλοδιάθετος με το σμόκιν του, ο Θεόφιλος με τα πνευματώδες χιούμορ του και τα αστεία του, ο Λεωνίδας με την κιθάρα του, ο Χαρίτωνας με το καλοσυνάτο βλέμμα , τα τέσσερα νεαρά παιδιά κεφάτα και ενθουσιώδη, οι κυρίες της συντροφιάς, καλοντυμένες, λαμπερές, χαμογελαστές, θα γιόρταζαν όλοι μαζί, παραμονή Χριστουγέννων και Πρωτοχρονιάς, ακουμπώντας ο ένας στον άλλο, ξορκίζοντας τους φόβους και τα άγχη, παίρνοντας δύναμη και κουράγιο γιά ν΄αντιμετωπίσουν με ελπίδα το αύριο, ενδυναμωμένοι από τους δεσμούς της συγγένειας, της φιλίας, της αλληλεγγύης, του μοιράσματος……Θα το παλεύανε !!!



Σημείωση : Οι εικονιζόμενες πάνινες κούκλες είναι δικής μου κατασκευής....και αισθάνομαι ιδιαίτερο καμάρι γιατί με ενέπνευσαν γιά την ιστορία μου!!!


Παρασκευή, 25 Δεκεμβρίου 2020




https://youtu.be/vuLSGqSfIh4   
Ο Χερουβικός Υμνος όπως ακουγόταν στην Αγία Σοφία μέχρι και το 1453











Ας χαρούμε φίλοι μου, τα Χριστουγεννιάτικα και πρωτοχρονιάτικα Κάλαντα από όλη την Ελλάδα !!! Η Χορωδία «Δόμνα Σαμίου», ένα φωνητικό σύνολο που δημιουργήθηκε στα 1993 από την μεγάλη κυρία της δημοτικής μας μουσικής, τα παρουσίασε στο ΜΕΓΑΡΟ την παραμονή των Χριστουγέννων. Από τους τραγουδιστές της θα ακούσουμε παραδοσιακούς σκοπούς που καλωσορίζουν τη Θεία Γέννηση και την καινούργια χρονιά από τη Σάμο, την Καππαδοκία, τη Ρόδο, τον Τσεσμέ και τα Κοτύωρα. Τη Χορωδία «Δόμνα Σαμίου» διευθύνει η Κατερίνα Παπαδοπούλου, η οποία παίζει επίσης πολίτικο λαούτο και κρουστά. Προσκεκλημένοι τους, ο δεξιοτέχνης της φλογέρας και της τσαμπούνας Χαρίτωνας Χαριτωνίδης και ο σολίστ της πολίτικης λύρας και του πολίτικου λαούτου Σωκράτης Σινόπουλος.



Χριστουγεννιάτικα κάλαντα Καππαδοκίας

Καλην εσπέραν άρχοντες κι αν είναι ορισμός σας,
Χριστός γεννάται σήμερον εν Βηθλεέμ τη πόλη.

Εν τω σπηλαίο τίκτεται, εν φάτνη των αλόγων,
οι ουρανοί αγάλλονται, χαίρει κι η φύσις όλη.

Εκ της Περσίας έρχονται τρεις Μάγοι με τα δώρα,
άστρον λαμπρόν τους οδηγεί, χωρίς να λείψη ώρα.

Γονατιστοί τον προσκυνούν και δώρα του χαρίζουν,
σμύρνα, χρυσόν και λίβανον, Θεόν τον ευφημίζουν.

Και επληρώθη το ρηθέν, προφήτου Ησαΐου,
μετά των άλλων προφητών και του Ιερεμίου.

Φωνή ηκούσθη εν Ραμά, Ραχήλ τα τέκνα κλαίει,
παραμυθήν ουκ ήθελεν, ότι αυτά ουκ έχει.

Ιδού όπως σας είπαμεν όλην τήν υμνωδίαν,
του Ιησού μας του Χριστού, γέννησιν την αγίαν.

Χρόνους πολλούς να χαίρεσθε, πάντα ευτυχισμένοι,
σωματικώς και ψυχικώς να είσθε πλουτισμένοι.




Τα Βυζαντινά Χριστουγεννιάτικα Κάλαντα θυμίζουν αλφαβητάρι, κάθε στίχος τους ξεκινάει από ένα γράμμα του αλφαβήτου κατά σειρά, με Θεολογικό περιεχόμενο.

Βυζαντινά Κάλαντα Χριστουγέννων – Τα 24 γράμματα του αλφαβήτου



Άναρχος Θεός καταβέβηκεν και εν τη Παρθένω κατώκησεν
Βασιλεύς των όλων και Κύριος, ήλθε τον Αδάμ αναπλάσασθαί
Γηγενείς σκιρτάτε και χαίρεσθε, τάξεις των αγγέλων ευφραίνεσθε
Δέξαι Βηθλεεμ τον Δεσπότην σου, Βασιλέα πάντω και Κύριον
Εξ ανατολών Μάγοι έρχονται, δώρα προσκομίζοντες άξια
Ζητούν προσκυνήσαι τον Κύριον, τον εν τω σπηλαίω τικτόμενον
Ήνεγγεν αστήρν μάγους οδηγών, ένδον του σπηλαίου εκόμισεν
Θεός, βασιλεύς προαιώνιος, τίκτεται εκ κόρης Θεόπαιδος
Ιδών ο Ηρώδης ως έμαθεν, όλω εξεπλάγη ο δείλαιος
Κράζει και βοά προς τους ιερείς, τους δοξολογούντας τον Κύριον
Λέγετε σοφοί και διδάκαλοι άρα που γεννάται ο Κύριος;
Μέγα και φρικτόν το τεράστιον, ο εν ουρανοίς επεδήμησεν
Νύκτα Ιωσήφ ρήμα ήκουσε, άγγελος Κυρίου ελάλησεν
Ξένον και παράδοξον άκουσμα και η συγκατάβασις άρρητος
Ο μακροθυμίσας και εύσπλαχνος, πάντων υπομένει τα πταίσματα
Πάλιν ουρανοί ανεώχθησαν άγγλοι αυτού ανυμνήτωσαν
Ρήτορες ελθόντες προσέπεσον βασιλέα μέγαν και ένδοξον
Σήμερον η κτίσις αγάλλεται και πανηγύρίζει κι ευφραίνεται
Τάξεις των αγγέλων εξέστησαν επί το παράδοξον θέαμα
Ύμνους και δεήσεις ανέμελπον των πάντων δεσπότην και άνακτα
Φως εν τω σπηλαίω ανέτειλε και τοις εν τω σκότει επέλαμψε
Χαίρουσα η φύσις αγάλλεται και πανηγυρίζει κι ευφραίνεται
Ψάλλοντες Χριστόν, τον Θεόν ημών, τον εν τω σπηλαίω τικτόμενον
Ω Παρθενομήτορ και Δέσποινα, σώζε του εις Σε καταφεύγοντας.









Τετάρτη, 16 Δεκεμβρίου 2020

Τo στολίδι μου στο Χριστουγεννιάτικο Δέντρο των Bloggers

 







Το γράμμα μου είναι το Π και η λέξη που επιλέγω να στολίσω το δέντρο μας είναι : Παραμύθι

Προβληματίστηκα πολύ φίλοι μου είναι η αλήθεια και το βασάνισα το θέμα, το έψαξα και όσο το έψαχνα τόσο πιο πολλές όμορφες λέξεις/έννοιες με προκαλούσαν να γίνουν στολίδι του δέντρου μας … Πνεύμα, προσευχή, προσπάθεια, πάθος, παράδεισος, προσδοκία, προστασία, παιχνίδι, περιπέτεια, πνοή, περιέργεια, πραγματικότητα, πίστη, πρόοδος….και ξαφνιάστηκα όταν συνειδητοποίησα ότι το Π είναι  παγκοσμίως το πιο φημισμένο γράμμα από τα 24 που απαρτίζουν το ελληνικό αλφάβητο. Το «π»  δεν είναι μόνο γράμμα, είναι ένας υπερβατικός αριθμός. Πιο απλά, το «π» δεν θα μπορέσει ποτέ να γραφτεί ως ένας συγκεκριμένος αριθμός, διότι τα ψηφία του δεν τελειώνουν ποτέ. Αυτή είναι και η μαγεία της συγκεκριμένης σταθεράς. Τα πρώτα 50 δεκαδικά ψηφία του π είναι:

3,14159 26535 89793 23846 26433 83279 50288 41971 69399 37510

Το «π» δηλώνει το λόγο της περιφέρειας ενός κύκλου προς τη διάμετρό του ότι εκείνος ο οποίος θεωρείται ότι ήταν ο πρώτος που προσέγγισε τον υπολογισμό π σε μια πιο θεωρητική βάση ήταν ο Αρχιμήδης, γι' αυτό και το π είναι γνωστό και ως σταθερά του Αρχιμήδη. Όμως έμαθα και τα εξής εκπληκτικά !!! Η σπουδαιότητά της είναι τόσο μεγάλη που οι μαθηματικοί τη γιορτάζουν κάθε 14 Μαρτίου, διότι τότε είναι 14/3 και σύμφωνα με τους Αμερικάνους που διαβάζουν πρώτα το μήνα και μετά τη μέρα 3/14 (όμως π=3,14). Επίσης στην Ευρώπη τη γιορτάζουν και κάθε 22/7 αφού 22 δια 7 είναι 3,14 . H ημέρα αυτή ονομάζεται Pi day προς τιμήν της σταθεράς και γιορτάζεταtι τρώγοντας πίτες ( PIE)!!!..

Για τη διευκόλυνση της απομνημόνευσης μέρους τού αριθμού π θα συναντήσει κανείς σε πολλές γλώσσες στιχάκια στα οποία ο αριθμός γραμμάτων κάθε λέξης συμπίπτει με τα πρώτα δεκαδικά ψηφία τού π, ένα προς ένα. Στα ελληνικά επινοήθηκε τετράστιχο που προσπαθεί να περιγράψει τον π:

Αεί ο Θεός ο μέγας γεωμετρεί
το κύκλου μήκος ίνα ορίση διαμέτρω
παρήγαγεν αριθμόν απέραντον
και ον φευ! ουδέποτε όλον θνητοί θα εύρωσι.

Τέλος πάντων , με μεγάλη δυσκολία και αμφιταλαντεύσεις , κλασική ΙΧΘΥΣ γαρ, κατέληξα στην λέξη ΠΑΡΑΜΥΘΙ για να στολίσω το δέντρο μας…. Και η πληθωρική μου φύση εδώ αντιμετώπισε πολλά διλήμματα….. ανάμεσα σε χιλιάδες πανέμορφα παραμύθια, ποιο να διαλέξω για στολίδι ;;; Κατέληξα σε 3 τελικά….



