Τετάρτη, 3 Αυγούστου 2016

Ας γίνουμε πάλι παιδιά !!!


  Καιρός να... ξυπνήσουμε το παιδί που όλοι κρύβουμε μέσα μας, βγάζοντας κατ' αρχήν από το λεξιλόγιό μας λέξεις όπως «δεν μπορώ», «δεν πρέπει» και -κυρίως- «γέρασα»!
«Έλα, σε παρακαλώ πολύ... Έλα να πέσουμε μαζί από τις νεροτσουλήθρες», έλεγε ο 5χρονος τότε Στυλιανός, την ώρα που η 7χρονη Κωνσταντίνα έμοιαζε να εύχεται σιωπηλά να είχε μια πιο... τολμηρή μαμά! Δεν ήταν όμως η ατολμία που με «κράταγε» στις ξαπλώστρες του κρητικού water park • ήταν ζήτημα «εικόνας», σκέψεων επαγγελματικών κι οικονομικών που κυριαρχούσαν στο μυαλό μου σε όλη τη διάρκεια των διακοπών, υπενθυμίζοντάς μου ότι έχω... σοβαρότερες ασχολίες κι είμαι πια «μεγάλη» για όλα αυτά! Μέχρι που, ξαφνικά, κοίταξα γύρω μου τις ξένες μαμάδες οι οποίες δε δίσταζαν να «πνίξουν» στην πισίνα το κοινωνικό τους προφίλ, τις πρώτες ρυτίδες και τα προβλήματα μαζί με... τα περιττά τους κιλά, κι είπα: «Τι στο καλό! Ας γίνουμε πάλι παιδιά!»
«Για να ξαναβρούμε την παιδικότητά μας δεν είναι ανάγκη να παραιτηθούμε από την ενήλικη ταυτότητά μας», σημειώνει ο Dr. Γουέην Ντύερ στο βιβλίο του «Ανακαλύψτε τις γιορτές» (εκδόσεις Γλάρος), συγγραφέας επίσης των «Ταξίδι στην ελευθερία», «Τα όρια του ουρανού», «Πίστεψέ το και θα δεις!», «Μικρός οδηγός ευτυχίας», «Καθημερινή σοφία», «Να κινείς τα δικά σου νήματα» κ.α., συμβουλεύοντας τους απανταχού γονείς να βάλουμε... μια δόση τρέλας στην καθημερινότητά μας! «Ένα συγκροτημένο άτομο είναι σε θέση να "ξεντύνεται" κάποτε ορισμένες από τις "μάσκες" της ενήλικης ζωής και στη θέση τους να "φοράει" τη χαρά και το κέφι, τον αυθορμητισμό •ακόμα και την υπερβολή .» Έτσι κι αλλιώς, σύμφωνα με τη θεωρία του διακεκριμένου ψυχαναλυτή του περασμένου αιώνα, Donald Winnicot, «το παιχνίδι δεν είναι "χάσιμο χρόνου"! Όταν κάποιος παίζει, είναι ελεύθερος και δημιουργικός και μόνο έτσι μπορούμε να ανακαλύψουμε τον αληθινό μας εαυτό». Επιστροφή στα χρόνια της αθωότητας λοιπόν, ξεκινώντας από τα πιο βασικά «παιδικά χαρακτηριστικά»:

1. Αισιοδοξία! Ως γνωστόν, η έλλειψη πίστης είναι το μεγαλύτερο εμπόδιο στην πραγματοποίηση των σχεδίων μας. Το αμέσως επόμενο είναι ότι απογοητευόμαστε εύκολα και «αναμασάμε» ό,τι κακό συμβαίνει στη ζωή μας... Για παράδειγμα, ενώ το μυαλό μας «γεννά» καθημερινά περίπου 50.000 σκέψεις, οι περισσότερες από αυτές είναι αρνητικές όπως «Δεν είμαι όμορφη», «Πάχυνα», «Έχω αρχίσει να ξεχνάω», «Θα αργήσω στο ραντεβού μου», «Είμαι ανεπαρκής σύζυγος και μητέρα», «Δύσκολα θα πάρω προαγωγή» ή «Δεν έχω λεφτά»... Κανένα «νόμισμα» δεν έχει όμως μόνο μια πλευρά: εστιάζοντας στη θετική, μπορούμε να κάνουμε... θαύματα, καθώς η υιοθέτηση μιας πιο «καλοπροαίρετης» οπτικής γωνίας και συμπεριφοράς, προστατεύει -και σαφώς δε σαμποτάρει- την ψυχοσωματική μας υγεία, ενώ δίνει πραγματική υπόσταση στη λέξη «ελπίδα»! Ολλανδοί ερευνητές διαπίστωσαν, μάλιστα, ότι η αισιοδοξία μάς χαρίζει λαμπερό βλέμμα και δέρμα, ήρεμη έκφραση, πιο «συγκροτημένο» ορμονικό και πιο ανθεκτικό ανοσοποιητικό σύστημα.
2. Ονειροπόληση! Όλοι είχαμε την τάση να ονειροπολούμε περί τα 120΄ την ημέρα κατά μέσο όρο, στη διάρκεια της παιδικής μας ηλικίας... Επιτρέποντας και πάλι στο μυαλό να «ταξιδεύει» μεταξύ εγρήγορσης και ύπνου και να πλάθει «ιδανικές» καταστάσεις, δίνουμε σάρκα και οστά σε επιθυμίες και ευχές, αντιμετωπίζουμε το άγχος, «ζωντανεύουμε», ανακουφιζόμαστε, καλλιεργούμε τη δημιουργικότητά μας, ανανεώνουμε το κουράγιο ή τα ενδιαφέροντά μας και... προβάρουμε την επιτυχία! Όσο για τις ώρες του... πραγματικού ύπνου, είναι εξίσου σημαντικές για όλους, ανεξαρτήτως ηλικίας. Μα ώρα ύπνου πριν από τα μεσάνυχτα ισοδυναμεί με... δύο, καθώς τότε δρουν οι ορμόνες που ευθύνονται για την αναπαραγωγή και τη συντήρηση των ιστών, ενώ ο βαθύς, τουλάχιστον 6άωρος νυχτερινός ύπνος σ' ένα δωμάτιο που αποπνέει γαλήνη κι ηρεμία, αποτελεί βασικό παράγοντα ισορροπίας!
3. Φαντασία! Σύμφωνα με τους ψυχολόγους, η δύναμη της λογικής είναι μέσο πεπερασμένο σε αντίθεση με την απεριόριστη δύναμη της φαντασίας. Σύμφωνα, πάλι, με τον Τζον Χάου (που εικονογράφησε το σύμπαν του Τόλκιν στον «Άρχοντα των Δαχτυλιδιών»), «η φαντασία εμπεριέχει στοιχεία του... glamour στην αρχέτυπή του μορφή: κάπου υπάρχει ένα πεδίο όπου βασιλεύουν οι "πιθανότητες" κι όχι οι "βεβαιότητες"», όπως έχει δηλώσει ο ίδιος σε συνέντευξή του στην εφημερίδα «Καθημερινή». Σε κάθε περίπτωση, η εποικοδομητική φαντασία (που καμία σχέση δεν έχε με την άρνηση να «δούμε» την αλήθεια) προσφέρει προσωρινές αποδράσεις από την πιεστική καθημερινότητα και κρατά σε επαγρύπνηση τη συναισθηματική μας ευφυϊα. Χωρίς αυτή, δεν μπορούμε να προχωρήσουμε σε καινοτομίες ούτε να «ξυπνήσουμε» την ανήσυχη, εξερευνητική πλευρά μας, ενώ θα χάναμε από τη ζωή μας κάθε ίχνος μαγείας...
4. Ενθουσιασμός αλλά και... προσαρμογή! Παρατηρήστε πώς το πιτσιρίκι σας ενθουσιάζεται με το παραμικρό... Παρατηρήστε πώς παθιάζεται με ό,τι κάνει και πώς βιώνει κάθε εμπειρία σαν να ήταν... αυτοσκοπός •μοιάζει σαν να γνωρίζει ήδη ότι η μόνη «σταθερή» αλήθεια είναι... η αλλαγή! Όπως σημειώνει ο Andrew Matthews στο best-seller «Άκου την καρδιά σου» (εκδόσεις Διόπτρα), «οι εποχές έρχονται και παρέρχονται, τα νερά των θαλασσών ανεβοκατεβαίνουν, ο πληθωρισμός αυξάνεται και μειώνεται, οι άνθρωποι προσλαμβάνονται και απολύονται κι εμείς όχι μόνο δε φροντίζουμε να εμπεδώσουμε το "μάθημα", αλλά θυμώνουμε και... μετράμε σαν κάτι "ενοχλητικό" την αλλαγή.» Αντίθετα, ο λιλιπούτειος μαθητής διδάσκεται, για παράδειγμα, ότι το πράσινο έντομο «προσαρμόζει» το χρώμα του δέρματός του άλλοτε στα φύλλα των δέντρων κι άλλοτε στο ξερό χωράφι για να μην εξαφανιστεί ∙εκφράζει δε ανοικτά τα συναισθήματα που του προκαλεί ο κόσμος γύρω του, δε φοβάται μήπως πληγωθεί κι αντιμετωπίζει με απαράμιλλο θαυμασμό κάθε αλλαγή! Προφανώς, γι' αυτό ζει με το ίδιο πάθος την κάθε στιγμή...
5. Υπομονή – Πείσμα! Όλοι έχουμε δει ένα παιδί να ζητά επίμονα... παγωτό, να αρνείται να κοιμηθεί πριν ολοκληρώσει ένα παζλ ή να πεισμώνει επειδή δεν του γίνονται τα χατίρια... Κι όσο κι αν έχουμε βιαστεί να το χαρακτηρίσουμε «γκρινιάρικο», οι αντιδράσεις αυτές μαρτυρούν την έμφυτη τάση του να ξεπεράσει τα όρια που του έχουν τεθεί, με «όπλο» τη δυνατή του θέληση. Εμείς, λοιπόν, που πιστεύουμε ότι γνωρίζουμε πλέον τα δικά μας όρια, τις δυνατότητες και τις αντοχές μας, μπορούμε τώρα να θέσουμε νέους στόχους και να προσπαθήσουμε να τους πετύχουμε ξανά και ξανά, υπερπηδώντας κάθε δυσκολία. Κάθε συνειδητή σκέψη, εξάλλου, όταν επαναλαμβάνεται για μια χρονική περίοδο εξελίσσεται σε πρόγραμμα. Κι ας μην ξεχνάμε ότι περίσσια υπομονή κι επιμονή χρειάζονται ακόμα και για να ακολουθήσουμε μια... δίαιτα!
6. Εφευρετικότητα! Όσον αφορά στα παιδιά, αποτελεί ακόμα ένα μέσο για την επίτευξη των «θέλω» τους •στους ενήλικες μπορεί να «μεταφραστεί» ως αναζήτηση μη δοκιμασμένων τρόπων για να ξεπεράσουμε τα υπάρχοντα προβλήματα και να φτάσουμε στην επιβράβευση και την ανταμοιβή. Εφευρετικότητα μπορεί να θεωρηθεί, όμως, και η ικανότητά μας να «επεξεργαζόμαστε» τις πληροφορίες, τις απόψεις και τις κριτικές που δεχόμαστε, προκειμένου να τις χρησιμοποιήσουμε για την αυτοβελτίωσή μας. Πρόκειται για μια αρετή που -σε συνδυασμό με τη φαντασία- είναι ανεπτυγμένη σε μεγάλο βαθμό σε όλα τα πιτσιρίκια •αν τα παρακολουθήσουμε και τα μιμηθούμε, θα ανακαλύψουμε τόσες διεξόδους να ξεφύγουμε από τα «πεπατημένα» που πραγματικά θα εκπλαγούμε!
7. Περιέργεια! Όπως υπογραμμίζει η Anne Bacus στο βιβλίο της «Οι γονείς ρωτούν, οι ψυχολόγοι απαντούν» (εκδόσεις Lector), το παιδί που.. χώνει τη μύτη του στα συρτάρια, ρωτάει από πού έρχονται τα σύννεφα και «ανοίγει» το κινητό τηλέφωνο για να δει πώς λειτουργεί, διαθέτει ένα καταπληκτικό προτέρημα που πρέπει -πάση θυσία- να διαφυλαχθεί! Μιλάμε για τη ζωτική ορμή που οδηγεί στην ανάπτυξη του πνεύματος ∙η περιέργειά του σημαίνει ότι παραμένει ανοικτό στα διάφορα ερεθίσματα και είναι ακόμα γεμάτο κίνητρα. Εννοείται, ωστόσο, ότι εμείς οφείλουμε να έχουμε «κατακτήσει» τη διαφορά μεταξύ περιέργειας και... αδιακρισίας!
8. Περιπετειώδης διάθεση! Απαραίτητη για να μπούμε δυναμικά σε νέους «δρόμους» και να δούμε να ανοίγονται μπροστά μας καινούργιοι ορίζοντες, νικώντας προηγουμένως τις ανασφάλειες και τις φοβίες μας. Απαραίτητη, επίσης, για ν' ανταπεξέλθουμε στο «παιχνίδι» της ζωής και να «ανεβάσουμε» την αδρεναλίνη μας (την ορμόνη που, μεταξύ άλλων, βοηθά στην αποφυγή του πόνου) στα σωστά επίπεδα. «Αν συνεχίσετε να κάνετε ό,τι κάνατε πάντα, θα συνεχίσετε να έχετε τα αποτελέσματα που είχατε πάντα», σημειώνει και πάλι ο Andrew Matthews στο βιβλίο του «Άκου την καρδιά σου», υπογραμμίζοντας ότι «η διάθεση για περιπέτεια και το θάρρος δε συνεπάγονται την απουσία φόβου, αλλά την ανάληψη δράσης παρόλο που ίσως φοβόμαστε πολύ!» Με λίγα λόγια, αν δεν τολμήσουμε, δε θα μάθουμε ποτέ τι θα μπορούσε να είχε συμβεί...
9. Διεκδίκηση! Το αντίθετο, δηλαδή, της υποχώρησης ή της παραίτησης ∙έννοιες που, για τα περισσότερα παιδιά, παραμένουν... άγνωστες για πολλά χρόνια, καθώς τις θεωρούν συνώνυμες μιας μικρής ή μεγαλύτερης ήττας! Το παιδί διεκδικεί την αγκαλιά της μαμάς, το χρόνο και το χώρο του μπαμπά, την αγάπη της γιαγιάς, την προσοχή της δασκάλας, τη φιλία των συμμαθητών του, την «πρωτιά», την ελευθερία, προσπαθεί συνεχώς να τροποποιεί υπέρ του τις υπάρχουσες καταστάσεις, έχει αυτοπεποίθηση κι αναγνωρίζει την προσωπική του αξία. Ας πάρουμε, λοιπόν, το ανάλογο «μάθημα» κι ας ακολουθήσουμε την εξής αρχή: «Είμαι δυνατός άνθρωπος, μπορώ ν' αντιληφθώ και ν' αδράξω οποιαδήποτε ευκαιρία!»
10. Γέλιο – Ανεμελιά! Η ζωή είναι πολύ μικρή για να την παίρνουμε στα... σοβαρά! Έτσι εξηγείται πώς ένα λεπτό γέλιου αξίζει όσο 45΄ λεπτά βαθιάς χαλάρωσης, ενώ αρκετά λεπτά τρανταχτού γέλιου, ισοδυναμούν με 10΄ λεπτά άσκησης, προσφέροντάς μας συγχρόνως ένα εκπληκτικό, εσωτερικό μασάζ! Σε αυτό το συμπέρασμα κατέληξε έρευνα του καθηγητή της ψυχιατρικής στο Πανεπιστήμιο του Στάντφορντ, Dr. William Fray, ενώ μια άλλη έρευνα γερμανών επιστημόνων απέδειξε ότι το γέλιο (που ενεργοποιεί τις ενδογενείς οπιοειδείς ουσίες οι οποίες παρέχουν στον οργανισμό παυσίπονη, ηρεμιστική δράση), αυξάνει τη συγκέντρωση αντισωμάτων στο αίμα κι είναι άριστο «φάρμακο» για την ανανέωση των κυττάρων, τη μείωση της αρτηριακής πίεσης και την καλή λειτουργία της καρδιάς.
Ολοκληρώνοντας, αξίζει να σημειώσουμε το αποτέλεσμα πολυετούς μελέτης της Δρ. Ιωάννας Βερνίκου, της Ελληνίδας που για 31 χρόνια είχε στα χέρια της την υγεία των αστροναυτών ως διευθύντρια του Τμήματος Ερευνών Ζωής της NASA: «Για να καθυστερήσουμε ή ακόμα και να προλάβουμε πολλά από τα συμπτώματα που συνήθως αποδίδονται στα γηρατειά, πρέπει να μάθουμε να χρησιμοποιούμε σωστά τη βαρύτητα •θα το πετύχουμε, "ξαναγυρίζοντας" στα παιδικά μας χρόνια, αλλάζοντας συχνά θέσεις και αποφεύγοντας την ακινησία για πολλή ώρα, ώστε το βάρος να διαχέεται σε όλα τα σημεία του σώματός μας.»
Με άλλα λόγια, να σηκωνόμαστε συχνά από την καρέκλα, να στεκόμαστε όρθιοι κρατώντας σε εγρήγορση όλο τον οργανισμό μας, να ξαπλώνουμε για λίγο είτε μπρούμυτα είτε ανάσκελα με το κεφάλι να «κρέμεται» από το κρεβάτι, να ξαπλώνουμε επίσης για κάποια λεπτά ανάσκελα έχοντας τα πόδια σε ψηλότερο επίπεδο από το υπόλοιπο σώμα, να περπατάμε γρήγορα, να τρέχουμε, να κάνουμε ποδήλατο ή να κολυμπάμε, αφού έτσι δραστηριοποιούνται όλα τα κύτταρα και γυμνάζονται συγχρόνως το μυϊκό, το αναπνευστικό και το καρδιαγγειακό μας σύστημα.
_________________
  Πηγή: morethanawoman.gr