ΤΟ εκπληκτικό έμμετρο : Η ΚΑΛΩΣΥΝΗ (αγνώστου δημιουργού)

Ἐλήφθη ἀπὸ τὸν ἐκλεκτὸ ἱστοχῶρο «Παιδικὴ Ἀνθολογία» τοῦ Ἀρχιμήδη Ἀναγνώστου. Ὁ Ἀ.Ἀ. σημειώνει: «Δὲν γνωρίζω τὴν ἀκριβῆ προέλευση τοῦ παρακάτω ἐμμέτρου παραμυθιοῦ. Μᾶς τὸ ἐδιηγεῖτο ἡ μάννα μου, ποὺ τὸ ἤξερε ἀπὸ τὴ γιαγιά μου, ποὺ τὸ εἶχε μάθει ἀπὸ τὸν παπποῦ μου, ποὺ τοῦ τὸ ἔλεγε ἡ προγιαγιά μου ὅταν ἦταν μικρός. Εἶχε δημοσιευτεῖ σὲ κάποια παλιὰ ἐφημερίδα τοῦ προηγουμένου αἰώνα. Ἀποστηθίζεται πολὺ εὔκολα».







Ἡ καλωσύνη εἶπε ἡ γιαγιά, μονάχα ἡ καλωσύνη,
ὅλα στὸν κόσμο χάνονται, μόνη ἀπομένει ἐκείνη.
Στὰ λόγια της μαζεύτηκαν προσεχτικὰ τὰ ἐγγόνια,
ὦ, χρόνια τῶν παραμυθιῶν, ἀθῶα ὡραῖα χρόνια.
Ἔξω τὸ χιόνι ἀναγελᾶ στὴν ἄγρια ἀνεμοζάλη
κι ἐδῶ στὰ μισοσκότεινα, τριγύρω στὸ μαγκάλι
ποὺ κρύβει ἀνάρια χόβολη κι ὀνείρατα ἀνασταίνει,
ἄλλο ἀπ᾿ τὰ ἐγγόνια πρόσχαρο τὰ χέρια του ζεσταίνει
κι ἄλλο στέκεται παρ᾿ ἔκει
κι ὅλα μὲ μιὰ ψυχή, μὲ μιὰ καρδιά,
κοιτοῦν στὰ μάτια τὴ γιαγιά, ποὺ ἀρχίζει παραμύθι.
Ἡ ρόκα ξεκουράζεται στ᾿ ἄσαρκο μέσα χέρι,
ὥσπου ν᾿ ἀρχίσει τὸ μακρὺ κι ἀκούραστο νυχτέρι.

Ἦταν, τοὺς λέει, μιὰ φορὰ κι ἕναν καιρὸ
μιὰ πόλη πανώρια, μαρμαρόχτιστη,
καληώρα σὰν τὴν Ἀθήνα. Πιὸ τρανὴ κι ἄλλη τόση
κι εἶχε ἕναν γέρο βασιλιὰ μὲ φρόνηση, μὲ γνώση.
Κι αὐτὸς ὁ γερο-βασιλιάς, βλαστάρια του μονάχα
εἶχε δυὸ βασιλόπουλα, δυὸ γιοὺς νὰ ποῦμε τάχα.
Ὁ πρῶτος ἄγριος καὶ κακός, τὸν κόσμο τυραννοῦσε,
μήτε φτωχὸ σπλαχνίζονταν μηδ᾿ ἄρχοντ᾿ ἀψηφοῦσε.
Ὁ δεύτερος εὐγενικός, γενναῖος ὅσο πρέπει,
ἤξερε χάρες νὰ σκορπᾶ, χαρὰ παντοῦ νὰ φέρνει.
Κι ὁ πρῶτος τοὖπε κάποτε «τὸν κόσμο δὲν τὸν ξέρεις,
εἶναι ἄκαρδος, εἶναι σκληρὸς κι ὅλα κακὰ τὰ βλέπει.
Ἂν θὲς νὰ γίνεις βασιλιὰς κι ἂν θὲς καὶ δόξα,
πρέπει νὰ γίνεις ἄκαρδος, σκληρὸς ὡσὰν ἐμένα.
Ὁ φόβος μόνο κυβερνᾶ τὸν κόσμο καὶ τὰ πλούτη».
Ἐγύρισεν ὁ δεύτερος κι εὐγενικὰ ἀπεκρίθη,
«ὁ φόβος δὲν τὸν κυβερνᾶ, προσωρινὰ τὸν δένει,
εἶναι νὰ ποῦμε φυλακὴ μὲ φρύγανα χτισμένη,
ποὺ ἡ θύρα της συχνὰ κι εὔκολα ἀνοίγει
κι ὁρμᾶ μὲ μιὰ ὁ κατάδικος καὶ τὸν φρουρό του πνίγει.
Τὸ χαλινάρι βάλε του τῆς Θεϊκῆς ἀγάπης,
γίνου πατέρας βασιλιὰς κι ὄχι σκληρὸς σατράπης».

Νὰ μὴ σᾶς τὰ πολυλογῶ, ὕστερα ἀπὸ ἕνα χρόνο,
πέθανε ὁ γερο-βασιλιὰς κι ἀνέβηκε στὸ θρόνο,
ὁ γιός του ὁ πρῶτος ὁ κακός, τρόμος παντοῦ καὶ φρίκη,
βασίλευε μὲ τὸ σπαθὶ βγαλμένο ἀπὸ τὴ θήκη.
Οἱ φυλακὲς ἐγέμισαν, τὸ ψέμα, ἡ ἀδικία,
ἡ ψευτιά, ἡ ἀπάτη, ἡ κολακεία,
ὅ,τι κακὸν εὑρέθηκε τὴ μαύρη ἐκείνη ὥρα,
ἐφούντωσε καὶ θέριεψε στὴ μαύρη ἐκείνη χώρα.
Ὡσότου τὰ παράπονα ἐφτάσαν μιὰν ἡμέρα,
ὡσὰν αὐτὸς ὁ βασιλιὰς δὲ θὲ ν᾿ ἀλλάξει γνώμη,
νὰ κυβερνᾶ τὴ χώρα του μὲ τοῦ Θεοῦ τὸ νόμο,
εὐθὺς αὐτὴ θὰ σηκωθεῖ γιὰ νὰ τὸν ξεθρονίσει,
νὰ φέρει τὸ μικρότερο γιὰ νὰ τὴν κυβερνήσει.
Σὰν τ᾿ ἄκουσε ὁ βασιλιάς, τὸν ἀδελφό του κράζει
κι ἄδικα καὶ παράπονα μονάχος τὸν δικάζει.
Τὸν βρῆκε ψεύτη κι ἔνοχο καὶ δίχως ἄλλα λόγια,
τὸν ἔκλεισε στοῦ παλατιοῦ τὰ σκοτεινὰ κατώγια,
τὶς μέρες καὶ τὶς νύχτες του μὲ πίκρες νὰ περνάει
Μὰ τὸ ἄδικο δὲ ζεῖ πολὺ καὶ δὲν πολυχρονάει.
Κάποιος μεγάλος βασιλιὰς ἀπὸ ἄλλη πολιτεία,
κάκιωσε δίχως ἀφορμὴ καὶ δίχως ἄλλη αἰτία
καὶ παίρνει τὰ φουσάτα του καὶ ξεκινάει καὶ μπαίνει,
στὴ χώρα τὴν πολύπαθη, κακοκυβερνημένη
καὶ σὲ μιὰ μάχη μοναχὰ νικάει καὶ δεκατίζει
καὶ πιάνει καὶ τὸν βασιλιὰ καὶ σκλάβο τὸν ὁρίζει.
«Καὶ ὁ ἀδελφός;», ἐρώτησαν τὰ ἐγγόνια μ᾿ ἕνα στόμα;
«Τώρα θὰ δεῖτε μάτια μου, δὲν τέλειωσεν ἀκόμα».

Ὅταν ἡ μάχη ἀπόσωσε καὶ εἰρήνευσε τὸ ἀσκέρι,
ἔστειλε ὁ νέος βασιλιὰς τὴν κόρη του νὰ φέρει,
μὲ ἄλογα χρυσοστόλιστα καὶ μὲ χιλιάδες ἄτια,
νὰ δεῖ τὰ μαρμαρόχτιστα, νὰ δεῖ τὰ ὡραῖα παλάτια.
Κι ἔτρεξε ἐκείνη βιαστικὴ νὰ δείξει τὴ χαρά της,
σὲ κάθε τι πολύτιμο ποὺ βλέπει ὁλόγυρά της.
Μὰ ὅταν ἔφτασε καὶ στοῦ παλατιοῦ τὰ σκοτεινὰ κατώγια,
ὅπου ὁ ἀδελφὸς τοῦ βασιλιᾶ βρισκόταν ἕνα χρόνο,
ἔνοιωσε θλίψη στὴν ψυχὴ καὶ στὴν καρδιά της πόνο.
Καὶ δίχως νὰ τὸ στοχαστεῖ, δίχως νὰ ξέρει τὶ ἔχει,
στὸ βασιλιὰ πατέρα της ἀλαφιασμένη τρέχει
καὶ κλαίει, κλαίει γονατιστὴ μὲ τὸν κρυφό της πόθο
κι ὁ βασιλιὰς πατέρας της «σήκω», τῆς λέει, «σὲ νοιώθω».
Ἔφερε τὸ μικρὸ ἀδελφὸ ἀπ᾿ τὰ σκοτεινὰ κατώγια
καὶ δίχως νὰ μακρηγορεῖ, δίχως μεγάλα λὀγια,
τοῦ λέει: ἡ κόρη μου σ᾿ ἀγάπησε, γυναίκα σοῦ τὴ δίνω
καὶ γίνανε οἱ γάμοι τους τὸ ἴδιο βράδυ ἐκεῖνο,
μὲ ὄργανα μὲ τούμπανα καὶ μὲ χαρὲς μεγάλες.
Καὶ τὸν κακὸ τὸ βασιλιὰ τὸν ξαναφέραν πάλι,
μαζὶ μὲ δούλους νὰ κερνᾶ τὸ ἀσκέρι στὴ χαρά τους
καὶ ζήσανε αὐτοὶ καλὰ κι ἐμεῖς καλύτερά τους.