Πέμπτη, 21 Ιουλίου 2016

Να βρείς Ανθρώπους.....




Να βρεις ανθρώπους που σε σέβονται και σε εκτιμούν πραγματικά γι’ αυτό που είσαι.
Να βρεις ανθρώπους που σου κάνουν χώρο στη ζωή τους και δε σε βάζουν να στριμωχτείς.
Να βρεις ανθρώπους που δεν προσπαθούν να σε αλλάξουν για να μοιάσεις σε αυτό που εκείνοι έχουν ονειρευτεί.
Να βρεις ανθρώπους που σε κοιτάνε λες και είσαι κάτι το μαγικό.
 
Να βρεις ανθρώπους που δεν κουτσομπολεύουν, που δε θέλουν το κακό κανενός, που δε χαίρονται με τα προβλήματα των άλλων.
Να βρεις ανθρώπους που στις σχέσεις τους έχουν μόνο σκηνή και ποτέ παρασκήνιο.
 
Να βρεις ανθρώπους διάφανους. Που λένε αυτό που νιώθουν και που νιώθουν αυτό ακριβώς που λένε.
Να βρεις ανθρώπους που προσπαθούν να κερδίσουν την εμπιστοσύνη σου και τα καταφέρνουν.
 
Να βρεις ανθρώπους που προσπαθούν ακόμα να κάνουν τον κόσμο και τον εαυτό τους καλύτερο.
Να βρεις ανθρώπους που δε σταματάνε να ονειρεύονται και δε συμβιβάζονται με το άσχημο και το άδικο.
 
Να βρεις ανθρώπους που δεν τους αρέσει να κρίνουν και να λογοκρίνουν του άλλους.
Να βρεις ανθρώπους με τους οποίους μπορείς να παραμένεις σιωπηλός, χωρίς να νιώθει κανείς αμηχανία.
 
Να βρεις ανθρώπους που επιμένουν να βλέπουν πάντα το καλό στους άλλους. Πάντα. Ακόμα και αν θα έπρεπε να ξέρουν πια καλύτερα.
 
Να βρεις ανθρώπους που ποτέ δε θα σε πληγώσουν επίτηδες.
Να βρεις ανθρώπους που σε κάνουν να νιώθεις πως βρίσκεσαι σπίτι σου.
 
Να βρεις ανθρώπους που σε κάνουν να νιώθεις μέσα σου ζέστη.
Να βρεις ανθρώπους όμορφους. Από μέσα.
 
Αν δεν τους έχεις βρει, συνέχισε να ψάχνεις.
Βρίσκονται ανάμεσά μας. Ναι. Είμαι σίγουρη.
 
Και, όταν τους βρεις, να κάνεις τα πάντα για να τους κρατήσεις στη ζωή σου και για να είναι ευτυχισμένοι.

Και να μην τους αφήσεις ποτέ να νιώσουν μόνοι. (Ξέρεις, οι άνθρωποι που περιγράφω νιώθουν εύκολα μόνοι).

Να τους θαυμάζεις- γιατί το αξίζουν. Όχι, όμως, μόνο αυτό. Από σκέτο θαυμασμό δεν ευτύχησε ποτέ κανείς. Όταν τους βρεις, να τους αγαπάς και να τους το δείχνεις κάθε στιγμή. Να τους το δείχνεις, γιατί δεν το θεωρούν δεδομένο, γιατί δεν το ξέρουν. Να τους το λες αλλά, κυρίως, να τους το δείχνεις.
 
Και πάντα να θυμάσαι τι έχουν περάσει οι άνθρωποι αυτοί: Οι άνθρωποι αυτοί είναι μειονότητα. Και είναι δύσκολο να ζεις πάντα ως μειονότητα.

Κείμενο: Λουκία Μητσάκου

Πηγή: loukini.gr

Τετάρτη, 29 Ιουνίου 2016

Κούρεμα.....συντάξεων γιά μία ακόμη φορά...