Το θαυμάσιο παραμύθι που δεν είχε τέλος (του Κώστα Βάρναλη)


Ζούσε κάποτε πέρα στην Ανατολή ένας τεμπέλης βασιλιάς. Δεν έκανε καμιά δουλειά. Ολημερίς ξαπλωμένος σε ντιβάνι με πολλά μαλακά μαξιλάρια, έβαζε να του λένε παραμύθια κι αυτός άκουε μαχμουρλίδικα.
Αμολούσε σ’ όλο του το βασίλειο πλήθος αυλικούς να μαζεύουνε και να στέλνουνε στο παλάτι όσους ξέρανε παραμύθια, άντρες ή γυναίκες, γέρους ή νέους, ντόπιους ή ξένους. Γιατί δε χόρταινε ν’ ακούει. Όταν τέλειωνε το παραμύθι, έπεφτε σε βαθιά πλήξη και δυστυχία. Γι’ αυτό ήθελε πάντα το ένα παραμύθι ν’ ακολουθάει το άλλο. Ακόμα κι όταν έτρωγε κι έπινε ή έπαιρνε το μπάνιο του στη χαβούζα* του παλατιού, ήθελε ν’ ακούει παραμύθια. Μονάχα αργά πολύ, μετά τα μεσάνυχτα, όταν τον έπαιρνε ο ύπνος, τότε σιωπούσανε κι οι παραμυθάδες και, πατώντας στα νύχια τους απάνω στα παχιά κιλίμια, φεύγανε σιγά σιγά να πάνε να ξεκουραστούνε κι αυτοί, οι βασανισμένοι!
Όσο πιο μεγάλο και μπερδεμένο ήταν το παραμύθι, τόσο περισσότερο του άρεσε. Ήταν παραμύθια που βαστούσανε μέρες και βδομάδες ολάκερες. Μα όσο μεγάλα και να ήτανε, ερχότανε επιτέλους η ώρα τους να τελειώσουν. Ε, τότε ο βασιλιάς γινότανε τρομερά δυστυχής. Αρρωστούσε, που έλεγες πως θα πεθάνει.
Είδε κι απόειδε αυτός, η δωδεκάδα του (το συμβούλιό του) κι ο γιατρός του, αποφασίσανε όλοι μαζί να στείλουνε τελάληδες* σ’ όλες τις επαρχίες και σε όλα τα χωριά του βασιλείου, να διαλαλήσουνε:
– Όποιος ξέρει ένα παραμύθι που να μην τελειώνει ποτέ, ας παρουσιαστεί να το πει του πολυχρονεμένου βασιλιά, κι αυτός θα του δώσει ένα σακί φλουριά και την κόρη του για γυναίκα.
Όσοι ακούγανε αυτά τα λόγια, αστράφτανε τα μάτια τους από τον πόθο να γίνουνε πολύ πλούσιοι και να παντρευτούν τη βασιλοπούλα. Κι όλοι νομίζανε πως θα τα καταφέρνανε να διηγηθούνε παραμύθι χωρίς τέλος. Το κάτω της γραφής, αν αποτυχαίνανε, δε θα είχανε να χάσουνε τίποτα.
Μα οι τελάληδες προσθέτανε στο τέλος:
– Όποιος όμως δε τα καταφέρει να διηγηθεί το ατέλειωτο παραμύθι, τότε ο βασιλιάς θα του κόψει το κεφάλι!
Όταν ακούγανε αυτήν την ποινή, τους έπιανε τρόμος και φόβος. Τότε νιώθανε πως ο βασιλιάς δε ζητούσε εύκολο πράμα. Και λέγανε συναμεταξύ τους:
– Αδύνατα πράγματα ζητάει.
Ωστόσο παρουσιαστήκανε στο βασιλιά δυο τρεις αποφασισμένοι ή να κερδίσουνε το στοίχημα ή να χάσουνε το κεφάλι τους. Ο πρώτος, που δοκίμασε να πει το ατέλειωτο παραμύθι, μπόρεσε να το βαστάξει τρεις μήνες. Μα ύστερα η φαντασία του είχε στερέψει. Μασούσε τα λόγια του, δεν έβρισκε τίποτα να πει και έτσι έχασε το κεφάλι του.
Τότε οι άλλοι δυο φοβηθήκανε κι ούτε καν τολμήσανε ν’ αρχίσουνε. Φύγανε, κι ευχαριστούσανε μάλιστα το Θεό που γλυτώσανε απ’ του Χάρου τα δόντια.
Πέρασε πολύς, πάρα πολύς καιρός, και κανένας δεν ερχόταν στο παλάτι γι’ αυτή τη δουλειά.
Όπου νά σου μια μέρα και παρουσιάζεται ένας ξένος –από πού ήταν, κανένας δεν ήξερε. Μα η εξυπνάδα του και το θάρρος του ήταν μεγάλα.
– Μεγάλε βασιλιά, είπε, αφού έκανε τον απαραίτητο τεμενά.* Άκουσα πως δίνεις μεγάλη αμοιβή σε κείνον που θα σου διηγηθεί ένα παραμύθι χωρίς τέλος. Του δίνεις ένα σακί φλουριά και τη βασιλοπούλα. Είναι αλήθεια;
– Αλήθεια, απάντησε ο βασιλιάς. Αν όμως δεν πετύχει, τότε του παίρνω το κεφάλι.
– Το ξέρω κι αυτό, είπε ο ξένος. Κι είμαι αποφασισμένος να σου διηγηθώ εγώ μια ιστορία που δεν τελειώνει.
– Περιμένω ν’ αρχίσεις, είπε ο βασιλιάς και ξαπλώθηκε στον καναπέ απάνω στα πολλά μαξιλάρια.
Τότε ο ξένος στρογγυλοκάθισε στο πάτωμα απάνω στο κιλίμι μπροστά στο βασιλιά κι άρχισε:
«Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας μεγάλος βασιλιάς, που μάζεψε όλο το σιτάρι της απέναντι χώρας του και το κλείδωσε σε μιαν αποθήκη τόσο μεγάλη, που για να πας από την μιαν άκρη της έως την άλλη θα έπρεπε να περπατάς από το πρωί ίσαμε το βράδυ.
»Μια μέρα έπεσε στην πρωτεύουσα ένα μαύρο σύννεφο ακρίδες τόσο μεγάλο, που σκοτείνιασε ο ήλιος κι όλοι νομίσανε πως ήρθε η συντέλεια του κόσμου. Γιατί γεμίσανε οι δρόμοι, τα σπίτια, ο αέρας, από ακρίδες τόσο πυκνές, που δεν μπορούσες ν ’ανασάνεις.
»Αυτές οι αμέτρητες ακρίδες, αφού φάγανε όλα τα αμπέλια και τα δάση και δε χορτάσανε, μυριστήκανε τελευταία και την αποθήκη του σιταριού. Μα η αποθήκη ήταν πολύ καλά κλεισμένη από παντού, κι όχι μονάχα δεν είχε παράθυρα ή καμινάδες, μα ούτε και καμιά σκισμάδα για να μπορέσουνε να τρυπώσουνε μέσα και να φάνε το σιτάρι.
»Κάμποσες μέρες φέρνανε βόλτα γύρω στην αποθήκη και κοιτάζανε με προσοχή όλες τις μεριές, μπας και βρεθεί πουθενά καμιά τρυπίτσα ή καμιά χαραμάδα. Μα επιτέλους μια τυχερή ακρίδα ανακάλυψε στην ανατολική πλευρά της αποθήκης μια μικρούλα σκισμάδα, που μόλις χωρούσε μοναχή της. Μπήκε το λοιπόν μέσα, πήρε ένα σπειρί σιτάρι και βγήκε.
»Άμα βγήκε αυτή, μπήκε μια δεύτερη ακρίδα, πήρε κι αυτή ένα δεύτερο σπειρί σιτάρι και βγήκε. Άμα βγήκε κι αυτή, μπήκε μια τρίτη ακρίδα, πήρε κι αυτή ένα τρίτο σπειρί σιτάρι και βγήκε. Ύστερα μπήκε μια τέταρτη ακρίδα και πήρε ένα τέταρτο σπειρί σιτάρι, κι άμα βγήκε κι αυτή, μπήκε μια πέμπτη ακρίδα κτλ…»
Περάσανε μέρες, βδομάδες, μήνες, χρόνια, κι ο ξένος αξακολουθούσε να λέει από το πρωί ώς το βράδυ το ίδιο πράμα:
«Ύστερα μπήκε μια άλλη ακρίδα και πήρε άλλο σπειρί σιτάρι. Άμα βγήκε αυτή, μπήκε άλλη ακρίδα και πήρε ένα άλλο σπειρί σιτάρι…»
Περάσανε έτσι δυο χρόνια κι ο ξένος έλεγε και ξανάλεγε από το πρωί ώς το βράδυ το ίδιο χαβά.* Ο βασιλιάς στενοχωριότανε πολύ, ώσπου μια μέρα τονε ρώτησε θυμωμένος:
– Δε μου λες, πόσον καιρό αυτές οι ακρίδες θα μπαίνουνε και θα βγαίνουνε;
– Μα, βασιλιά μου πολυχρονεμένε, ώς τώρα οι ακρίδες αδειάσανε μια πιθαμή σιτάρι από την αποθήκη. Και μένουνε ακόμα τριακόσιες πιθαμές και μιλιούνια ακρίδες. Ίσως μετά εξακόσια χρόνια θα κατορθώσουν να μπούνε στην αποθήκη όλες οι ακρίδες μια μια και ν’ αδειάσουνε το σιτάρι. Και πάλι βλέπουμε…
Τότε πια ο βασιλιάς δε βάσταξε. Γούρλωσε τα μάτια του, τινάχτηκε από το ντιβάνι και ξεφώνισε με όλη του τη δύναμη:
– Καταραμένε άνθρωπε. Θα με τρελάνεις! Άι στο καλό! Έχασα το στοίχημα! Πάρε το σακί τις λίρες και την κόρη μου κι άφησέ με ήσυχο.
Έτσι ο έξυπνος αυτός ξενοτοπίτης πήρε τα χρήματα, πήρε τη βασιλοπούλα κι έγινε και διάδοχος του θρόνου.
Ο βασιλιάς είχε γεράσει πολύ κι ευχαριστιότανε τώρα ν’ ακούει παραμύθια κι ιστορίες που είχανε τέλος. Κάθε τόσο συνήθιζε να λέει:
– Είμαι ευχαριστημένος, που έμαθα πως μονάχα οι ιστορίες που τελειώνουν είναι όμορφες κι έχουνε ενδιαφέρον.
Άμα πέθανε, έγινε βασιλιάς ο έξυπνος γαμπρός του. Και το κράτος ευτύχησε. Μα οι ιστορικοί δε συμφωνήσανε ακόμα από ποιον τόπο ήταν αυτός ο ξένος.



* χαβούζα: δεξαμενή.
* τελάλης: κήρυκας.
* ο τεμενάς: η υπόκλιση.
* χαβάς: τραγούδι, τα ίδια λόγια.


Και το λατρεμένο μου διδακτικό , που μας αφορά όλους….





Ένα ποντικάκι κάποτε, παρατηρούσε από την τρυπούλα του τον αγρότη και τη γυναίκα του που ξεδίπλωναν ένα πακέτο. Τι λιχουδιά άραγε έκρυβε εκείνο το πακέτο; Αναρωτήθηκε. Όταν οι δύο αγρότες άνοιξαν το πακέτο, δεν φαντάζεστε πόσο μεγάλο ήταν το σοκ που έπαθε, όταν διαπίστωσε πως επρόκειτο για μια ποντικοπαγίδα!

Τρέχει γρήγορα λοιπόν στον αχυρώνα για να ανακοινώσει το φοβερό νέο!.Μια ποντικοπαγίδα μέσα στο σπίτι! Μια ποντικοπαγίδα μέσα στο σπίτι!

Η κότα κακάρισε, έξυσε την πλάτη της και σηκώνοντας το λαιμό της είπε: " ποντικέ μου, καταλαβαίνω πως αυτό αποτελεί πρόβλημα για σένα, αλλά δεν βλέπω να έχει καμιά επίπτωση σε μένα! Δε με ενοχλεί καθόλου εμένα η ποντικοπαγίδα στο σπίτι!".

Το ποντικάκι γύρισε τότε στο γουρούνι και τού φώναξε: "Έχει μια ποντικοπαγίδα στο σπίτι! Το γουρούνι έδειξε συμπόνια αλλά απάντησε: "Λυπάμαι πολύ ποντικέ μου, αλλά δεν μπορώ να κάνω τίποτα άλλο από το να προσευχηθώ. Να είσαι σίγουρος ότι θα το κάνω. Θα προσευχηθώ." Τότε το ποντίκι στράφηκε προς το βόδι και τού φώναξε κρούοντας τον κώδωνα τού κινδύνου:

"Έχει μια ποντικοπαγίδα στο σπίτι! Έχει μια ποντικοπαγίδα στο σπίτι!" Και το βόδι απάντησε:"Κοιτάξτε, ποντικέ μου, πολύ λυπάμαι για τον κίνδυνο που διατρέχεις, αλλά εμένα η ποντικοπαγίδα το μόνο που μπορεί να μου κάνει, είναι ένα τσιμπηματάκι στο δέρμα μου! "

Έτσι, ο ποντικούλης, έφυγε με κατεβασμένο το κεφάλι, περίλυπος και απογοητευμένος γιατί θα έπρεπε ΜΟΝΟΣ ΤΟΥ, να αντιμετωπίσει τον κίνδυνο της ποντικοπαγίδας!

Την επόμενη νύχτα, ένας παράξενος θόρυβος, κάτι σαν το θόρυβο που κάνει η ποντικοπαγίδα όταν κλείνει, ξύπνησε τη γυναίκα τού αγρότη που έτρεξε να δει τι συνέβη. Μέσα στη νύχτα όμως, δεν πρόσεξε πως στην παγίδα πιάστηκε από την ουρά ένα φίδι .... Φοβισμένο το φίδι δάγκωσε τη γυναίκα. Ο άντρας της έτρεξε γρήγορα και την πήγε στο νοσοκομείο. Αλλοίμονο όμως, την έφερε στο σπίτι με πολύ υψηλό πυρετό. Ο γιατρός τον συμβούλεψε να της κάνει ζεστές σουπίτσες.. Έτσι ο αγρότης *έσφαξε την κότα* για να κάνει μια καλή κοτόσουπα!

Η γυναίκα όμως πήγαινε από το κακό στο χειρότερο και όλοι οι γείτονες ερχόταν στη φάρμα να βοηθήσουν. Ο καθένας με τη σειρά του καθόταν στο προσκεφάλι της γυναίκας από ένα 8ωρο. Για να τους ταΐσει όλους αυτούς ο αγρότης αναγκάστηκε να *σφάξει το γουρούνι*. Τελικά όμως η γυναίκα δε τη γλύτωσε! Πέθανε! Στη κηδεία της ήρθε πάρα πολύς κόσμος, γιατί ήταν καλή γυναίκα και την αγαπούσαν όλοι. Για να φιλοξενήσει όλον αυτόν τον κόσμο ο αγρότης αναγκάστηκε να *σφάξει το βόδι*

Ο κυρ Ποντικός μας, έβλεπε όλο αυτό το πήγαιν' έλα από την τρυπούλα του με πάρα πολύ μεγάλη θλίψη.......


ΤΑ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ ΕΙΝΑΙ ΠΩΣ: Χάσαμε την ανθρωπιά μας. και ενισχύσαμε τον ατομισμό μας..! Όταν κάποιος δίπλα μας κινδυνεύει, βρισκόμαστε όλοι σε κίνδυνο! Είμαστε όλοι συνεπιβάτες σ' αυτό το πλοίο που λέγεται ζωή! Ο καθένας μας αποτελεί τον κρίκο της ίδιας αλυσίδας! Είμαστε σαν τις ίνες ενός υφάσματος. Και αν ένα μέρος του υφάσματος χαλάσει, το ύφασμα είναι άχρηστο....

Είναι αδύνατον να γελάμε, αν δεν γελάει ολόκληρη η γειτονιά.

*Αγαπητοί φίλοι.*

Πραγματικά η ιστοριούλα είναι πολύ διδακτική. Δεν είναι, λοιπόν, καθόλου τυχαίο το ότι όλοι οι μεγάλοι φιλόσοφοι δίδαξαν την αλληλεγγύη όχι μονάχα ως μια μεγάλη αρετή, αλλά και ως αναγκαία τέτοια.

Και αφού σας παραμύθιασα για τα καλά, σας χαρίζω και τα αγαπημένα μου ελληνόφωνα κάλαντα ΑSTRINA (ΑΣΤΕΡΙ) της κάτω Ιταλίας μαζί με τις γιορτινές ευχές μου για Υγεία, χαρές, αντοχές και κάθε καλό σε εσάς και τους αγαπημένους σας !!!

https://youtu.be/apJln6-a52M


Ἀστέρι

1. Μόλις που φτάνω σ’ αυτό το σπίτι
ευλογώ την πόρτα και το κατώφλι
ευλογώ τη μάνα και όλα τα παιδιά
και τον κύρη που είναι ο αρχηγός.
2. Ήρθαμε να σας φέρουμε το αστέρι
από το Κοριλάνο
και να μας δώσετε γρήγορα μποναμά.
Ήρθαμε να σας φέρουμε το αστέρι.
3. Ακόμη ευλογώ και το τσουκάλι,
τη χύτρα, την κουτάλα, τον τρίφτη,
που εκεί γίνεται το τυρί. Να γιατί:
ήρθαμε να σας φέρουμε τη χαρά.
4. Ωραία που ‘ναι τα σπίτια φτιαγμένα,
ωραίες οι πόρτες με όλα τα κλειδιά
και η κυρά που ‘ναι μια νεράιδα,
ήρθαμε να της φέρουμε τη χαρά.



Τον 8ο αι π.Χ. άποικοι από την Ελλάδα φθάνουν στα παράλια της Μεσημβρινής Ιταλίας και τις Σικελίας (Μεγάλη Ελλάδα). Το ήδη υπάρχον ελληνικό στοιχείο της Κάτω Ιταλίας τονώθηκε με την εγκατάσταση νέων αποίκων κατά τη Βυζαντινή περίοδο.
Τα Κάλαντα αυτά, από το ελληνόφωνο χωριό Σαλέντο, λέγονται και \"Στρίνα\": Το νόμισμα των καλαντιστών λέγονταν στα βυζαντινά χρόνια «ευαρχισμός» ή «Στρίνα», από το λατινικό strena (στα λατινικά σημαίνει αίσιος οιωνός, αλλά και δώρο της πρωτοχρονιάς, ή «επινομίς» όπως το έλεγαν οι αρχαίοι Έλληνες - κοινώς μπουναμάς). Πολυπληθής μπάντα μεταφέρει το μήνυμα της Γέννησης από γειτονιά σε γειτονιά, ευλογώντας τη γη ώστε να είναι γόνιμη, αλλά και την πόρτα του σπιτιού, τη μάνα, τα παιδιά και τον αφέντη φυσικά, τον τζενεράλη.

Στην εποχή μας υπάρχουν ελληνόφωνοι κάτοικοι που ομιλούν μία γλώσσα που έχει ρίζες την Αρχαία. Υπάρχουν κάποια κάλαντα που έφτασαν ως τις ημέρες μας και έχουν την ίδια φιλοσοφική εστίαση με την αρχαία κοσμοθεωρία, γεμάτα ευχές και χωρίς θρησκευτικές αναφορές.


Αυτή ήταν η συμμετοχή μου στο δρώμενο της Μαρίνας ''Εκεί που ερωτεύομαι τη ζωή...''

Ευχαριστώ  Μαρίνα  μου που μου έδωσες την  δυνατότητα να συμμετέχω σε αυτό το υπέροχο δρώμενο.  Γεμάτη χαρά και προσμονή , ανυπομονώ για την συνέχεια.





Αstrina

Arte pu ettasa ettu sti massaria
ivloo tin porta ce to limbitari
ivloo ti mmana c' ola ta pedia
apoi to ciuri pu ene o generali.

Apoi' vo vloo ce to merciali
ti ccazza, ti skutedda, to rotuli
ce tis varti, varti merci na cai
irtame na tis kanome allegria.

Oria pune ta spiddia fabricata
Orrie tes porte mola ta klidia
Ka i patruna pu ne mia fata
Irtame na tis kanome allegria.

Irtame na sas ferme tin astrina
coriliana pu ti mate se tolo
e na mas doki presto ma to prima
irtame na sas ferme tin astrina.


Κυριακή, 18 Οκτωβρίου 2020

ΝΑ ΔΙΝΕΙΣ ΚΑΙ ΝΑ ΠΑΙΡΝΕΙΣ ΑΓΑΠΗ....



Το πιο σημαντικό πράγμα στη ζωή είναι να μάθεις πώς να δίνεις αγάπη και πώς να την αφήνεις να έρχεται.