ΚΟΥΡΕΙΟΝ Η ΕΛΛΑΣ
-------------------------------------------------
Η χώρα μας κατάντησε απέραντο κουρείο
και Υπουργοί μπαρμπέρηδες εργάζονται με μπρίο.
Με μέθοδο μοναδική τα πάντα αυτοί κουρεύουν
και στο ταψί τους Ελληνες άγρια τους χορεύουν.
Για να εξυγιάνουνε τα πάσχοντα Ταμεία
της τέχνης της κουρευτικής πήραν τα εργαλεία.
Κουρέψαν τα μερίσματα στα Επικουρικά
ως και τα επιδόματα τα αναπηρικά.
Αρχικουρέας Υπουργός με πλουμιστό μαντήλι
σαν του Ροσσίνι τον γνωστόν" Κουρέα απ΄τη Σεβίλλη"
έξυπνα κόλπα αναζητά αυτός να εφαρμόσει
τις πενιχρές συντάξεις μας πάλι να τις μειώσει.
μ΄' ένα ψαλίδι κοφτερό, τα νούμερα κουρεύει
και το ΕΚΑΣ, απ' τις μικρές συντάξεις κουτσουρεύει.
Χωρίς σαπούνι και νερό τους Ελληνες ξυρίζει
και με κολόνια "γιασεμί "ύστερα τους ραντίζει.
Μας είπαν πως το κούρεμα είναι προαπαιτούμενο
κι η διαρκής λιτότητα, των δανειστών ζητούμενο.
Τη συμφωνία ο λαός θα πρέπει να τηρήσει
γιαυτό τη φτώχεια σταθερή να τη διατηρήσει.
 
 
Ομως εσάς σας ψήφισαν ,να τους νοικοκυρέψετε
και όχι τις συντάξεις τους, σύρριζα να κουρέψετε.
Οικτρά εξαπατήθηκε ο Ελλην ο καϋμένος
ενώ επήγε για μαλλί, βρέθηκε κουρεμένος......
------------------------------------------------------------------------------------------
Μαρία Λιώτη
"κουρεμένη σύρριζα"

 



Πέμπτη, 2 Ιουνίου 2016

Ενα ελληνικό παραμύθι , που απαντά σε σύγχρονα ερωτήματα....


 

 Η Μηλιά

του Εμμανουήλ Ροΐδη



Εις ένα χωριό της Μεγάλης Ελλάδας εζούσεν ένα καιρό ένα κορίτσι τόσο καλόκαρδο και χαριτωμένο, που όλος ο κόσμος το αγαπούσεν. Αν και δεν ήταν πλούσιο, εύρισκε τρόπο να βοηθεί τους πτωχούς· ό,τι της έδιδαν το εμοίραζε με αυτούς, και όταν τα χέρια της ήσαν άδεια, η καρδιά και το στόμα της ήσαν πάντοτες γεμάτα καλά αισθήματα και καλά λόγια για να τους παρηγορεί. Και όχι μόνον οι άνθρωποι και τα σπιτικά ζώα, αλλά και αυτά τα πουλιά του δάσους την αγαπούσαν. Όταν την έβλεπαν να περνά, κατέβαιναν από τα δένδρα και την ακολουθούσαν σαν σκυλάκια, για να τους δώσει το μισό ψωμί της.

Την έλεγαν Μηλιά, γιατί την είχαν εύρει ένα απριλιάτικο πρωί από κάτω από ένα μηλόδενδρο, σκεπασμένη από τα άσπρα άνθια όπου είχε τινάξει απάνω της ο άνεμος τη νύχτα.

Το ηλικιωμένο ανδρόγυνο που την είχε υιοθετήσει ήταν τόσο πτωχό, οπού μόλις έφθαναν για να μη πεινά όσα εκέρδιζαν με το πλέξιμον η γραία και ο γέρος κόπτοντας ξύλα. Η Μηλιά έκαμνε κι εκείνη ό,τι μπορούσε για να τους βοηθήσει. Εμάζευεν εις το δάσος αγριοφράουλες, μενεξέδες και άλλα λουλούδια και τα επρόσφερνεν εις τους διαβάτες μ΄ ένα χαμόγελο τόσο γλυκό, που σπάνιον ήταν να της αρνηθούν την πεντάρα τους, όσοι είχαν να την δώσουν. Αυτοί όμως δεν ήσαν πολλοί εις το πτωχικό εκείνο χωριό, και το ψωμί και τα κάστανα, όπου έτρωγαν ο γέρος και η γριά, ήσαν πάντοτες ολιγώτερα από την όρεξί τους, και ακόμη πιο μικρό το μερδικό της Μηλιάς, αφού το εμοίραζε με τους πτωχούς και τα πουλιά.

Η Μηλιά ήταν δεκαεφτά ετών, όταν μια νύχτα, όπου ενόμιζαν οι θετοί γονιοί της πως κοιμάται, άκουσε να λέγει ο γέρος εις την γυναίκα του :

«Δεν ξέρω τι θα γίνουμεν, αν δεν κάμει ο Θεός κανένα θαύμα να μας βοηθήσει. Τα ξύλα όπου ημπορώ να σηκώσω εις τη γέρική μου πλάτη ολιγοστεύουν καθημέραν, και συ αντίς τρεις χρειάζεσαι τώρα πέντε μέρες για να πλέξεις μια κάλτσα. Η Μηλιά τρώγει λίγο, μα αγαπά να μοιράζει ψωμί εις τους πτωχούς και τα πουλιά. Συλλογούμαι τι θα γίνει αφού κλείσουμε τα μάτια. Αν ήταν ένα ή δυο χρόνια μεγαλύτερη, θα την έστελνα εις την πόλι να βολευθεί. Φρόνιμη και προκομμένη καθώς που είναι, θα εύρισκεν εύκολα μια καλή θέσι, και δεν θα λησμονούσε και τους πτωχούς ανθρώπους που την αναθρέψανε, όταν δεν θα έχω πλέον δύναμι να κόπτω ξύλα ούτε συ δάκτυλα να πλέκεις».

Η Μηλιά εκαμώθη πως δεν άκουσε τίποτες. Το πρωί όμως εσηκώθηκε πριν φέξη· έκαμεν ένα κομπόδεμα τα ολίγα της πράγματα, έσφιξε την καρδιά της, εσφούγγισε τα μάτια της, που έτρεχαν σαν βρύσι, και πήγε ν΄ αποχαιρετίσει το γέρικο ζευγάρι. Έκλαψαν κ΄ εκείνοι, έπειτα όμως εσυλλογίσθηκαν πως ήτο φανέρωμα του θείου θελήματος, να κάμει την Μηλιάν να συλλογισθεί την ίδιαν νύκτα, όσα εσυλλογίσθηκαν και εκείνοι. Την άφησαν λοιπόν να φύγει, αφού της έδωκαν πολλά φιλιά, την ευχή τους και μίαν πίτταν να την τρώγη εις τον δρόμον.

Όλο το χωριό ηθέλησε να την συνοδέψει μιαν ώρα δρόμο έως την Κρύα Βρύσι. Την ακολούθησαν έως εκεί και ένας στραβός που τον έσερνεν ο σκύλος του και δύο σακάτηδες με τα δεκανίκια. Την συνόδεψαν και γίδες, αρνιά, κότες, χήνες, πάπιες, γάλοι και πετεινοί, γιατί άνθρωποι και ζώα όλοι την αγαπούσαν και τους ελυπούσεν ο χωρισμός.

Όσον καιρόν έβλεπεν από μακριά το αποχαιρέτημα με το μαντήλι των δύο γερόντων επροσπαθούσεν η Μηλιά να κάμει θάρρος· όταν όμως έπαυσε να το βλέπει κι εκείνο, αισθάνθηκε πρώτη φορά ότι ήτο μονάχη εις τον κόσμο· την επήρε το παράπονο και άρχισαν πάλι τα μάτια της να τρέχουν. Επερπάτησεν όλην την ημέρα χωρίς να σταθεί ούτε την πίττα της να δαγκάσει. Ο πόνος τής καρδιάς γεμιζει ωσάν ψωμί το αδειανό στομάχι των δυστυχισμένων.

Αφού επερπάτησε δέκα όλες ώρες, εκάθισεν από κάτω από μίαν καστανιά ν΄ αναπαυθεί. Ακόμη όμως δεν είχε καλοκαθήσει, και την ετρόμαξαν δύο τουφεκιές και το γάβγισμα βραχνού σκύλου. Εγύρισε να ιδεί τι τρέχει και είδεν ένα σύννεφο πουλιά που έφευγαν φοβισμένα.