Morrie Schwartz








"Θα περιμένω μήνυμά σου, ότι έφτασες σπίτι.
Μου λείπεις.
Σου μαγείρεψα.
Θα περάσω σε λίγο να σου φέρω.
Έπεσε ο πυρετός;
Φόρεσε το κράνος μου.
Έχει αέρα σήμερα, μην βγεις για ποδήλατο.
Σου αρέσει; Στο χαρίζω!
Έκπληξη!!! Χρόνια πολλά!!!
Άστο, πάω εγώ να ανοίξω.
Κλείσε, θα σε πάρω εγώ, έχω μονάδες.
Πρόσεχε.
Σε κάλυψα, δεν πήρες απουσία.
Μην κλαις, με στεναχωρείς.
Πήγαινε εσύ με το ασανσέρ αφού δεν χωράει άλλο άτομο, ανεβαίνω με τα σκαλιά εγώ!
Άσε το κινητό να χτυπάει, συνέχισε αυτό που μου έλεγες.
Φύγε εσύ, θα πω ότι το έκανα εγώ. Φύγε!
Είμαι από έξω, άνοιξε το παράθυρό σου.
Αυτό το λουλούδι είναι για εσένα.
Πώς πήγε σήμερα στη δουλειά;
Αν δεν καπνίσεις σήμερα, θα έχεις μία έκπληξη!
Σε έχω καλέσει 100 φορές. Ανησύχησα.
Πώς κοιμήθηκες;
Χόρτασες;
Πάρε και από το δικό μου.
Σου αγόρασα αυτή τη σοκολάτα, θυμάμαι που μου είχες πει ότι είναι η αγαπημένη σου.
Έλα εδώ να σου κάνω μασάζ.
Σου έφτιαξα θερμοφόρα, θα σου κάνει καλό στον πόνο.
Πώς νιώθεις;
Τί σκέφτεσαι;
Σε κάλεσα γιατί ήθελα να σε ακούσω, δεν έγινε κάτι σοβαρό.
Πιες κι εσύ νερό, στην υγεία μας!
Μην τρέχεις στον δρόμο.
Φόρα την ζώνη σου.
Σου έστιψα πορτοκαλάδα.
Εχθές άκουσα αυτό το τραγούδι και σε σκέφτηκα..
Κράτα με, μην πέσεις.
Είναι βράδυ και επικίνδυνα, θα περάσω εγώ να σε πάρω, μην βγαίνεις με τα πόδια.
Ότι χρειαστείς, είμαι εγώ εδώ.
Θα σε βοηθήσω εγώ με την εργασία σου, θα την προσπαθήσουμε μαζί.
Μην βάζεις μόνο λάδι, βάλε πρώτα αντιηλιακό.
Διάβασες για αύριο;
Κλείνω το θερμοσίφωνο.
Μπες για μπάνιο πρώτη εσύ τώρα που έχει ζεστό νερό, θα μπω μετά εγώ.
Φορά το μπουφάν μου, δεν κρυώνω.
Έφαγες σήμερα;
Μην καμπουριάζεις.
Καλημέρα.
Καληνύχτα.
Αν είσαι τυχερός και αγαπάς, έχεις σίγουρα αναφέρει κάποια από τις προηγούμενες φράσεις.
Αν είσαι τυχερός και αγαπιέσαι, έχεις σίγουρα απαντήσει σε μία από αυτές τις φράσεις.
Αν είσαι τόσο τυχερός...μην ξεχάσεις ποτέ πόσο τυχερός είσαι.
Μην εκμεταλλευτείς το άτομο που σε αγαπά.
Να είσαι μαλακός μαζί του, ήρεμος, στοργικός.
Μην το πληγώσεις.
Σκέψου προτού πράξεις.
Δείξε του πόσο τον αγαπάς κι εσύ.
Δεν υπάρχει ωραιότερο πράγμα στη ζωή από το να βιώνεις και να δείχνεις την αγάπη..."
(Via: Akrivi Kollia)






Το να αγαπιέσαι βαθιά από κάποιον σου δίνει δύναμη, όμως το να αγαπάς κάποιον βαθιά σου δίνει θάρρος.

Lao Tzu

Παρασκευή, 2 Οκτωβρίου 2020

ΛΕΜΟΝΙΑ η προσφυγοπούλα

 Η συμμετοχή μου σηματοδοτεί την έναρξη  της 6ης ΦΩΤΟΣΥΓΓΡΑΦΙΚΗΣ ΣΚΥΤΑΛΗΣ που οργανώνει η Μαίρη από την ΓΗΙΝΗ ΜΑΤΙΑ.https://ghinimatia.blogspot.com/ Την φωτό και την λέξη ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ  διάλεξε γιά εμένα η  Ελένη Φλογερά     και την ευχαριστώ πολύ γιατί η επιλογή της μου χάρισε έμπνευση που ξεδιπλώθηκεεεε......αρκετά και ελπίζω να μην αγανακτήσετε διαβάζοντας....Αν αντέξετε πάντως θα χαρώ να διαβάσω τα σχόλιά σας...



 

Τι μέρα και τούτη !!! Η Μυρτάλη ανέβαινε με βιάση το πετρώδες μονοπάτι και η καρδιά της βροντοχτυπούσε στο στήθος, αγωνιούσε αν και ήξερε που θα τους βρεί,  τη μάνα της, τη Λεμονιά του ΄Ομηρου και τον χαμένο αδελφό της τον Νώντα που είχε έρθει μαζί με τον αδελφό της τον Οδυσσέα μόλις το προηγούμενο βράδι….Πόσα δάκρυα, πόση συγκίνηση , πόσος πόνος σ΄αυτό το  σμίξιμο των αδελφών μετά από 50 χρόνια !!! Ολη νύχτα σιγομιλούσαν αγκαλιασμένοι κλαίγοντας ασταμάτητα από χαρά… Νωρίς το πρωϊ πήγανε και άναψαν κεριά στην εκκλησία, προσκύνησαν όλες τις εικόνες και μετά πέρασαν από το κοιμητήριο, η Λεμονιά ήθελε να αναγγείλει τα χαρμόσυνα νέα στον Ομηρο….  Νωρίς το απόγευμα πήγαν όλοι μαζί της στον Συμβολαιογράφο και ήξεραν όλοι καλά,    πως αυτή ήταν από τις σπουδαιότερες μέρες της ζωής της….χρόνια την καρτερούσε και είχε υπομείνει πολλά μέχρι να την αξιώσει ο Θεός να λευτερωθεί η ψυχή της όπως έλεγε…. Ο Οδυσσέας και ο Νώντας είχαν ήδη κανονίσει την αγορά του κτήματος στο όνομά της, όμως δεν της αποκάλυψαν ότι είχαν ήδη πληρώσει τα συμφωνημένα….σε συνεννόηση με τον Συμβολαιογράφο  όμως, θα την άφηναν να πιστεύει ότι πλήρωσε μόνη της το αντίτιμο.....

Τεσσάρων χρονών,  κρατημένη από το χέρι του μεγάλου της αδελφού, του Επαμεινώνδα βρέθηκε μέσα στην κοσμοχαλασιά της Σμύρνης, εκείνες τις άγριες κι αλησμόνητες μέρες….Η μάνα της , λεχώνα μόλις 15 ημερών , στο σπίτι με την πρωτοκόρη της,  την 13χρονη Περσεφόνη, τα δύο μικρότερα παιδιά ο Μιλτιάδης και η ΄Αρτεμις μαζί με την γιαγιά Καλυψώ στο κτήμα τους έξω από την πόλη….γιά να μαζέψουν τα σύκα ….ο πατέρας της, έμπορος κρασιών ,  ούτε που ήξερε που βρισκόταν εκείνη την ημέρα….

Ξαφνικά βρέθηκε μόνη μέσα σ΄ένα πλήθος που έτρεχε αλαφιασμένο και πανικόβλητο προς την προκυμαία  καθώς έχασε την ασφάλεια και το ζεστό κράτημα του αδελφικού χεριού…..Παραζαλισμένη άρχισε να κλαίει και να φωνάζει « Νώντα ! Νώντα !...» αλλά η φωνή της πνιγότανε μέσα στη βουή του πλήθους και ούτε που κατάλαβε πως βρέθηκε  σ΄ένα πλεούμενο καθισμένη πάνω σε μπόγους δίπλα σε μια κουλούρα σχοινιών που μύριζαν έντονα ψαρίλα….

Εκλαιγε και ψέλιζε το όνομα του αδελφού της, της μάνας της, της γιαγιάς Καλυψώς… χωρίς να την ακούει κανείς….ώρες πέρασαν κι αποκαμωμένη,  κάποια στιγμή αποκοιμήθηκε. Όταν ξύπνησε είχε αρχίσει να χαράζει, πεινούσε , διψούσε, η μυρωδιά του καπνού ανακατεμένη μ΄αυτή της θάλασσας είχε γεμίσει τα πνευμόνια της και ήταν τόσο φοβισμένη….όλα γύρω της άγνωστα και το κούνημα του πλεούμενου της έφερνε ζαλάδα…..παραδίπλα διέκρινε μια οικογένεια… 2-3 παιδιά κοιμόντουσαν πάνω σε μπόγους , δίπλα τους η γιαγιά  κρατούσε ένα μικρό στην αγκαλιά της και στήριζε την κόρη της που θήλαζε ένα λεχούδι…

Ο χρόνος κυλούσε, ο ήλιος ανέβηκε ψηλά , ασυναίσθητα έβαλε το χέρι στην τσέπη της ποδιάς της ….ο Νώντας της την είχε γεμίσει με φουντούκια, στραγάλια, καρύδια, σταφίδες…..έκλαιγε μασουλώντας ένα καρύδι μέχρι που είδε τα μάτια των παιδιών απένταντί της, στηλωμένα επάνω της…..πλησίασε και έβαλε το χέρι στην τσέπη, τους πρόσφερε από τα  λιγοστά καλούδια της . Η γιαγιά την ρώτησε:

« Ποια είσαι εσύ, πού θε είσαι ;;;»

Είμαι η Λεμονιά απάντησε μέσα στ΄αναφυλλητά της ….είμαι του Περικλή με τα κρασιά….

 «Και πούθε βρέθηκες εδώ μονάχη σου;;;»

Δεν είχε απάντηση σ΄αυτή την ερώτηση έτσι έμεινε σιωπηλή….Ούτε που μπόρεσε να λογαριάσει πόσο κράτησε αυτό το ταξίδι , όμως όταν ήρθε η ώρα ν΄αποβιβαστούν η γιαγιά της είπε : «Λεμονιά κρατήσου από το φουστάνι μου» κι αυτό έκανε.

Εζησε μαζί τους τις κακουχίες της προσφυγιάς μέχρι τα 8 της χρόνια, έγιναν η οικογένειά της. Η γιαγιά Βιργινία, η κόρη της η Ιοκάστη και τα παιδιά : Ο Παναγής, η Ροδάμνη, η Χαρίκλεια και ο μικρός  , που αν και αβάπτιστος τον φώναζαν Λευτέρη. Τότε πρωτάκουσε την λέξη «ελευθερία» η Λεμονιά. Όταν βρέθηκαν σ΄εκείνο τον ξένο τόπο που όμως , όπως είπε η γιαγιά Βιργινία «τουλάχιστον εδώ θα είμαστε ασφαλείς και θα έχουμε ελευθερία».

Η γιαγιά ξενοδούλευε όπου εύρισκε, η Ιοκάστη που είχε μια έμφυτη επιδεξιότητα στα χέρια , κατάφερε να εξελίξει το ταλέντο της και έγινε περιζήτητη από τις αρχόντισσες του τόπου για τα χτενίσματα και την περιποίηση των μαλλιών τους.

Ετσι όταν στο αρχοντικό των Μπρατσέων ζήτησαν μια μικρή για παρακόρη….εκείνη πρότεινε την Λεμονιά.

Καθαρή και φρεσκολουσμένη με το μπαλωμένο της φουστανάκι,  ένα πρωϊνό, η 8χρονη Λεμονιά με τον μικρό της μπόγο, βρέθηκε σε έναν αλλιώτικο κόσμο, πολύ διαφορετικό από αυτόν του πατρικού της, που τον είχε σχεδόν ξεχάσει και της  προσφυγικής παράγκας που μοιραζότανε με την θετή της οικογένεια….Τους αποχωρίστηκε με πόνο και δάκρυα, ήξερε όμως πως δεν μπορούσε να μείνει για πάντα μαζί τους.

Με τους Μπρατσέους έζησε μέχρι τα 17 της….μεγάλη οικογένεια, γιαγιάδες, θειάδες, παιδιά, ανήψια, ξαδέλφια…..τραπεζώματα, βεγγέρες….Οι άνδρες της οικογένειας ήταν παλατιανοί με υψηλές θέσεις, οι γυναίκες αριστοκράτισσες , εκλεπτυσμένες και ….απαιτητικές.  Εχοντας έμφυτη εξυπνάδα και σιδερένια θέληση, η Λεμονιά κατάφερε κι  έμαθε γράμματα παρακολουθώντας τα μαθήματα των παιδιών της οικογένειας…..δάσκαλοι μπαινόβγαιναν στο σπίτι κι εκείνη φρόντιζε να βρίσκεται τριγύρω πότε σιδερώνοντας βουνά ασπρόρουχα, πότε τρίβοντας ασημικά, γυαλίζοντας παπούτσια, μαντάροντας κάλτσες…..ότι άκουγε το κατέγραφε επιμελώς και της φαινόταν περίεργο που δυσκολεύονταν τόσο  τα αρχοντόπουλα με την προπαίδεια, την ιστορία, την γεωγραφία και την κλίση των ουσιαστικών και των ρημάτων….τις αντωνυμίες…..Μάζευε τα πεταμένα χαρτιά και τα λιωμένα μολύβια και στο μικρό καμαράκι κάτω από την σκάλα της κουζίνας που μοιραζότανε με την Κατίνα την μεγαλύτερη παρακόρη της οικογένειας και έγραφε ...., αφού έμαθε μονάχη της το αλφάβητο ,  λέξεις και προτάσεις αρχικά  και στη συνέχεια όσα είχε μπορέσει να συγκρατήσει από τα μαθήματα....

Βοηθούσε όποτε μπορούσε και την μαγείρισσα την κυρά Ευθαλία και μάθαινε όσα της έδειχνε, ενώ πολύ πρόθυμα έκανε όλα τα θελήματα που της ανέθεταν. Ο καλός της χαρακτήρας και η φυσική της εξυπνάδα και ευγένεια την έκαναν πολύ αγαπητή σε όλους και η ζωή της κυλούσε στους ρυθμούς του αρχοντικού με πρόγραμμα και υποχρεώσεις…..πολλές υποχρεώσεις. Τον χειμώνα στην Αθήνα, τα καλοκαίρια στο μεγάλο κτήμα στο νησί….Εκείνο το καλοκαίρι γνώρισε τυχαία τον ΄Ομηρο…..Τον είχε συστήσει ένας καθηγητής για να κάνει ιδιαίτερα μαθήματα στον μικρότερο γιό και τις 2 ανηψιές του Ευκλείδη Μπρατσέου.

Ερωτας με την πρώτη ματιά. Συνέβη στ ΄αλήθεια και  η αθώα και άμαθη Λεμονιά βίωσε με τρόμο το πρωτόγνωρο συναίσθημα. Ο Ομηρος 9 χρόνια μεγαλύτερός της, επίσημα ζήτησε το χέρι της από τον Ευκλείδη Μπρατσέο για να εισπράξει την άρνησή του. Δεν το έβαλε κάτω, επανήλθε σε λιγότερο από ένα χρόνο αργότερα….και πάλι  ο Ε.  Μπρατσέος ισχυρίστηκε ότι η Λεμονιά είναι ακόμη μικρή και έχει πολλές υποχρεώσεις σαν έμπιστη της οικογένειας….

Για την τρίτη και τελευταία απόπειρα,  μεταχειρίστηκε ένα τέχνασμα…..με το οποίο είχε συγκατατεθεί και η Λεμονιά . Ενημέρωσε τον   Αριστοκλή Μπρατσέο  αυτή τη φορά. ότι η σχέση είχε προχωρήσει και ότι ο γάμος  έπρεπε να επισπευσθεί,  ……οπότε προ του τετελεσμένου ο Αριστοκλής Μπρατσέος έδωσε την συγκατάθεσή του αφού βεβαίως κατσάδιασε την Λεμονιά με μάλλον ήπιο τρόπο : «Λεμονιά γνωρίζεις ότι σε θεωρούμε μέλος της οικογενείας μας και απολαμβάνεις όλα αυτά τα χρόνια την εκτίμηση και την εμπιστοσύνη μας….μάλιστα μην αμφιβάλεις ότι θα φροντίζαμε και για την αποκατάστασή σου με άτομο αξιοπρεπές και καλού χαρακτήρος…..η μητέρα μου μάλιστα είχε ήδη υπόψη κάποιον κατάλληλο…αλλά τέλος πάντων οφείλομεν να αντιμετωπίσωμεν τα γεγονότα…….Μας εξέπληξε η προκύψασα κατάστασις αλλά……..υπάρχουν και τα  ηλικιωμένα άτομα  της οικογενείας που  έχουν την ανάγκην των φροντίδων σου, η μητέρα μας, η θεία Ελεονώρα, η θεία Καλλισθένη…. »

Η Λεμονιά με χαμηλωμένα μάτια άκουγε σιωπηλή, την είχε προειδοποιήσει ο ΄Ομηρος ότι σίγουρα θα υπήρχε  αναφορά στις ανάγκες της οικογένειας και ψυχολογική πίεση,  αλλά το μόνο που θα έπρεπε να την απασχολεί δεν ήταν παρά να κάνει το επόμενο μεγάλο βήμα στην ζωή της !!!

Και το έκανε !!! Ντύθηκε νύφη με ένα από τα βραδινά φορέματα της αρχόντισσας που προς μεγάλη της έκπληξη, της παραχωρήθηκε με χαρά και προικίστηκε με  μερικά είδη οικοσκευής, κάμποσα ασπρόρουχα  και 80 λίρας χρυσάς !!! Η Θεία Ελεονώρα της χάρισε ένα χρυσό βραχιόλι , η θεία Καλλισθένη ένα μενταγιόν με σάπφειρον κυανόν και η γιαγιά  έναν χρυσό σταυρό με χοντρή χρυσή αλυσσίδα και ένα εικόνισμα της Παναγίας βρεφοκρατούσας. Η κυρά Ευθαλία της έφερε ένα μεγάλο τέντζερη κι ένα τηγάνι τυλιγμένα σε ένα καρώ τραπεζομάντηλο και η Κατίνα δυό προσόψια κεντημένα στο χέρι και μία τσάντα.

  Ο ΄Ομηρος διορίστηκε δημοδιδάσκαλος σ΄ένα παραθαλάσσιο χωριό , εκεί οι Μπρατσέοι, σ έναν ορμίσκο μια σταλιά,  διατηρούσαν ένα μικρό κτίσμα που παλιά χρησιμοποιούσαν σαν  «σαπουναριό» και αργότερα ο  μικρότερος γιός της κυρά Κατίνας φύλαγε το βαρκάκι του. Τους το παραχώρησαν γιά να στήσουν το σπιτικό τους.

Αρχικά εγκαταστάθηκαν σ΄ένα δωμάτιο πάνω από το υποδηματοποιείο/ τσαγκάρικο του Ευάγγελου . Η μάνα του , η κυρά Γεσθημανή , νοίκιαζε δυό δωμάτια του σπιτιού της ενώ κρατούσε για εκείνη και τον γιό της , δυό κάμαρες και μια ευρύχωρη σάλα/τραπεζαρία. . Στο διπλανό δωμάτιο,  έμενε ένας ναυτικός όποτε ξεμπάρκαρε στο νησί. 

Ο Ομηρος γεμάτος συγκίνηση και ενθουσιασμό ανέλαβε τα καθήκοντά του με αφοσίωση στο έργο και τους μαθητές του, η Λεμονιά μετά το φορτωμένο πρόγραμμα του αρχοντικού, βρέθηκε σχεδόν άπραγη και άρχισε τις βόλτες στα ακρογιάλια και τα απόκρημνα βράχια απολαμβάνοντας μια πρωτόγνωρη ελευθερία ! Φρόντιζε και την κυρά Γεσθημανή που είχε, λόγω της ηλικίας της, κινητικά κυρίως προβλήματα, όμως απολάμβανε την συντροφιά της γιατί ήταν γυναίκα  καλλιεργημένη από αρχοντοοικογένεια που βρέθηκε σ΄αυτόν τον τόπο γιατί αγάπησε και παντρεύτηκε τον Αυξέντιο τον υποδηματοποιό ! « Πρόσεξε της τόνισε, ο Αυξέντιος ήταν υποδηματοποιός σπουδασμένος στο εξωτερικό, δεν ήταν απλός τσαγκάρης….. είχε το καλύτερο κατάστημα στη Χώρα ,όμως αρρώστησε σοβαρά από τα νεφρά του και  ήρθαμε εδώ γιατί είχε πηγή με καλό νερό ……Δυό παιδιά έχασα , ένα αγόρι κι ένα κορίτσι, γεννήθηκαν νεκρά και τα δύο…..όμως η Παναγία άκουσε τις προσευχές μας και μας χάρισε τον Ευάγγελο» …..Η Κυρά Γεσθημανή της έμαθε να πλέκει με τις βελόνες και το βελονάκι «πρόσεχε τους πόντους, ισομεγέθεις….μην σφίγγεις πολύ το νήμα….μην το αφήνεις πολύ χαλαρό….» Πλέκοντας με τα πολύχρωμα νήματα,  η Λεμονιά απελευθέρωσε την δημιουργικότητά της και γνώρισε μιά εντελώς διαφορετική μορφή ελευθερίας που την γέμισε ικανοποίηση !!!

Τα απογεύματα ο Ομηρος μελετούσε και προετοίμαζε τα μαθήματα της επομένης  καθισμένος στην μια άκρη του τραπεζιού κι εκείνη έπλεκε καθισμένη απέναντί του…..που και που σήκωναν και οι δυό τα μάτια τους και τα βλέμματά τους γεμάτα τρυφερότητα διασταυρώνονταν…Λεμονή μου ψιθύριζε εκείνος….΄Ομηρε αγαπημένε μου…..έλεγε εκείνη   ψιθυριστά…..

Τα Σαββατοκύριακα έκαναν περιπάτους και προσπαθούσαν με την βοήθεια του Νικήτα του μάστορα και του γιού του του Θρασύβουλου,  που αν και κωφός εκ γενετής ήταν άριστος χτίστης, σοβατζής και βαφέας, να συμμαζέψουν το Σαπουναριό και να το μετατρέψουν σε κατοικήσιμο σπίτι !!! Πράγμα που το κατάφεραν μετά από ενάμισι χρόνο περίπου με πολύ κόπο και αρκετή προσωπική δουλειά…..

Εκεί έστησαν το φτωχικό σπιτικό τους και στέγασαν την αγάπη τους…..με  την προίκα της Λεμονιάς, μία γκαζιέρα, μερικά πιατικά, έναν τέντζερη κι ένα τηγάνι, ένα διπλό σιδερένιο κρεββάτι, ένα μεγάλο ξύλινο τραπέζι , 6 καρέκλες 3 σκαμνιά, τα βιβλία του Ομηρου,  τα προικώα ασπρόρουχα, τα μαλλιά, τις βελόνες και τα βελονάκια της Λεμονιάς….

Εκεί γεννήθηκε ο Οδυσσέας, ο πρωτότοκός τους, δύο χρόνια αργότερα, ο Αχιλλέας, τρίτη γέννα η Ανδρομάχη, τέσσερα χρόνια αργότερα η Μυρτάλη και τελευταίος  ο Έκτορας… Τα παιδιά τους, ο μεγαλύτερος θησαυρός τους !!!