— Ελάτε κοντά μου, εφώναζεν, ελάτε γρήγορα να κρυβήτε σ΄ αυτήν τη λόχμη. Μη φοβάσθε, θα σας γλυτώσω, αν δεν με σκοτώσει κι εμένα ο κυνηγός, αν δεν με φάγει ο σκύλος.

Τα πουλιά εγνώρισαν τη φωνή της, εσυνάχθησαν τριγύρω της και εβιάσθησαν να τρυπώσουν αποκάτω από τα χαμόκλαδα, στρυμωμένα το ένα κοντά εις το άλλο, και άκουεν η Μηλιά τις εκατόν καρδούλες των να κτυπούν τακ-τακ σαν τα ρολόγια εις το αργαστήρι του ρολογά.

Εκείνην την στιγμή επρόβαλε και ο κυνηγός μαζί με το σκύλο του, φοβερό ζώο με κίτρινη τρίχα, με δόντια μυτερά και μάτια κόκκινα που έλαμπαν σαν ανθρακιά.

            — Κορίτσι μου, την αρώτησε, μην είδες να περάσουν απ΄ εδώ πουλιά ή άλλο κυνήγι; Από το πρωί τρέχω και δεν εσκότωσα ακόμη τίποτε. Θα σε δώσω αυτό το αργυρό δίφραγκο, αν μου δείξεις τον καλό δρόμο.

            Ενώ μιλούσεν ο κυνηγός, εξακολουθούσεν ο σκύλος να γαβγίζει και η καρδιά των πουλιών να κτυπά πιο δυνατά, και το κόκκινο βασίλεμα του ηλίου έκαμνε το αργυρό νόμισμα να λάμπει σαν να ήταν χρυσό.

            — Καλά έκαμες να μ΄ αρωτήσεις, αποκρίθηκεν η Μηλιά. Μια στιγμή πριν έλθεις, είδα ένα κοπάδι πέρδικες που επετούσαν κατά το βοριά, δυο λαγούς που έτρεχαν αντικρυνά, ένα ζαρκάδι που έφευγε κατά την ανατολή και ένα ζευγάρι φαζάνια κατά τη δύσι. Έχεις λοιπόν να διαλέξεις, μόνο δεν έχεις καιρό να χάσεις, αν θέλεις να φθάσεις.

            Ο κυνηγός της έδωκε το δίφραγκο και εκινήθηκε προς την ανατολή, ο σκύλος όμως δεν ήθελε να φύγει· επεισμάτωσε να μυρίζεται τα κλαδιά, ν΄ αλυχτά και να δείχνει τα φοβερά του δόντια. Εσυλλογίστηκε τότες η Μηλιά να του δώσει την πίττα της για να ησυχάσει· του έδωκε και ο αφέντης του μια κλωτσιά και τότε μόνον απεφάσισε το κακό ζώο να τον ακολουθήσει, όχι όμως ευχαριστημένο, αλλ΄ εξακολουθώντας το γάβγισμα, ωσάν να έλεγεν εις τον κυνηγό, πως είναι εντροπή να τον γελούν κοτζάμου άνθρωπο τα κορίτσια.

            Όταν εχάθη μακριά εις το δάσος ο κυνηγός και έπαυσε να ακούεται η φωνή του σκύλου, εβγήκαν από την κρύφτη τους τα πουλιά και δεν ήξευραν τι να κάμουν για να δείξουν την ευγνωμοσύνη τους εις την Μηλιά. Εκάθιζαν επάνω εις τον ώμο της, εκελαηδούσαν εις τ΄ αυτί της ευχαριστώ, την αέριζαν με τα πτερά των και της εφιλοτσιμπούσαν τα χέρια, τα χείλια, τα μάγουλα και το λαιμό της. Οι σπίνοι και οι πυρρουλάδες αποσπάσθηκαν να πάγουν να της φέρουν κεράσια, ζίζυφα, βατόμουρα και φραγκοστάφυλα να δειπνήσει, ενώ τα σπουργίτια και οι πετρίτες της ετοίμαζαν μαλακό στρώμα από καστανόφυλλα, μέντα και λεβάντες να κοιμηθεί. Αφού έκαμε την προσευχή της και απλώθηκεν εις το μυρωδάτο εκείνο κλινάρι, την εσκέπασαν με φτέρη για να μη κρυώσει κι εκούρνιασαν κι εκείνα εις τα περίγυρα δέντρα να την φυλάγουν.

            Το πρωί την εξύπνησε το εγερτήριο του κορυδαλλού και ήλθαν να την καλησπερίσουν και τ΄ άλλα πουλιά. Αφού ετελείωσε το γενικό τραγούδι, έλαβε το λόγο (συμπάθειο για την ελληνικούρα) ο γλυκόλαλος ρήτορας, το αηδόνι, και της είπε τα ακόλουθα, εις την γλώσσαν των πουλιών, που ένοιωθε καλά και κάπως ωμιλούσεν η Μηλιά.

            — Μας είπες χθες πως πηγαίνεις εις την πρωτεύουσα να κυνηγήσεις την τύχη, και σήμερις το πρωί εμάθαμεν από μίαν κίσσαν, ότι παρουσιάζεται μία ευκαιρία μοναδική να την πιάσεις από τα γένεια. Ο βασιλιάς, αφού εχήρεψε πρόπερσι, εβαρέθηκε τα μεγαλεία, τις δόξες, τα πλούτη και όσα άλλα του ζηλεύει ο κόσμος. Τόση είναι η πλήξη και η μελαγχολία του, όπου κατήντησε να υποσχεθεί το μισό του Βασίλειο εις εκείνον όπου κατορθώσει να τον κάμει να περάσει μία μόνη ώρα χωρίς χασμήματα ή αναστεναγμούς. Πολλοί ήλθαν από όλα τα μέρη να δοκιμάσουν. Η δοκιμή γίνεται απόψε, και ως εις την πρωτεύουσα είναι μόνο πέντε ώρες δρόμος. Σήκω λοιπόν, Μηλιά, και συγυρίσου να πας εις το παλάτι να κερδίσεις το βραβείο. Θα σε συνοδέψω με μερικά άλλα πουλιά και θα σε λέγω εις το αυτί τι πρέπει να κάμεις.

            — Πουλιά μου αγαπημένα, αποκρίθηκεν η Μηλιά, έχετε καλή καρδιά, όχι όμως και πολλή γνώσι. Μού παραγγέλνετε να συγυρισθώ χωρίς να συλλογισθείτε πως μόνον σάς εφρόντισεν ο Θεός να στολίσει τα πλουμιστά φτερά. Εγώ δεν έχω να βάλω παρά αυτό το παλιοφούστανο που φορώ. Με αυτό θέλετε να πάγω να με καμαρώσει η αυλή και ο βασιλιάς;

— Δεν είναι τα πουλιά τόσον ανόητα, όσο τα πιστεύει ο κόσμος, απήντησε το αηδόνι. Δεν θα σου έλεγα να στολιστείς, αν δεν είχαμε φροντίσει να ετοιμάσομε τα στολίδια. Έχομε φιλία με μεταξοσκούληκα και τα εβάλαμεν να δουλεύουν όλην την νύκτα για να σου κάμουν αυτό το φόρεμα όπου δεν έχει δεύτερο στην οικουμένη.

            Έφεραν τότες ένα φουστάνι από μονοκόμματο άσπρο ατλάζι, που είχε επάνω κεντημένα την άνοιξι με όλα της τα λουλούδια και τον ουρανό με όλα του τ΄ αστέρια.

            — Εγώ, είπεν ο μελισσουργός, έτρεχα όλην την νύκτα να σου εύρω αυτό το άσπρο τριαντάφυλλο να βάλεις εις τα μαλλιά σου.

            — Και εγώ, είπεν η πυρραλίδα, εσύναξα σταλαγματιές δρόσο και σου έκαμα περιδέραιο, που λάμπει περισσότερο από τα διαμάντια.

            — Και εγώ, είπεν η σουσουράδα, σου φέρνω αυτό το ριπίδι, όπου έδωκε το κάθε πουλί το ωραιότερό του φτερό για να γίνει.

            Αφού εφόρεσε τα μοναδικά της στολίδια, εφάνηκεν η Μηλιά τόσον ωραία που άρχισαν να υμνολογούν την περίσσεια χάρι της όλα μαζί τα πουλιά. Μόνον εκείνη εξακολουθούσε να είναι ανήσυχη και συλλογισμένη.

            — Τι θα γίνω, είπεν, όταν μου μιλήσει ο βασιλιάς και καταλάβει από τα πρώτα μου λόγια ότι είμαι μια χωριάτισσα του βουνού που δεν ξέρει τίποτε από τον κόσμο;

            — Μη σε νοιάζει, αποκρίθηκε το αηδόνι. Αυτή η φιλενάδα μου η κουρούνα, που βλέπεις κοντά μου, φωλιάζει από εκατόν είκοσι χρόνια εις την στέγη του παλατιού και ξεύρει όλα του τα φανερά και τα μυστικά. Την έφερα επίτηδες για να σε κατηχήσει. Σε μια ώρα θα σε μάθει όσα φθάνουν για να διδάξεις τον βασιλιά τα γονικά του.

            Με το δίφραγκο του κυνηγού ενοίκιασεν η Μηλιά το βράδυ ένα κομψό αμάξι και σωστά εις τας εννιά το βράδυ επαρουσιάσθηκεν εις την μεγάλη σάλα του παλατιού. Η εντύπωσι που έκαμεν η ομορφιά του προσώπου της και η λάμψη του φουστανιού της ήτο τόση, όπου όλες οι άβαφες γυναίκες εκιτρίνισαν από την ζούλεια, και από εκείνην την βραδυά εφανερώθηκε ποιες πασαλείβονται και ποιες όχι.

            Ο βασιλιάς κατέβηκεν από το θρόνο του και ήλθε να την προϋπαντήσει, πράγμα όπου δεν έκαμεν άλλη φορά, παρά μόνον εις την επίσκεψι της αυτοκρατόρισσας του Λεβάντε. Χωρίς να φροντίζει για την εθιμοταξία, την επήρεν από το χέρι και την έβαλε να καθίσει σιμά του, ερωτώντας από ποιο βασίλειον έρχεται, ή αν είναι ουρανοκατέβατη, γιατί δεν πιστεύει πως ημπορεί η γης να γεννήσει γυναίκα τόσον ωραία.

            Η Μηλιά εκοκκίνισε και του αποκρίθηκε με πολλή σεμνότητα και χάρι ότι είναι μια ταπεινή χωριάτισσα και ήλθε ν΄ αγωνισθεί με τους άλλους για το βραβείο.

            — Πρέπει να ξεύρεις, της είπεν ο βασιλιάς, πως τόσον πολύ εχόρτασα και αηδίασα κάθε διασκέδασι και ξεφάντωμα, που τίποτες πλέον δεν μ΄ ευχαριστεί. Έχω ολόκληρα χρόνια να γελάσω. Όλα μου φαίνονται ανούσια, ανάλατα, νερόβραστα και βαρετά. Και αυτή σου η ωραιότης εθάμπωσε τα μάτια μου χωρίς να γιατρέψει της ψυχής μου την κούρασι και πλήξι. Εύχομαι να φανεί η διασκεδαστική σου τέχνη, όσον και η ομορφιά σου μεγάλη.

            Και αφού είπεν αυτά επρόσταξεν ν΄ αρχίσει ο αγώνας.

            Τα λόγια του ετρόμαξαν την Μηλιάν, που δεν ήξευρε πώς θα κατώρθωνε να κάμει να γελάσει τον αγέλαστο εκείνο βασιλιά. Θα έχανε το θάρρος της, αν δεν ήρχετο εκείνην την στιγμήν το αηδόνι να κελαηδήσει εις το αυτί της : «Μη σε μέλει, τα πουλιά τα ετοίμασαν όλα».

            Ο πρώτος αγωνιστής που επαρουσιάσθηκεν ήταν ένας περίφημος φραγκομερίτης μπεχλιβάνης ή, καθώς τους λέγουν οι λογιώτατοι, λαθροχειριστής, τόσον επιτήδειος, που τον έπαιρναν πολλοί για μάγο και αναγκάσθηκε να φύγει απ΄ τον τόπον του, όπου εσυνήθιζαν τότες να καίουν τους μάγους. Αυτός εμάντεψε το χαρτί, άσο πίκα, όπου είχε βάλει ο βασιλιάς εις το νου του, ετηγάνισεν αυγά μέσα εις το καπέλο του αυλάρχη και έστειλε την ξανθή περρούκα της Μεγάλης Κυρίας να σκεπάσει του ιπποκόμου τη φαλάκρα. Έπειτα κατώρθωσε να βγάλει από τη μύτη του υπουργού της δικαιοσύνης ένα σχοινί της φούρκας και από την τσέπη του στρατάρχη ένα δειλό λαγουδάκι. Όλα επήγαιναν καλά, μόνον ο βασιλιάς δεν είχεν ακόμα γελάσει. Με την ελπίδα να επιτύχει και τούτο, εσκαρφίσθηκε να λαθροχειρίσει το βασιλικό στέμμα και να στεφανώσει με αυτό μια κεφαλή αγριοχοίρου, που ήταν στημένη εις το μέσο του τραπεζιού του δείπνου. Ο βασιλιάς όμως δεν ήταν, καθώς φαίνεται, ευδιάθετος. Αντί να γελάσει ευρήκεν άνοστο το χωρατόν, κι επρόσταξε να διώξουν τον χωρατατζή μ΄ ένα καλό λάχτισμα εις το μέρος του υποκειμένου του που είναι παρακάτω από τη ράχη.

            Ο δεύτερος αγωνιστής ήταν ένας σοβαρός ασπρογένης φιλόσοφος από τα μέρη της Ολλάνδας. Αυτός είχε φέρει μαζί του μια παράξενη μηχανή, με ένα είδος υαλίτικο καζάνι απ΄ επάνω. Το άνοιξε και έρριψε μέσα κάρβουνο κοπανιστό, μια κουταλιά αδιάργυρο, μια φούχτα αλογόπετρα, ένα κλαδί δενδρολίβανο και ένα βώλο νισαντήρι. Τα ανακάτεψε με μια χρυσή κουτάλα και αμέσως εζεστάθηκαν, εκόρωσαν, εφλογοβόλησαν, έπειτα εκρύωσαν, εκρουστάλλιασαν, και ευρέθη το καζάνι γεμάτο διαμάντια μεγάλα σαν τ΄ αυγά της περιστεράς. Όλοι οι αυλικοί έμεναν εκστατικοί και όλες οι κυρίες άπλωναν το χέρι για να λάβουν από ένα από τα διαμάντια που άρχισεν ο σοφός της Ολλάνδας να μοιράζει. Ο βασιλιάς όμως εθύμωσε και πάλι, επρόσταξεν εις τις κυρίες να δώσουν οπίσω όσα είχαν λάβει και είπε με οργή εις το χημικό : «Δεν εσυλλογίσθηκες, ζευζέκη, πως άμα γίνουν τα διαμάντια κοινά σαν τα χαλίκια, θα χάσουν όλη τους την αξία τα δικά μου, που είναι τα πρώτα του κόσμου και, αν λάχει και χρειαστώ χρήματα, μπορώ να τα πουλήσω όσο θέλω; Φύγε απ΄ εδώ, και αν ξανακάμεις άλλη φορά διαμάντια, θα σου σπάσω μαζί με τη μηχανή και το κεφάλι».

            Ο τρίτος ήταν ο πρώτος επιστήμονας ενός καινούργιου κόσμου, που είχεν ανακαλύψει ένας κάποιος Κολόμπος, πέρα από το μεγάλο νερομάζωμα, που το λέγουν Ατλαντικό. Αυτός ο νεοκοσμίτης είχε καταφέρει ύστερα από πολλές μελέτες και δοκιμές, να κλείσει τις ηλιακές αχτίδες μέσα εις μπουκαλάκια, που μοιάζανε μικρά αχλάδια, τόσον όμως φωτερά που ο βασιλιάς και όλοι οι αυλικοί εθαμπώθηκαν και ανοιγόκλειαν τα μάτια, ωσάν νυχτερίδες που επλάκωσεν ο πρωινός ήλιος, πριν προφθάσουν να χωθούν εις τη σπηλιά τους. Αφού εμισοστράβωσε τον κόσμο άρχισεν ο επιστήμονας να εξηγεί πως αυτά τ΄ αχτινοβόλα αχλάδια είναι νέο σύστημα φωτισμού, και με το μισό έξοδο θα δίδουν φως δεκαπλάσιο από το λάδι, που θα ξεπέσει τότες η τιμή του εις το δέκατο, αφού δε θα χρησιμεύει πλιά παρά μόνο για το τηγάνισμα και τη σαλάτα.

            — Δεν ξεύρεις, αχρείε, τον διέκοψεν ο βασιλιάς κίτρινος από την οργή, πως τα κτήματα του βασιλείου μου, τα δικά μου και του λαού μου, είναι όλα ελαιώνες, και έρχεσαι να μας ξεπέσεις την τιμή του λαδιού! Γκρεμίσου να μη σε βλέπω, και αν αύριο ευρεθείς ακόμη εις τα κράτη μου, θα σ΄ αλείψω με λάδι και θα σε κάψω ζωντανό.

            Ήταν τώρα η σειρά της Μηλιάς και έτρεμεν όλη, βλέποντας πόσον αγριωμένος ήταν ο βασιλιάς. Της εκελάδησεν όμως πάλιν το αηδόνι κάτι που της έδωκεν θάρρος. Ολωνών τα μάτια ήτανε καρφωμένα απάνω της και η σιωπή τόσο τέλεια, που θ΄ άκουε κανένας μυίγαν να πετά ή χόρτο να φυτρώνει.

            Η Μηλιά έδωκε τότε διαταγή ν΄ ανοίξουν τα είκοσι παράθυρα της σάλας. Και αμέσως επέταξαν μέσα μικρόπουλα κάθε λογής και είδους, κίτρινοι μελισσουργοί, κόκκινοι πυρρουλάδες, αργυρά ψαροπούλια, μαύροι κότσυφοι, πλουμιστές κίχλες, παρδαλές καρδερίνες, σπίνοι, φρεντζούνια, σεισούρες, ποταμίδες, καλογρίτσες, μαλαθρίτσες, κορυδαλλοί, ασπρόκωλοι, τρυποκάρυδα και κεφαλάδες. Αφού εφτερούγιασαν ένα δυο λεπτά, εδώ κ΄ εκεί γύρω εις τις λάμπες και τους πολυελαίους, σαν τρελλά πουλιά που ήταν, έκαμαν έπειτα ένα μεγάλο κύκλο. Το αηδόνι εστάθη εις το κέντρο κτυπώντας σαν αρχιμουσικός με τις φτερούγες του το ρυθμό, και ακούστηκε τότε μια πρωτάκουστη συμφωνία τόσο γλυκειά που θα έλεγες πως την είχε συνθέσει η μελοποιήτρια της Παράδεισος Αγία Καικιλία. Από όλα τα κομμάτια άρεσε περισσότερο μια λιγυρή τετραφωνία σπίνων, που έκαμεν όλους να δακρύσουν, και το κωμικό τραγούδι της κίσσας, το τόσο πηδηκτούλικο και ζωηρά τονισμένο, που όλοι οι αυλικοί άρχισαν να σειούνται και να κινούν τα πόδια σαν αν είχαν γεμίσει οι κάλτσες των μερμήγκια.

            — Χορέψατε τώρα, πουλιά μου, επρόσταξεν η Μηλιά.

            Είκοσι ζευγάρια καναρίνια άρχισαν τότε να χορεύουν ένα έχτακτο και πρωτοφανίστικο βαλς. Με τη μια φτερούγα εκρατούντο τα δυο πουλιά αγκαλιασμένα και επετούσαν με την άλλην. Τα ζευγάρια εγύριζαν ωσάν άνεμες και έκαμαν δέκα φορές το γύρο της σάλας. Έπειτα εχόρευσαν κατά γης περπατητά μια νόστιμη καδρίλια οι τσαλαπετεινοί και ακόμη καλλίτερα επέτυχε το κοτιλλιόν με όλα του τα παιχνίδια. Εις αυτό έκαμαν όλους να ξεκαρδισθούν τα νάζια μιας ακατάδεκτης καρδερίνας, που της επαρουσίασαν δέκα κατά σειράν χορευτάδες και δεν της άρεσε κανέναςּ τους εκύτταζε με περιφρόνησι κι έλεγεν όχι με το κεφάλι. Ο ενδέκατος έτυχε να της αρέσειּ για να του το αποδείξει του έδωκε μια μυίγα που είχε πιάσει. Την έχαψεν εκείνος και έπειτα αγκάλιασε τη χορεύτριά του και άρχισαν να γυρνούν με χάρι και τέχνη μοναδική.

            Δεν θα ετελείωνα ποτέ αν ήθελα να τα πω όλα. Η διασκέδασι έκλεισε με μια βροχήν από σπάνια λουλούδια, που είχαν φέρει τα χελιδόνια από τα ξένα μέρη. Το σπανιώτερο απ΄ όλα ήταν ένας γαλάζιος λωτός του επάνω Νείλου, που επρόσφερεν η Μηλιά εις τον βασιλιά.








            Εκείνος ήτανε τώρα όλος ζωή και χαρά. Το αίμα ανέβηκε να βάψει τη χλωμή του όψι και τα μάτια έρριχναν σπίθες. Χωρίς να συλλογισθή ούτε το μεγαλείο ούτε τους προγόνους του, ούτε τι θα έλεγαν οι γύρω του πριγκίποι, δούκες, στρατάρχες, υπουργοί και δεσποτάδες, έσκυψε και εφίλησε την Μηλιά εις το μέτωπο, τα δυο μάγουλα και το σιαγόνι. Το σταυροφίλημα εκείνο, καθώς το έλεγαν, ισοδυναμούσε τότε εις την Μεγάλη Ελλάδα με επίσημον αρραβώνα. Δεν ημπορώ να είπω αν άρεσεν ο αρραβώνας εκείνος εις όλους τους αυλικούς ή μίαν τουλάχιστον αυλικήν. Όλοι όμως ηναγκάσθησαν θέλοντας και μη θέλοντας να φωνάζουν: Ζήτω η βασίλισσά μας! Το ίδιο εφώναξαν εις την γλώσσαν τους και όλα τα πουλιά, και βλέποντας ότι έκλαιεν η Μηλιά ενώ την αποχαιρετούσαν, της έδωκαν την υπόσχεσι να την βλέπουν συχνά.











            Οι γάμοι έγιναν την επομένην εβδομάδα με περισσή μεγαλοπρέπεια και πομπή. Εις αυτούς ήσαν καλεσμένοι και οι θετοί γονιοί της Μηλιάς, ο γέρος και η γριά, που τους έκαμνε να φαίνονται δέκα χρόνια νεώτεροι η χαρά.

            Ο βασιλιάς, για να τους έχει κοντά της η αγαπημένη του γυναίκα, εζήτησε να τους εύρει καμμιά δημόσια θέσι εις την πρωτεύουσά του. Βλέποντας πόσον ήτο η γριά φρόνιμη, οικονόμα, νοικοκυρά, λιγόφαγη και εις όλα τακτική την έκανεν υπουργίναν επί των οικονομικών. Ο γέρος όμως ήταν πλέον δυσκολοβόλευτος. Δεν ήξευρεν ο άνθρωπος ούτε να γράφει ούτε να διαβάζει. Ο βασιλιάς επονοκεφαλούσε να εύρη πώς ήτο δυνατόν να τον οικονομήσει, όταν έτυχε ν΄ αποθάνει ο επί της δημοσίας εκπαιδεύσεως υπουργός. Μη έχοντας πρόχειρον καμμίαν άλλην, έδωκεν εις τον γέρον την θέσιν του μακαρίτη, και από τότες εγεννήθη και σώζεται ακόμη εις πολλά μέρη η συνήθεια να δίδεται εις τον πλέον αγράμματον το υπουργείον της παιδείας.-



Κυριακή, 15 Μαΐου 2016

Ο ΧΡΗΣΜΟΣ ΤΗΣ ΠΥΘΙΑΣ









Ο ΧΡΗΣΜΟΣ  ΤΗΣ ΠΥΘΙΑΣ

-----------------------------------------------------

Παρέα συναδελφική, απλή και συμπαγής

εξέδραμε  χαρούμενη στον "ομφαλό της γής".

Εις τα μνημεία των Δελφών πήγε και στα Μαντεία

και στην Πυθία στάθηκε   που ήταν αυθεντία΄.


Εισέδυσε στο άντρο της και ζήτησε να λάβει

απ' τη σοφή τη μάντισσα,χρησμό,μήπως προλάβει

και αποτρέψει τα δεινά που έρχονται με φόρα

και βίαια τους Ελληνες ωθούν στην κατηφόρα.


Πες μας Πυθία μας εσύ που όλα τα  προβλέπεις

της δόλιας της πατρίδας μας το μέλλον πώς το βλέπεις;

Φωνή βαριά, απόκοσμη ακούστηκε από το βάθος

και της Ιέρειας ο χρησμός αντήχησε με πάθος.


"Είπατε τω πρωθυπουργώ  τω Αλεξίω Τσίπρα

ότι αυτά που θα ειπώ πολλή θα φέρουν πίκρα.

Εγω η Πυθία η έμπειρη το λέω καθαρά

πως έχει από πίσω της η αχλάδα την ουρά.


Τα μέτρα που οι δανειστές , είπαν να εφαρμόσει

και τους φτωχούς ιθαγενείς με φόρους να φλομώσει

θα προξενήσουν στο λαό μιζέρια και διχόνοια

και θα τον βασανίζουνε αλύπητα για χρόνια.


Αν δεν αλλάξει τακτική,τα δόντια αν δεν τους τρίξει

τη δόλια την Ελλάδα μας στα βράχια θα τη ρίξει

κι  αφού αυτοί στα παλαιά τον γράφουν υποδήματα

να φύγει απ΄' την Κυβέρνηση με ελαφρά πηδήματα.


Αν συνεχίζει με ψευτιές στον κόσμο να μιλάει

κι'αν φύκια για μεταξωτές κορδέλες τους πουλάει,

Αν επιμείνει για καιρό να έχει αυταπάτες

και το κοινό να ξεγελά με φούμαρα κι απάτες,


κι αν δε μιλήσει ορθά κοφτά παρα μ' ήξεις αφίξεις

βασανισμένε Ελληνα βρες τρόπο να τον ρίξεις."

Με μια βαθιά υπόκλιση τέλειωσε το χρησμό

κι η συντροφιά που τ' ακουσε έβγαλε στεναγμό.


Θερμές ευχές  μας έδωσε    να πάμε στο καλό

αφού μέσ' το αγγείο της   ρίξουμε οβολό.

---------------------------------------------------------------------------

Μαρία Λιώτη


Μάϊος 2016

Ο χρησμός της Πυθίας για το μέλλον της Ελλάδος που εδώ και αιώνες επιβεβαιώνεται στο ακέραιο - See more at: http://apocalypsejohn.com/chrismos-pithias-mellon-ellados-epiveveonete/#sthash.eSXeTzVq.dpuf
Ο χρησμός της Πυθίας για το μέλλον της Ελλάδος που εδώ και αιώνες επιβεβαιώνεται στο ακέραιο - See more at: http://apocalypsejohn.com/chrismos-pithias-mellon-ellados-epiveveonete/#sthash.eSXeTzVq.dpuf
Ο χρησμός της Πυθίας για το μέλλον της Ελλάδος που εδώ και αιώνες επιβεβαιώνεται στο ακέραιο !

«Ασκός κλυδωνιζόμενος μηδεπώποτε βυθιζόμενος»
Όταν στις αρχές του 2ου προχριστιανικού αιώνα ο πολύπειρος Αρκάδας στρατηγός Φιλοποίμην, είδε την διάθεση για εμπλοκή στα Ελληνικά πράγματα του Ρωμαίου υπάτου Φλαμινίκου, κατάλαβε πως οι Έλληνες βρισκόταν μπροστά σε τεράστιες περιπέτειες.
Ο Φιλοποίμην αποφάσισε τότε να συμβουλευθεί το Μαντείο των Δελφών για το μέλλον της Ελλάδος.
Η Πυθία έδωσε τον εξής χρησμό και ταυτόχρονα τον απόλυτο ορισμό της Ελλάδας, που εδώ και 22 αιώνες επιβεβαιώνεται στο ακέραιο:
«Ασκός κλυδωνιζόμενος μηδεπώποτε βυθιζόμενος»
Η ιέρεια των Δελφών παρομοίασε, δηλαδή, την Ελλάδα με φουσκωμένο ασκί στο φουρτουνιασμένο πέλαγος, που κλυδωνίζεται μεν λόγω των κυμάτων, αλλά που δεν πρόκειται να βυθιστεί ποτέ!
Και πράγματι, επιβεβαιώνοντας τους φόβους του Φιλοποίμενα:
Οι Ρωμαίοι ήρθαν.
Οι Γότθοι ήρθαν.
Οι Άβαροι ήρθαν.
Οι Φράγκοι ήρθαν.
Οι Τούρκοι ήρθαν.
Οι Άραβες ήρθαν.
Οι Γερμανοί ήρθαν.
Σύμμαχοι ήρθαν, προδότες ήρθαν, χρεωκοπίες ήρθαν, μνημόνια ήρθαν…
Αλλά ο ασκός, σε πείσμα όλων αυτών και πολλών άλλων, «μηδεπώποτε βυθίζεται»!
- See more at: http://apocalypsejohn.com/chrismos-pithias-mellon-ellados-epiveveonete/#sthash.eSXeTzVq.dpuf


Ο χρησμός της Πυθίας για το μέλλον της Ελλάδος που εδώ και αιώνες επιβεβαιώνεται στο ακέραιο - See more at: http://apocalypsejohn.com/chrismos-pithias-mellon-ellados-epiveveonete/#sthash.eSXeTzVq.dpuf