Ο ΄Ομηρος παράλληλα με την διδασκαλία, ασχολήθηκε και με την γή….του άρεσε να σκάβει, να φυτεύει …..αν και το χώμα στο νησί ήταν ξερό και γεμάτο πέτρες, εκείνος το έβαλε σκοπό να φτιάξει ένα μπαξέ,  ένα μικρό μποστάνι για να εξασφαλίσει στην οικογένεια τ΄αναγκαία , αλλά και για να έχει την χαρά της ενασχόλησης με την καλλιέργεια…..Ετσι νοίκιασε ένα κομμάτι γης παραδίπλα από το σπιτικό τους κι άρχισε μεθοδικά, με υπομονή και υπέρμετρους κόπους να σκάβει, να σκαλίζει, να ποτίζει την άνυδρη και σκληρή γή και να φυτεύει……είχε ένα πάθος με τις λεμονιές…..έφτιαχνε τοιχαλάκια, πέτρα πέτρα, ώστε να τους δημιουργεί μια προστατευτική αγκαλιά και να τις προφυλάσσει από τους  Αιγαιοπελαγίτικους αέρηδες και τα μπουρίνια….κι εκείνες ξεπετάγονταν σιγά σιγά καταπράσινες και έδιναν τους μυρωδάτους καρπούς τους απλόχερα….δίφορες οι περισσότερες, ανταπέδιδαν την φροντίδα με θαυμαστή παραγωγή των μοσχομυριστών καρπών τους.

Ομορφα χρόνια….ώσπου ήρθαν και τα δίσεκτα, τα δύσκολα και τα αφόρητα….ένα απόγευμα Φθινοπώρου ο Οδυσσέας  βρήκε τον ΄Ομηρο ξέπνοο , πεσμένο στην ρίζα μιας λεμονιάς…..κρατούσε ακόμη το κλαδευτήρι στο παγωμένο χέρι του…..η Ανδρομάχη αρρώστησε στα 14 χρόνια της , χωρίς οι γιατροί να μπορέσουν να κάνουν διάγνωση και μετά από μία εβδομάδα με υψηλό πυρετό, βυθισμένη σχεδόν σε κώμα, ταξίδεψε  στον ουρανό γιά να συναντήσει τους παππούδες και τον πατέρα της…..

Η Λεμονιά τότε άρχισε να ξυπνάει τις νύχτες παγωμένη,  με την αίσθηση της απώλειας τόσο έντονη και βαριά που την έκανε να ξημερώνεται πνιγμένη στα δάκρυα….είχε ξανά την αίσθηση του παιδικού της χεριού που βρέθηκε ξαφνικά μέσα σ΄εκείνον το χαλασμό,  ελεύθερο….Το παγωμένο μαξιλάρι δίπλα της , υπογράμμιζε την απουσία του Ομήρου και η θέα του άδειου κρεββατιού της Ανδρομάχης της τρύπαγε τα σωθικά…..Κάποιο βράδυ της φάνηκε ότι χτύπησε η πόρτα και ήρθε η μάνα της με το μωρό στην αγκαλιά και ο Νώντας πρόβαλλε απλώνοντας το χέρι του να την πάρει, να πάνε στον πατέρα,  που τους περίμενε μαζί με την γιαγιά και τ΄άλλα αδέλφια της στο καϊκι…..να φύγουν μακριά από τον κίνδυνο….να αναζητήσουν την ελευθερία…..

Ένα απόγευμα που μάζευε λεμόνια στο μεγάλο κοφίνι, την έπιασε μια ζαλάδα, τα μάτια της θάμπωσαν και σχεδόν λιποθύμησε και της φάνηκε πως εκεί στο πεζούλι που συνήθιζε να κάθεται με τον Ομηρο καμαρώνοντας τις λεμονιές και ατενίζοντας το πέλαγος στο βάθος, τον είδε ολοζώντανο να κουβεντιάζει με τους Μπρατσέους  …κι εκείνη αισθάνθηκε άβολα που ήταν απεριποίητη , με ένα ξεθωριασμένο μαντήλι στα μαλλιά και λασπωμένα παπούτσια κι έκανε ασυναίσθητα μιά προσπάθεια  να συμμαζέψει  τα μαλλιά της και να κρύψει την παλιά μπαλωμένη ποδιά της….

Ο Οδυσσέας ήταν αποφασισμένος να μπαρκάρει. Τους το είχε δηλώσει από νωρίς και ο πατέρας του την είχε προειδοποιήσει…: «.είναι στη φύση του τα ταξίδια και η θάλασσα….δεν μπορούμε να τον εμποδίσουμε»….έτσι δέχτηκε την απόφασή του στωϊκά…ο Αχιλλέας πάλι έδειξε νωρίς την κλίση του στα γράμματα, Δάσκαλος ήθελε να γίνει σαν τον πατέρα του κι εκείνη για να στηρίξει την οικογένεια και τα όνειρα των παιδιών της,  ρίχτηκε με πάθος στην φροντίδα του μικρού τους κτήματος, άρχισε να φτιάχνει γλυκό λεμόνι που σε λίγο έγινε περιζήτητο σ΄όλο το νησί και αξιοποίησε την συνταγή που της είχε εμπιστευτεί η κυρά Γεσθημανή κι έφτιαχνε εκείνο το περίφημο Λιμοντσέλο τόσο πετυχημένα , που δεν πρόφθαινε τις παραγγελίες….

Η Μυρτάλη μεγάλωνε και η ομορφιά και οι χάρες της επίσης……από τα 15 της άρχισαν να έρχονται τα προξενιά. Είχε γίνει άξια πλέκτρια και κεντήστρα …..ζωγράφιζε, έγραφε ποιήματα και ξεχώριζε ανάμεσα στις συνομίληκές της για τον συγκροτημένο χαρακτήρα και τους καλούς της τρόπους. Αυτή φρόντισε στον τάφο της αδελφής της να γραφτούν οι στίχοι του  Κ. ΠΑΛΑΜΑ από το ποίημα Ο Θάνατος της Κόρης    :

«Η θεία του παντός δικαιοσύνη
η ολάγρυπνη, την άφραστην ανάπαυση σου δίνει
γιατί από τη στιγμή τη μακρινή που ήρθες, ξεχώρισες
ψυχή λευκή σαν γαλαξίας απ’ τη γαλήνη της ανυπαρξίας,
άδολη, πάναγνη έζησες, έλαμψες, μοσχομύρισες.

Γι αυτό μες’ τη γαλήνη την παντοτινή,
μες’ στην ασάλευτη γαλήνη εγύρισες.»

Είχε μια έμφυτη ευγένεια και καλοσύνη αυτό το παιδί που δεν περνούσαν απαρατήρητα….Εγινε Νοσηλεύτρια και υπηρέτησε τον πάσχοντα άνθρωπο για όλη της την ζωή…..παντρεύτηκε σε σχετικά μεγάλη ηλικία,  έναν γιατρό χωρίς να αποκτήσουν παιδιά.

Ο ΄Εκτορας το στερνοπαίδι της, έγινε Μηχανικός , Ναυπηγός για την ακρίβεια. Από μικρός έδειξε την κλίση του για τα πλεούμενα, δεν ήτανε γεννημένος ταξιδευτής σαν τον αδελφό του αλλά κατασκευαστής. Εκείνο το μικρό βαρκάκι του γιού της κυρά Κατίνας, φυλαγμένο για χρόνια στο μικρό υπόστεγο πίσω από το σπιτάκι τους, το είχε καλαφατίσει, του είχε φτιάξει καινούργιο τιμόνι και κουπιά, είχε βάλει κι ένα πανάκι άσπρο και μαζί με τον Οδυσσέα πήγαιναν για ψάρεμα….

Ο Ομήρος τους καμάρωνε και καθησύχαζε τους φόβους της…".άστους να ακολουθήσουν την κλίση και τα΄όνειρό τους….." έτσι έγινε… και τα χρόνια κυλούσαν με τις χαρές και τις λύπες να μπαινοβγαίνουν στο σπιτικό και την ψυχή της….Παρακαλούσε την Παναγία και τους Αγίους να είναι καλά στα πόδια της, να είναι καλά και να προκόψουν τα παιδιά της ,  ν΄αξιωθεί να δεί εγγόνια και να αποκτήσει επί τέλους  εκείνο το μικρό κομμάτι γης, το κτηματάκι που ανάσταινε τις λεμονιές της !!!

Οι αρχικοί ιδιοκτήτες είχαν πεθάνει από χρόνια και οι κληρονόμοι βλέποντας την φροντίδα και την ομορφιά εκείνης της χέρσας βραχώδους γής που είχε μεταμορφωθεί σε μικρό Παράδεισο, αξίωναν όλο και μεγαλύτερο ενοίκιο κάθε τόσο….

Της είχε γίνει εμμονή η απόκτηση αυτής της γής…..μάζευε δεκάρα δεκάρα , σε μια παλιά κάλτσα,  όσα μπορούσε να εξοικονομήσει ώστε κάποια στιγμή να μπορέσει να την αγοράσει…

Στο μεταξύ τα παιδιά της είχαν  άλλη εμμονή…. να βρούν τις άκρες της ζωής της κι είχαν αρχίσει μυστικά να ερευνούν το παρελθόν, σε μια προσπάθεια…να συνδέσουν το παρελθόν με το παρόν….

Η Μυρτάλη αναζήτησε και βρήκε τους Μπρατσέους….όσους είχαν απομείνει δηλαδή….οι κόρες είχαν παντρευτεί και ζούσαν η μία στην Αθήνα και η άλλη στο εξωτερικό, ο μεγάλος γιός είχε γίνει Δικηγόρος, ο μικρός Στρατιωτικός, τα ανήψια είχαν τοποθετηθεί σε δημόσιες θέσεις σε Υπουργεία…οι ανηψιές είχαν παντρευτεί στρατιωτικούς και Δημόσιους Λειτουργούς. Η κυρά Ευθαλία είχε συχωρεθεί δυό χρόνια μετά τον γάμο της Λεμονιάς και η Κατίνα είχε παντρευτεί το καλό της, έναν παραγιό στο μεγάλο Παντοπωλείο του ΚΑΡΑΣΜΕΣΟΥΤΗ που αργότερα έγινε και κληρονόμος του άτεκνου αφεντικού του.

Ο Εκτορας  εντελώς τυχαία και με απρόσμενο τρόπο,  κατάφερε να βρεί τα παιδιά της οικογένειας που είχε προστατέψει και μεγαλώσει την μητέρα του…. Μετά από ένα ατύχημα στο Ναυπηγείο που εργαζόταν, μεταφέρθηκε μαζί με άλλους τραυματισμένους εργαζόμενους στο εφημερεύον Νοσοκομείο, Ευτυχώς μόνον δύο εργάτες ήταν πιο σοβαρά τραυματισμένοι, εκείνος και δύο εργοδηγοί, ευτυχώς είχαν ελαφρά τραύματα και δεν κρίθηκε αναγκαία η παραμονή τους στο Νοσοκομείο, όμως καθημερινά πήγαινε και επισκεπτόταν τους τραυματισμένους συναδέλφους του. Εκεί γνωρίστηκε με την γιατρό Βιργινία Τ. που είχε αναλάβει την νοσηλεία των συναδέλφων και συζητούσαν καθημερινά για την πορεία της υγείας τους….δεν άργησε να αναπτυχθεί και  ειδύλλιο ανάμεσά τους…..οπότε οι συζητήσεις, οι συναντήσεις έφεραν και τις απρόσμενες αποκαλύψεις….Η γιατρός Βιργινία ήταν η μοναχοκόρη της Χαρίκλειας….κι από εκεί άρχισε να ξετυλίγεται το κουβάρι των αναμνήσεων που πήγαιναν πίσω….σ΄εκείνον τον χαλασμό του 22 , το καϊκι της σωτηρίας…, την προσφυγιά, τον αγώνα της επιβίωσης…. Η γιαγιά Βιργινία είχε από χρόνια συχωρεθεί όπως και η κόρη της η Ιοκάστη,  που είχε καταφέρει να ανοίξει σπουδαίο κομμωτήριο και  σαλόνι ομορφιάς που σύχναζε όλη η αριστοκρατία, τώρα το είχαν αναλάβει οι  κόρες της ,  η Χαρίκλεια που είχε παντρευτεί και είχε κάνει την δική της οικογένεια και η Ροδάμνη που είχε παραμείνει ανύπαντρη. Ο Παναγής είχε γίνει ιερέας και  υπηρετούσε ως ιεραπόστολος κάπου στην Αφρική , ο μικρός Λευτέρης  είχε γίνει έμπορος και διατηρούσε κοσμηματοπωλείο σε κεντρικό δρόμο της Αθήνας, ποτέ δεν είχαν μάθει τι είχε απογίνει ο πατέρας τους , οι θείοι, τα ξαδέλφια τους ……κάποτε η μάνα τους είχε συναντήσει μια παλιά τους γειτόνισσα που όμως δεν γνώριζε τίποτα για τους δικούς τους…

Ο Οδυσσέας δεν ήξερε από πού να αρχίσει….όπου συναντούσε έλληνα κουβέντιαζε γι΄αυτό το ζήτημα ώσπου μετά από κάποια χρόνια, είχε μπαρκάρει σ΄ένα γκαζάδικο,  με  ένα πολύπειρο Χιώτη καπετάνιο…..ένα βράδι που έκανε μαζί του βάρδια  και υπήρχε διάθεση για κουβέντα….έπιασε το προσφιλές του θέμα….εκείνος με μεγάλο ενδιαφέρον άκουσε αμίλητος την ιστορία της μάνας του της Λεμονιάς…γυάλωσαν τα μάτια του, του έκανε κάποιες ερωτήσεις, έδειχνε προβληματισμένος και εμβρόντητος….τις επόμενες μέρες επεδίωκε να συναντιέται μαζί του και να κουβεντιάζουν, του έκανε ερωτήσεις για τον πατέρα, τα΄αδέλφια του αλλά κυρίως για την μάνα του,  ώσπου στο τέλος της εβδομάδας φανερά συγκινημένος και έντονα φορτισμένος του είπε : «Οδυσσέα παιδί μου, νομίζω ότι ο καλός Θεός θέλησε τώρα, στο τελευταίο μου μπάρκο να μου κάνει ένα σπουδαίο δώρο ζωής…..είμαι σχεδόν βέβαιος, από όσα μου διηγήθηκες, ότι είμαι ο θείος σου ο Επαμεινώνδας » Ο Οδυσσέας κατάπληκτος δυσκολεύτηκε να καταλάβει  αμέσως το νόημα των λέξεων, όμως μετά το αρχικό σοκ , άρπαξε το χέρι του γέρο καπετάνιου κι έσκυψε να το φιλήσει….εκείνος το τράβηξε και τον έκλεισε στην αγκαλιά του, ενώ τα δάκρυα αυλάκωναν τα θαλασσοδαρμένα του μάγουλα και κατρακυλούσαν ανεμπόδιστα …..Του διηγήθηκε κλαίγοντας ανακουφισμένος την δική του ζωή, τις κακουχίες, τις περιπέτειες και τις φρικτές τύψεις που τον βασάνιζαν,  γιατί εκείνη την μαύρη ημέρα είχε ξεγλιστρήσει από την παλάμη του το μικρό χεράκι της Λεμονιάς…..την είχε χάσει μέσα σ΄εκείνο το πλήθος που αναζητούσε απελπισμένα την σωτηρία…..δεν είχε καταφέρει να επιστρέψει στο σπίτι τους, τρομοκρατημένος και ψάχνοντας απελπισμένα για την Λεμονιά,  είχε πέσει μπροστά στις ρόδες ενός κάρου και από τύχη δεν σκοτώθηκε, όμως ο καραγωγέας, Ανέστη τον έλεγαν, τον αναγνώρισε γιατί ήταν συνεργάτης του πατέρα του και τον ανέβασε στο κάρο που είχε την οικογένειά του μαζί με κάμποσους μπόγους…..Τον πήρανε μαζί τους, ο Ανέστης είχε συγγενείς στη Σάμο και κανόνισε με φιλικό καίκι να πάνε εκεί , τον κράτησε μαζί με τα δικά του παιδιά, πήγε στο σχολείο  και στα 17 του μπάρκαρε…..γύρισε τον κόσμο 5-6 φορές…..έγινε καπετάνιος, γνώρισε φουρτούνες και ναυτικές τραγωδίες,  τροπικές καταιγίδες, μπουρίνια και ανεμοστρόβιλους….δυό φορές κόντεψε να πνιγεί σε ναυάγιο, την δεύτερη φορά μάλιστα με κίνδυνο της ζωής του έσωσε τον καπετάνιο…..εκείνος σε ένδειξη ευγνωμοσύνης τον πάντρεψε με την κόρη του και του χάρισε το 50% του πλοίου….Ατυχος όμως, η γυναίκα του πέθανε στην γέννα του πρώτου τους παιδιού και το παιδάκι γεννήθηκε θνησιγενές…..δεν τα κατάφερε…Συνέχισε να ταξιδεύει χωρίς σταματημό και πολλά βράδια τα όνειρά του στοίχειωναν οι  εφιάλτες του, το ποδοβολητό και οι κραυγές του πλήθους στην προκυμαία της Σμύρνης εκείνο τον Σεπτέμβρη του 22 ….αλαφισμένος και κάθιδρος αφυπνιζόταν από τις δικές του κραυγές….: «Λεμονιά, Λεμονιάαααα !!!!» Δεν είχε πάψει κι εκείνος να ερευνά γιά τους δικούς του. Είχε πάει  μάλιστα ο ίδιος στην Σμύρνη να τους αναζητήσει.....δεν βρήκε κανέναν τους , το μόνο που κατάφερε να μάθει ήταν πως ο  Περικλής, ο πατέρας του  κάηκε μέσα στο μαγαζί του προσπαθώντας να σώσει τους δύο εργάτες του που είχαν εγκλωβιστεί...

Ξεμπάρκαραν το συντομώτερο θείος κι ανηψιός και περίμεναν κι οι δύο ανυπόμονα τη μέρα που θα έσμιγαν τα δύο χαμένα αδέλφια….Ο Οδυσσέας ήταν ανήσυχος όσο και ενθουσιασμένος….πως αντέχεται η μεγάλη χαρά;;; Αισθανόταν μία παράξενη αίσθηση πληρότητας ν’  αναβλύζει από μέσα του, είχε βρεί τις ρίζες της οικογένειας, είχε βρεί τον χαμένο αδελφό της μάνας του, έναν κρίκο από την σπασμένη οικογενειακή αλυσίδα….από το σόϊ του πατέρα του γνώριζαν ήδη ότι δεν είχε απομείνει κανείς… πρόσφυγες κι εκείνοι από την Ανατολική Ρωμυλία είχαν όλοι χαθεί πριν φτάσουν στα ελληνικά εδάφη….μόνο ο Ομηρος είχε σωθεί χάρη στον Νονό του,  που τον είχε πάρει κοντά του να τον σπουδάσει…

Η Μυρτάλη τους βρήκε καθισμένους στο πεζούλι κρατημένους χέρι χέρι γερμένους τον ένα πάνω στον άλλο….είχαν τα μάτια κλειστά και .χαμογελούσαν μ΄ένα γαλήνιο χαμόγελο….η μάνα της κρατούσε σφιχτά στον κόρφο της το συμβόλαιο ιδιοκτησίας του κτήματος….Οι λεμονιές ήταν ανθισμένες και μοσχοβολούσε όλος ο τόπος… Η ψυχή της , γεμάτη προσμονή, φτερούγισε ελεύθερη να συναντήσει τους αγαπημένους της…ο Νώντας γεμάτος ευγνωμοσύνη και ανείπωτη ευτυχία κρατούσε εκείνο το ίδιο  χέρι που του είχε ξεγλιστρήσει τότε….και είχε στοιχειώσει την ζωή του. Η ψυχή του ήταν ανάλαφρη κι ελεύθερη πιά να αφεθεί στην απεραντοσύνη του σύμπαντος… Εριξε απάνω τους το σάλι που κρατούσε, είχε πέσει ο ήλιος από ώρα και η βραδινή ψύχρα ήταν έντονη….Αχ βρε μάνα σκέφτηκε….άντεξες τις πίκρες , την προσφυγιά, τις δυσκολίες της ζωής, αγάπησες κι αγαπήθηκες,  μας μεγάλωσες, μας έπλεξες,  μας έπλυνες , μας  τάϊσες …κουβάλησες χιλιάδες τενεκέδες με νερό για τις λεμονιές, πέτρες, χώμα…..ξεβοτάνισες,  ….έβρασες και σιρόπιασες σωρούς λεμονόφλουδες, έστιψες άπειρα λεμόνια…..κι εσύ καπετάν Νώντα, όργωσες τους ωκεανούς κι απόμεινες μονάχος κι άκληρος με τις μνήμες και τις τύψεις σου και τώρα στο γέρμα της ζωής σου , βρήκες την χαμένη σου αδελφή, τ΄ανήψια σου, τους χαμένους κρίκους της οικογένειάς σου… κι όλα αυτά γιατί   « …..Οι άνθρωποι χρειάζονται δυσκολίες και αντιστάσεις για να αποκτήσουν ψυχική δύναμη…..»

 Σκούπισε ασυναίσθητα τα δάκρυά της και πήρε τον δρόμο του γυρισμού…..


Παραδίδω την ΣΚΥΤΑΛΗ στην ΑΧΤΙΔΑ μας, με την βεβαιότητα ότι θα εμπνευσθεί μία θαυμάσια ιστορία από την φωτό που επέλεξα και την λέξη : ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΚΟΤΗΤΑ