Παρασκευή, 17 Μαρτίου 2017

ΤΟ ΚΟΚΚΙΝΟ ΝΥΦΙΚΟ

Συλλογικό διήγημα  ΤΟ ΚΟΚΚΙΝΟ ΝΥΦΙΚΟ



Συμμετέχουν οι εξής bloggers:



  1. Μαριλένα από https://marilenaspotofart.wordpress.com/
  2. Αριστέα από http://princess-airis.blogspot.gr/
  3. Μαριάννα από https://onirokosmos-art.blogspot.gr/
  4. Πέτρα από http://pistos-petra.blogspot.gr/
  5. Μαρία Κανελλάκη από http://toapagio.blogspot.gr/
  6. Μαρία Νικολάου από http://tokeimeno.blogspot.gr/
  7. Memaria από http://mytripssonblog.blogspot.gr/
  8. Γιάννης από http://idipoton.pblogs.gr/
  9. Αλεξάνδρα από http://abuttononthemoon.blogspot.gr/
  10. Άννα από http://kloanna.blogspot.gr/
  11. Κλαυδία από http://katoapotinakropoli.blogspot.gr/
  12. Χριστίνα από http://butterfly-butterflysworld.blogspot.gr/




Πρόσωπα:
Άλις: πρωταγωνίστρια, 18 χρόνων
Σάρλοτ: μητέρα Άλις (νεκρή)
Τζέημς Μακάλιστερ: πατέρας Σάρλοτ
Τζέφρι Μπάνιστερ: πατέρας Άλις
Βέρα: δεύτερη σύζυγος Μπάνιστερ
Τσαρλς: γιος Βέρας και Μπάνιστερ, 6 χρόνων
Χέρπμπερτ: αδελφός Βέρας
Μπράιαν Κλαρκ: εραστής Άλις και γιός Μαίρης Κέλι
Μάθιου Κέλι: ζωγράφος
Μις Σάλι: γκουβερνάντα
Μαίρη: Αδελφή Μάθιου Κέλι
                                           Μοναχή Agatha: Αδελφή Μάθιου και Μαίρης Κέλι

Σύνδεση με το προηγούμενο :









Βγήκε ξέροντας πως όλοι θα κοιμούνται. Κατευθύνθηκε προς τη σάλα όταν άκουσε περίεργα τριξίματα από τη σκάλα που οδηγούσε στο πατάρι. Αναζήτησε ένα μέρος για να κρυφτεί. Η κουρτίνα του παραθύρου της φάνηκε ιδανική λύση. Κρύφτηκε πίσω της και κράτησε την αναπνοή της.

Ένιωσε την παρουσία μιας γυναικείας φιγούρας που δεν ήταν σίγουρα η Μις Σάλι, η γκουβερνάντα, μα ούτε και η Άλις.



Κεφάλαιο 11



Η αλήθεια αρχίζει να ξεδιπλώνεται


Britannia Royal Naval College DEVON
Η καρδιά της σφυροκοπούσε στο στήθος της και είχε την αίσθηση ότι οι χτύποι της, αντηχούσανε στο χώρο που φωτιζότανε αχνά από το φως του φεγγαριού. Είχε κοιμηθεί ελάχιστα μετά την επιστροφή της από την Ιρλανδία. Οι σκέψεις, οι προβληματισμοί, η οδύνη της για τη βίαιη απομάκρυνση του γιού της μ΄αυτόν τον αιφνιδιαστικό τρόπο την είχανε εξουθενώσει . Γνώριζε την επιθυμία του άνδρα της να φοιτήσει ο Τσαρλς στo Britannia Royal Naval College στο Ντέβον τόπο καταγωγής και του ίδιου, γνώριζε τις αντιρρήσεις του για τον τρόπο που τον ανέτρεφε, είχανε συγκρουσθεί άπειρες φορές γι΄αυτό το θέμα, ήτανε βέβαιη όμως , ότι θα τηρούσε το λόγο του και το παιδί θα πήγαινε σε οικοτροφείο στο Ντέβον μετά τη συμπλήρωση των 12 χρόνων του !!! Δεν μπορούσε να δεχτεί τη φυγάδευσή του άρον άρον ,ούτε φυσικά τις ανεπαρκείς εξηγήσεις που της είχανε δοθεί περί κινδύνου απαγωγής !!! Λίγα γνώριζε εξ άλλου για τις δουλειές και τις υποθέσεις του συζύγου της. Μετά την αποβολή του από τη Βασιλική Ναυτική Σχολή του Ντέβον, είχε ασχοληθεί με το εμπόριο έργων Τέχνης γνήσιων και πλαστών, συνεργαζόμενος με έναν Γάλλο, τον Μαρσέλ Ντινώ. Στη συνέχεια ασχολήθηκε με τις αγοραπωλησίες γης και κατάφερε σε σύντομο σχετικά διάστημα, να γίνει πολύ επιτυχημένος Κτηματομεσίτης, να αποκτήσει περιουσία και να αγοράσει γή, στην Ιρλανδία κυρίως. Εκεί εξ άλλου είχανε γνωριστεί . Η δική της οικογένεια, με ιρλανδέζικες ρίζες από την προγιαγιά της, ήτανε από τους πρωτοπόρους που είχανε επενδύσει στο Σιδηρόδρομο , εδώ και πολλές γενιές ήτανε ιδιοκτήτες αποστακτηρίου ΟΥΙΣΚΥ και στα κτήματά τους στο Kildare, εκτρέφανε τα κομψά PERCHERON, τα μεγαλόσωμα CLYDESDALE και τα δυνατά γκρίζα CONNEMARA, τα καλύτερα άλογα σε όλο το Ηνωμένο Βασίλειο . Είχε τόσο υπέροχες αναμνήσεις από τα καλοκαίρια που περνούσε κάνοντας ιππασία στα σμαραγδένια λιβάδια της Ιρλανδίας…. Όμως το πρόσφατο ταξίδι της, αντί να δώσει απαντήσεις στα ερωτηματικά της, την είχε τρομοκρατήσει και την είχε απογοητεύσει εντελώς. Η κατάσταση ήτανε εκρηκτική, οι βίαιες συγκρούσεις πέρα από κάθε φαντασία κι εκείνη μόνη, είχε αποτολμήσει να ταξιδέψει στο Δουβλίνο αναζητώντας τον ζωγράφο Μάθιου Κέλι !!!







Η Βέρα


Οι βαριές κουρτίνες ήτανε πάντα τραβηγμένες στο πλάϊ των μεγάλων παραθύρων του χωλ και λίγα βήματα τη χωρίζανε από το διάδρομο , αν έφθανε ως εκεί σίγουρα θα μπορούσε πιά να διακρίνει τη φιγούρα του ατόμου που επιχειρούσε σιγοπατώντας να ανέβει τη σκάλα που οδηγούσε στο πατάρι….Προσπαθούσε να καταλαγιάσει το φόβο της ενώ χίλια ερωτηματικά βασανίζανε το μυαλό της, ποιος ήτανε ο άγνωστος εισβολέας, πως είχε μπεί στο σπίτι και τι ή ποιόν αναζητούσε ; Ενοιωθε τα πόδια της καρφωμένα στο πάτωμα και το σφίξιμο στο στομάχι της τόσο οδυνηρό, που έσφιγγε ασυναίσθητα τις γροθιές της ,με αποτέλεσμα τα νύχια της να μπήγονται στις παλάμες της προκαλώντας της αφόρητο πόνο….




Ξαφνικά ένας βαρύς γδούπος και μία κραυγή πόνου έσκισε το σκοτάδι….η Βέρα έκανε ασυναίσθητα ένα βήμα μπροστά και στάθηκε αναποφάσιστη….αμέσως μετά ακουστήκανε τα βήματα και η φωνή της Μίς Σάλι που ανέβαινε αλαφιασμένη από το ισόγειο κρατώντας μία λάμπα και φωνάζοντας με αγωνία : «Τι πάθατε κυρία Βέρα;;; Που βρίσκεστε, χτυπήσατε;;;»

Η Βέρα μόλις που κατάφερε να αρθρώσει δυό λέξεις βγαίνοντας από την κρυψώνα της , κατευθυνόμενη προς την άκρη του διαδρόμου «Σάλι πρόσεχε !!! Καλά είμαι, αλλά κάποιος άλλος είναι εδώ !!! Η Σάλι με το φόβο ζωγραφισμένο στο πρόσωπό της, αναρωτήθηκε φωναχτά :«Τι ήτανε αυτός ο θόρυβος;;;» Οι δύο γυναίκες κοιταχτήκανε με απορία και χωρίς να πούνε άλλη λέξη κατευθυνθήκανε προς τη σκάλα που οδηγούσε στον επάνω όροφο και το πατάρι….Προπορευότανε η Σάλι με επιφύλαξη, κρατώντας ψηλά τη λάμπα που φώτιζε το χώρο , κάνοντας τις σκιές τους να διαγράφονται πελώριες στους τοίχους που ήτανε σκεπασμένοι από πίνακες με βαρύτιμες κορνίζες….Μόλις δυό βήματα τις χωρίζανε από το ανθρώπινο κορμί που ήτανε σωριασμένο στη βάση της σκάλας ,ενώ ακούγανε καθαρά τη βαριά ανάσα και τα βογκητά της γυναίκας με τα κόκκινα μαλλιά που ήτανε κουβαριασμένη μπροστά τους, πεσμένη μπρούμυτα με το πρόσωπο στο πάτωμα. Φορούσε ένα χοντρό μάλλινο πανωφόρι σε μουντό πράσινο χρώμα , καφετί φουστάνι, καφέ δετά μποτίνια….και πρόφερε με δυσκολία τις λέξεις : «Mo chos….mo chos….hit mo cheann….O!!! Nimhneach ….!!! (To πόδι μου…..το πόδι μου…. Χτύπησα το κεφάλι μου…..Ο !!! Πονάω !!!)


Η Σάλι τινάχτηκε ασυναίσθητα και προσπάθησε να κρύψει την έκπληξή της, αυτή η γυναίκα δεν της ήτανε άγνωστη,. . Την είχε συναντήσει και στο παρελθόν, όταν είχε επισκεφθεί αρκετές φορές το Coldbery's Manor συνοδεύοντας τον αδελφό της, το ζωγράφο Μάθιου Κέλι .

Ο Μάθιου Κέλι

Οι μνήμες του παρελθόντος την κατέκλυσαν και οι εικόνες άρχισαν να περνούν αστραπιαία μπροστά από τα μάτια της, η ευαίσθητη αιθέρια Σάρλοτ να ποζάρει, η μικρούλα αξιολάτρευτη΄Αλις , να τριγυρίζει τιτιβίζοντας έχοντας αγκαλιά την αγαπημένη της πορσελάνινη κούκλα, ο Μάθιου με το βασανισμένο βλέμμα, τα πινέλα, τις παλέτες και τα απλωμένα χρώματα να ζωγραφίζει στον κήπο, στη λίμνη, στη μεγάλη σάλα …..


Η Μις Σάλι

Ωρες ώρες νόμιζε ότι ότι ζούσε από πάντα σε τούτο το μελαγχολικό σπίτι, ίσως γιατί ήθελε να ξεχάσει τα παιδικά της χρόνια στο Ορφανοτροφείο του Ντάρτμουθ. Δεν είχε γνωρίσει γονείς, οικογένεια, ζεστασιά, τρυφερότητα κι όταν έγινε 14 ετών , για καλή της τύχη, βρέθηκε σαν βοηθός, στο σπίτι του εφημέριου του ST PETROX και της αδελφής του της Μαργαρίτας. Οι δύο αυτοί άνθρωποι με την καλοσύνη και τη γλυκύτητά τους γεμίσανε την καρδιά της ευγνωμοσύνη και θα είχε γίνει σίγουρα μοναχή, αν δεν είχε γνωρίσει τον Τομ τον αμαξά στα 17 της…..Παντρευτήκανε με τις ευλογίες του εφημέριου και της Μαργαρίτας , που έραψε και κέντησε το νυφικό της και της παραχώρησε σχεδόν ολόκληρη την προίκα της . Ποτέ δεν ήτανε τόσο ευτυχισμένη! Είχε για πρώτη φορά στη ζωή της, το δικό της σπιτικό κι έναν θαυμάσιο σύζυγο που την αγαπούσε και τη νοιαζότανε…… μπορούσε να ονειρεύεται αισιόδοξα τη δημιουργία της δικής της οικογένειας !!!΄Ητανε το μοναδικό πράγμα που επιθυμούσε, η μοίρα όμως της επιφύλαξε πολλά εμπόδια στην επίτευξη αυτού του στόχου……τρείς αποβολές, δυό παιδιά γεννημένα νεκρά και η μικρή Μαργαρίτα της , ο θησαυρός της, το κοριτσάκι της που το πήρε ο Θεός πρίν συμπληρώσει τα τρία του χρόνια …..Μπόρεσε να υπομείνει καρτερικά αυτές τις δοκιμασίες, χάρη στην βαθειά ριζωμένη χριστιανική πίστη της, τα παρηγορητικά λόγια του εφημέριου και της αδελφής του και την αγάπη του Τομ….Ο καλός της ο Τομ, εργατικός και καλότροπος έφυγε γελαστός εκείνο το βροχερό πρωϊνό και δεν γύρισε ποτέ ξανά στο σπίτι…..Εμεινε χήρα πριν συμπληρώσει τα 30 της χρόνια και λίγους μήνες αργότερα, δέχτηκε με ανακούφιση και χαρά την πρόταση του εφημέριου, να μετακομίσει βόρεια σε μία έπαυλη στο Κόλντεμπερυ για να αναλάβει το ρόλο της γκουβερνάντας !!!









Ο Τζέφρι Μπάνιστερ

Όταν έφθασε στην έπαυλη η Σάλι, γνώρισε εκτός από τον εργοδότη της , τον επιβλητικό Τζέφρι Μπάνιστερ, την εύθραυστη γυναίκα του, τη Σάρλοτ , τη νεογέννητη κόρη του την ΄Αλις,  και τον Μάθιου, το ζωγράφο. Έναν ψηλό λεπτό άνδρα με καστανοκόκκινα μαλλιά και γκριζοπράσινα θλιμμένα μάτια που εκείνη την εποχή φιλοτεχνούσε έναν μεγάλο πίνακα , παραγγελία του κ. Μπάνιστερ. Ο Μάθιου είχε ζωγραφίσει πολλούς πίνακες για λογαριασμό του, τοπία της περιοχής , νεκρές φύσεις, εκτός από το μεγάλο πορτραίτο του ίδιου και εκείνο της γυναίκας του, που δέσποζαν στη σάλα της έπαυλης. Ερχότανε και έφευγε κατά διαστήματα , αποτυπώνοντας στους καμβάδες του με ευαισθησία και λεπτότητα τα θέματά του διατηρώντας άψογη επαγγελματική σχέση με τον εργοδότη του και κρύβοντας επιμελώς τα τρυφερά αισθήματα που έτρεφε για τη Σάρλοτ….την ονειροπόλα Σάρλοτ που βυθιζότανε κάθε μέρα και περισσότερο στο δικό της κόσμο, προσκολλημένη παθολογικά στην κόρη της και παραδομένη στη μελαγχολική ομορφιά του τοπίου και τη μαγεία της λίμνης με τα νούφαρα και τους λευκούς κύκνους.




Η Σάρλοτ

Αυτό το μωρό, την ΄Αλις, το θεώρησε δώρο Θεού η Σάλι, έγινε το φως της ζωής της!!! Δεν ήτανε απλά γκουβερνάντα, αλλά προστάτης και φύλακας άγγελος όχι μόνο του μωρού, αλλά και της μητέρας του, της Σάρλοτ. Της ευαίσθητης, συνεσταλμένης, αιθέριας Σάρλοτ, που μετά τη γέννηση του παιδιού της, έχασε κάθε ενδιαφέρον για οτιδήποτε άλλο γύρω της …..Ο άνδρας της , απουσίαζε πιά πολύ συχνά για τις υποθέσεις του και τα ταξίδια του στην Ιρλανδία διαρκούσανε εβδομάδες . Ητανε ολοφάνερο. πως τα σφοδρά συναισθήματα του Τζέφρι Μπάνιστερ για τη γυναίκα του, είχανε προ πολλού ξεθυμάνει και το αρχικό πάθος του και ο τυφλός έρωτάς του είχανε χαθεί αμετάκλητα, σ΄αυτό σίγουρα συντέλεσε και η υποτακτική, ονειροπόλα, φύση της Σάρλοτ, που δεν του πρόσφερε πιά καμία ένταση, καμία πρόκληση κανένα ενδιαφέρον…..η γέννηση της κόρης του εξ άλλου , αποτέλεσε μία ακόμη μάλλον απογοητευτική εξέλιξη, αφού δεν του χάρισε το γιό που σίγουρα προτιμούσε.




Η Μαίρη

Το ζωγράφο Μάθιου Κέλι τον σύστησε στον Τζέφρι Μπάνιστερ ο Μαρσέλ Ντινιώ. Συνεργαζότανε καιρό μαζί του , είχε ένα απίστευτο ταλέντο στις πιστές αντιγραφές των μεγάλων Ιταλών, Ολλανδών και Ισπανών Μαίτρ που ο κ. Ντινιώ φρόντισε να εκμεταλλευτεί καταλλήλως. Από την άλλη ο Μάθιου, με το ταλέντο του, εξασφάλιζε αρκετά χρήματα ώστε να μη λιμοκτονούν ο ίδιος , οι γονείς και τ΄αδέλφια του , ενώ συνεισέφερε οικονομικά και στο επαναστατικό κίνημα των Φένιανς των οποίων ήτανε οπαδός όπως και όλοι οι δικοί του. Όταν ο Τζέφρι Μπάνιστερ ζήτησε να δεί ένα δείγμα της δουλειάς του, εκείνος του έφερε ένα μικρό πορτραίο της αδελφής του , της Μαίρης….Η γη χάθηκε κάτω από τα πόδια του, ο αλαζόνας, υπερόπτης , φλεγματικός ΄Αγγλος, έμεινε έκθαμβος από τη σαγήνη που εξέπεμπε η εικόνα που ήτανε αποτυπωμένη στον καμβά . Η συνεργασία τους ξεκίνησε αμέσως με μία σοβαρή παραγγελία και την ανάλογη προκαταβολή , προσκλήθηκε μάλιστα να παρευρεθεί σε μία οικογενειακή γιορτή που θα γινότανε το ίδιο βράδυ σε μία πάμπ στοTEMPLBAR.

Εκείνο το βράδυ , ο Τζέφρι Μπάνιστερ έχασε το μυαλό του παρακολουθώντας τη Μαίρη να χορεύει τους παραδοσιακούς χορούς της πατρίδας της. Μαγεύτηκε κυριολεκτικά !!! Πίνοντας αμέτρητα ποτήρια μπύρα GUINESS χειροκροτούσε ενθουσιασμένος τους χορευτές με τις παραδοσιακές στολές και χτυπούσε τα πόδια του στο πάτωμα ακολουθώντας το ρυθμό…Η Μαίρη με το ακτινοβόλο και πανέμορφο πρόσωπό της , πλαισιωμένο από τις κοκκινόχρυσες μπούκλες, που αναδεύονταν παιχνιδιάρικα σε κάθε κίνηση του κεφαλιού της τον είχε κατακτήσει με την πρώτη ματιά !!! Τα πράσινα λαμπερά μάτια της με τα τοξωτά φρύδια και το ευθύ , ζωηρό βλέμμα τον είχανε μαγνητίσει , αισθάνθηκε να δονείται ολόκληρη η ύπαρξή του ενώ το κόκκινο ζουμερό στόμα της με τα μαργαριταρένια δόντια προκαλούσανε ασυγκράτητα τις αισθήσεις του εκπέμποντας μία πρωτόγνωρη θέρμη . Η κατάκτησή της έγινε προτεραιότητα για τον Τζέφρι, όλες οι υποχρεώσεις και ασχολίες του περάσανε σε δεύτερο πλάνο και αγωνίστηκε μήνες για να επιτύχει το σκοπό του έχοντας απέναντι, όχι μόνο τον Μάθιου ,αλλά τον κόσμο ολόκληρο !!! ΄Ητανε γραφτό όμως η σχέση τους να ολοκληρωθεί κι ένας έρωτας παράφορος και συγκλονιστικός να παρασύρει και τους δυό τους σε απύθμενα βάθη…..με τραγικές συνέπειες…..










Προπαραμονή του Αγίου Πατρικίου, η βροχή έπεφτε ασταμάτητα και  η αδελφή Agatha άνοιξε με τρεμάμενα χέρια το παράθυρο του μικρού δωματίου που χρησίμευε σαν προθάλαμος του Πτωχοκομείου ΄Αγιος Πατρίκιος και ένοιωσε ανακούφιση ανασαίνοντας βαθειά τον υγρό αέρα. Είχανε ανοίξει οι ουρανοί και ο δυνατός κρότος των βροντών έκανε τα τζάμια των παραθύρων να τρίζουν ενώ οι αστραπές, φωτίζανε κατά διαστήματα το χώρο. Είχανε συμβεί τόσα πολλά μέσα στις τελευταίες δύο ώρες….Δεκαπέντε χρόνια έκανε το διακόνημά της σ΄αυτό το Πτωχοκομείο , μαζί με άλλες αδελφές του Τάγματός της, προσπαθώντας να δώσει ανακούφιση στους δυστυχισμένους, όμως ποτέ δεν είχε αισθανθεί τόση ταραχή και απελπισία. Μόλις πριν λίγο είχε λάβει ένα προχειρογραμμένο σημείωμα από τον ανηψιό της τον Μπράϊαν, τον 20χρονο γιό της μικρότερης αδελφής της , της Μαίρης, με το νέο της σύλληψης και φυλάκισης του αδελφού της, του Μάθιου !!! Θα έπρεπε να φροντίσει να ενημερώσει άμεσα τον πατέρα Ντέϊβιντ, όμως αυτό ήτανε αδύνατον , γιατί μόλις το ίδιο πρωΐ, εκείνος είχε φύγει για να επισκεφθεί την ετοιμοθάνατη μητέρα του στο Κόρκ!  Υστερα δέχτηκε την επίσκεψη εκείνης της κυρίας από την Αγγλία, της Βέρας Μπάνιστερ !!! Η κυρία Μπάνιστερ έκανε μία γενναιόδωρη δωρεά και πολλές ερωτήσεις….αναζητούσε τον Μάθιου Κέλι …..Εννοείται ότι δεν έδωσε καμία πληροφορία, ούτε καν της πέρασε από το μυαλό, να αναφέρει το παραμικρό στην κυρία Μπάνιστερ σχετικά με το παρελθόν που συνέδεε τον Μάθιου, τη Μαίρη και τον γιό της τον Μπράϊαν, με τον σύζυγό της και τη μακαρίτισσα πρώτη του σύζυγο !!!




Η αδελφή Agatha


Στράφηκε στον απέναντι τοίχο και στύλωσε τα μάτια της στην εικόνα του εσταυρωμένου που ήτανε απέναντί της , ένοιωσε να ασφυκτιά κάτω από τη λευκή καλύπτρα της και άρχισε να προσεύχεται με θέρμη, μετρώντας τις χάντρες του ροζαρίου της......




Συνεχίζεται.......






Δευτέρα, 20 Φεβρουαρίου 2017

Άνθρωποι που με το πέρασμά τους αγγίζουν ψυχές



 
 
 
Μια μέρα, όχι πολύ παλιά, ένα παιδί γεννήθηκε. Αυτό το παιδί ήσουν εσύ.
Οι πιθανότητες να έρθεις σε αυτόν τον κόσμο ήταν απειροελάχιστες. Οι γονείς σου όχι μόνο έπρεπε να συναντηθούν, αλλά έπρεπε να αισθανθούν και κάποια έλξη ώστε να επιτρέψουν τη δημιουργία σου. Είτε ήταν τρελά ερωτευμένοι για χρόνια, είτε συναντήθηκαν μόνο μια φορά δεν έχει σημασία. Εσύ ήρθες εδώ και υπάρχει κάποιος λόγος.
Ο κόσμος δεν έχει δει άλλον άνθρωπο σαν εσένα και δε θα δει ποτέ όμοιό σου. Είναι η δική σου στιγμή. Σε σχέση με τα εκατομμύρια χρόνια ζωής αυτού του πλανήτη, το πέρασμά σου μοιάζει με ένα φτερούγισμα πεταλούδας.
Και όμως μέσα σε αυτό το διάστημα δημιούργησες, αγάπησες, αγαπήθηκες, έμαθες και μοιράστηκες τη ζωή σου με άλλους ανθρώπους.
Ίσως κάποιες στιγμές τα πράγματα να ήταν δύσκολα. Όλα να σου φάνηκαν μάταια, να σου φάνηκαν δύσκολα και απροσπέλαστα. Εκείνες όμως οι σκοτεινές στιγμές είναι η απόδειξη ότι έχεις περισσότερη δύναμη από όσο νομίζεις, ότι έχεις περισσότερες αντοχές από ότι πιστεύεις και ότι έχεις μια ακλόνητη αποφασιστικότητα. Μόλις το δεις και το εκτιμήσεις, οποιοδήποτε εμπόδιο εξαφανίζεται.
Θυμήσου τις στιγμές που μοιράστηκες τη χαρά με τους συνανθρώπους σου. Εξαιτίας σου υπήρξαν αυτές οι στιγμές. Χωρίς εσένα δε θα υπήρχαν. Θυμήσου κάθε άνθρωπο που μοιράστηκες το χαμόγελό σου. Θυμήσου κάθε άνθρωπο που αγκάλιασες και φίλησες. Κάθε άνθρωπο που του συμπαραστάθηκες, που τον ενθάρρυνες, του είπες έναν καλό λόγο για να μην τα παρατήσει. Θυμήσου όλους αυτούς, στους οποίους έδωσες κίνητρο να κοιτάνε τον ήλιο, να κοιτάνε τον ουρανό και τις ομορφιές γύρω τους και να παίρνουν δύναμη από τη δική σου στάση ζωής. Αν δεν ήσουν εσύ, εκείνες οι στιγμές δε θα υπήρχαν.
Εξαιτίας σου υπάρχει περισσότερη χαρά στον κόσμο. Εξαιτίας σου υπάρχει περισσότερη ελπίδα στον κόσμο. Εξαιτίας σου ο κόσμος μπορεί να είναι πιο αισιόδοξος. Ακόμα κι αν αυτά που κάνεις δε σου φαίνονται σπουδαία, να θυμάσαι ότι τα πάντα εξαπλώνονται και έχουν μια αλυσιδωτή αντίδραση.
Κάθε σου σκέψη, κάθε σου λέξη και κάθε σου πράξη επεκτείνεται και ενώ εσύ νομίζεις πως επηρεάζεις μόνο έναν άνθρωπο, στην ουσία επηρεάζεις εκατοντάδες, ακόμη κι αν δεν τους γνωρίζεις. Όταν σκορπίζεις καλοσύνη, εμπνέει κι άλλους να κάνουν το ίδιο. Όταν χαμογελάς, ζωγραφίζεις χαμόγελα και στα πρόσωπα των άλλων. Η δική σου αγκαλιά ανοίγει κι άλλες αγκαλιές. Η δική σου αγάπη είναι φάρος για να μη «χαθούν» οι ψυχές στο ταξίδι τους.
Βαθιά μέσα σου γνωρίζεις πως έχεις φως και το κουβαλάς όπου και να πας. Φωτίζεις τον δρόμο σου και το δρόμο των άλλων. Και για αυτό σε ευχαριστούμε που υπάρχεις. Ναι, εσένα. Εσένα που διαβάζεις αυτές τις λέξεις αυτήν την στιγμή. Εσένα που αγγίζεις ψυχές με το πέρασμά σου.

Αρθρο της Βίκυς Τσώκου

Τρίτη, 31 Ιανουαρίου 2017

Αλέν Ντε Μποτόν – “Γιατί θα παντρευτείς τον λάθος άνθρωπο…”

 


Ένα υπέροχο κείμενο του Αλέν Ντε Μποτόν που δημοσιεύθηκε στους New York Times εξηγεί τι είδους σύντροφο επιλέγουμε και στο τέλος καταλήγουμε δυστυχισμένοι και μόνοι.

Λένε – και πολλές φορές ισχύει – ότι συνήθως δεν παντρευόμαστε αυτόν ή αυτήν που ερωτευόμαστε. Είναι μια αλήθεια, επιμένουν οι πεσιμιστές, που ισχύει για τους περισσότερους ανθρώπους ανεξαρτήτως φυλής και εθνικότητας, οικονομικής κατάστασης και μορφωτικού επιπέδου. Γιατί, όμως, συμβαίνει αυτό; Τι μας οδηγεί στο λάθος ταίρι ή στην καλύτερη περίπτωση όχι στον άνθρωπο που πραγματικά ερωτευτήκαμε; Οι λόγοι που παραθέτει ο Αλέν ντε Μποτόν εξηγούν και το πώς το κείμενο του έγινε δημοφιλές μέσα σε λίγες ώρες από την ανάρτηση του στη στήλη των απόψεων των “New York Times”.
“Είναι από εκείνα τα πράγματα που πιο πολύ φοβόμαστε ότι μπορούν να συμβούν σε εμάς. Μπορούμε να κάνουμε πολλά για να το αποφύγουμε. Κι όμως τελικά κάνουμε το ίδιο λάθος που έκαναν πολλοί πριν από εμάς: παντρευόμαστε τον λάθος άνθρωπο. Εν μέρει, αυτό συμβαίνει, γιατί έχουμε τεράστιο πρόβλημα, όταν προσπαθούμε να πλησιάσουμε τους άλλους. Φαινόμαστε πιο φυσιολογικοί μόνο σε όσους δεν μας γνωρίζουν πολύ καλά. Σε μία πιο σοφή κοινωνία, σε μια κοινωνία που θα γνώριζε λίγο καλύτερα τον εαυτό της, η ιδανική ερώτηση στο δείπνο του πρώτου κιόλας ραντεβού θα ήταν: ‘Και πώς είσαι, όταν τρελαίνεσαι;’.
Ίσως έχουμε την τάση – και πόσο λανθασμένα – να γινόμαστε έξαλλοι με κάποιον που διαφωνεί μαζί μας ή να νιώθουμε χαλαροί μόνο όταν δουλεύουμε. Συνηθίζουμε να κρατάμε καρτεργάρικη στάση σε ό,τι αφορά την οικειότητα μετά το σεξ ή ακόμη χειρότερα συνηθίζουμε να σιωπούμε, ως απάντηση στις μικροταπεινώσεις της ζωής. Κανένας δεν είναι τέλειος. Το πρόβλημα είναι ότι πριν από τον γάμο, σπάνια τολμούμε να σκαλίσουμε τα συμπλέγματα μας. Κάθε φορά που οι συνήθεις σχέσεις απειλούν να αποκαλύψουν τα ψεγάδια μας, κατηγορούμε τους συντρόφους μας. Όσο για τους φίλους μας, δεν νοιάζονται και τόσο πολύ να κάνουν όλη αυτή τη σκληρή δουλειά, ώστε να μας διαφωτίσουν για τα ελαττώματα μας.
Για να καταλάβουμε τους συντρόφους μας, για να αποκομίσουμε αυτή τη ζωτική εντύπωση για εκείνους, επισκεπτόμαστε τις οικογένειες τους, κοιτάμε τις παλιές τους φωτογραφίες, γνωριζόμαστε με τους συμμαθητές και τους φίλους τους. Όλο αυτό μας δημιουργεί την εντύπωση ότι έχουμε κάνει όσα πρέπει να κάνουμε. Κι όμως, αυτό είναι λάθος. Ο γάμος τελειώνει σαν ένα ελπιδοφόρο, γενναιόδωρο, τζογαδόρικο, ωστόσο, παιχνίδι που παίζουν δύο άνθρωποι, που δεν ξέρουν ποιοι είναι ούτε ποιοι θα γίνουν, δένοντας τους εαυτούς σε ένα μέλλον που δεν μπορούν να αντέξουν, ένα μέλλον για το οποίο προσεκτικά απέφυγαν κάθε έρευνα.

Καθ’ όλη τη διάρκεια της πορείας του ανθρώπινου είδους, οι άνθρωποι παντρεύονται για λογικούς και συμφεροντο-λογικούς σκοπούς: επειδή η γη της κοπέλας συνόρευε με εκείνη του γείτονα, επειδή η οικογένεια της κατείχε μία επικερδή επιχείρηση, επειδή ο πατέρας της ήταν ο φύλαρχος ή ο αρχηγός της πόλης… Κι από τέτοιους λογικούς γάμους εκπορεύονταν τα εξής: μοναξιά, απιστία, κακοποίηση, σκληρές καρδιές και σκοτισμένα μυαλά. Ο γάμος από συμφέρον ποτέ δεν υπήρξε ένας λογικός γάμος. Γι’ αυτό και αντικαταστάθηκε από τον γάμο από έρωτα.
Αυτό που έχει σημασία σε έναν γάμο από έρωτα είναι ότι υπάρχουν δύο άνθρωποι που κυριολεκτικά έχουν βυθιστεί ο ένας στον άλλο και κατά βάθος γνωρίζουν ότι αυτό που κάνουν είναι σωστό. Για την ακρίβεια, όσο πιο ανώριμος εμφανίζεται ένας γάμος (επειδή, ίσως έγινε μέσα σ’ ένα εξάμηνο από τότε που γνωρίστηκε το ζευγάρι), τόσο πιο ασφαλής μπορεί να είναι. Η επιπολαιότητα στην πραγματικότητα είναι το αντίβαρο για όλα τα λάθη, ένας καταλύτης στη δυστυχία: το κύρος που εδώ διαθέτει το ένστικτο είναι μία φυσική αντίδραση σε τόσους αιώνες παράλογης λογικής.
Ακόμη και έτσι, όμως, παρά το ότι θεωρούμε ότι αναζητούμε την ευτυχία, τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά. Γιατί αυτό που πραγματικά ψάχνουμε δεν είναι η ευτυχία, αλλά η ομοιότητα, να κάτι που μπερδεύει τα σχέδια μας, ειδικά σε ό,τι αφορά τον γάμο: εκείνο που πραγματικά ψάχνουμε είναι να ξαναδημιουργήσουμε, ως ενήλικες πια, το περιβάλλον και τα συναισθήματα της παιδικής μας ηλικίας. Η αγάπη που οι περισσότεροι από εμάς γευτήκαμε ως παιδιά, ήταν αναμεμιγμένη με κάποιες δυναμικές αποδόμησης: όπως το αίσθημα του να θέλεις να βοηθήσεις έναν ενήλικα που έχει χάσει τον έλεγχο, όπως το να φοβάσαι τον θυμό του γονιού, όπως το να νιώθεις έκθετος, αν ετοιμάζεσαι να εκφράσεις όσα νιώθεις κι όσα θες. Τώρα, λοιπόν, δεν μοιάζει πιο λογικό που στην ενήλικη ζωή μας απορρίπτουμε συγκεκριμένους ανθρώπους, όχι επειδή έχουν κάποιο ελάττωμα, αλλά επειδή είναι οι σωστοί για εμάς. Για την ακρίβεια, πολύ σωστοί, πολύ ώριμοι, πολύ ισορροπημένοι, γεμάτη κατανόηση, πιστοί και αξιόπιστοι, τόσο πια που η καρδιά μας ξέρει ότι όλα αυτά τα συναισθήματα είναι απολύτως ξένα για εμάς. Παντρευόμαστε τους λάθος ανθρώπους, γιατί πολύ απλά δεν θέλουμε να σχετιζόμαστε με αυτούς που θα μας αγαπήσουν πραγματικά και θα μας κάνουν ευτυχισμένους.
Και φυσικά, κάνουμε λάθη, ακριβώς επειδή είμαστε τόσο μόνοι. Πραγματικά μόνοι. Καιρό μόνοι. Και μετά από τόσο καιρό μοναξιάς, απομόνωσης σχεδόν είναι ανέφικτο να μπορέσεις να παραμείνεις επιλεκτικός. Και τελικώς, παντρευόμαστε για να δημιουργήσουμε μία ωραία αίσθηση μονιμότητας. Νομίζουμε ότι ο γάμος θα μας βοηθήσει να διατηρήσουμε τη χαρά που νιώσαμε, όταν αποφασίσαμε να κάνουμε την πρόταση: ίσως να ήμασταν τότε στη Βενετία, με τον ήλιο του απογεύματος να ρίχνει χρυσές ανταύγειες στα νερά και να εξομολογούμασταν πράγματα που δεν είχαμε ξαναπεί σε κανέναν. Παντρευτήκαμε, πιστεύοντας ότι όλο αυτό θα κρατούσε για καιρό, αλλά ούτε που μυριστήκαμε ότι όλο αυτό δεν είχε καμία σχέση με τον θεσμό του γάμου.
Στην πραγματικότητα, ο γάμος μας πάει αλλού, σ’ ένα σπίτι γεμάτο υποχρεώσεις και τρελαμένα παιδιά, που σκοτώνουν το πάθος κι ας προήλθαν απ’ αυτό. Το μόνο συστατικό που απομένει σ’ αυτό το μπουκάλι είναι ο σύντροφος και συνήθως είναι το λάθος συστατικό. Τα καλά νέα είναι ότι δεν πειράζει αν ανακαλύψαμε ότι παντρευτήκαμε τον λάθος άνθρωπο. Δεν χρειάζεται να τον / την εγκαταλείψουμε, ας εγκαταλείψουμε μόνο το ρομαντικό ιδεώδες του δυτικού πολιτισμού που εδώ και 250 χρόνια επιμένει ότι κάπου εκεί έξω υπάρχει το ιδανικό άλλο μας μισό, έτοιμο να ικανοποιήσει κάθε μας επιθυμία. Φυσικά και όχι.
Χρειάζεται μόνο να απορρίψουμε και να απαλλαγούμε από αυτή την ιδεώδη θεώρηση με τη συνειδητοποίηση ότι κάποτε και θα θυμώσουμε, και θα ενοχληθούμε και θα απογοητευτούμε σε μια σχέση και θα ανταποδώσουμε κιόλας, (χωρίς να υπάρχει ίχνος κακίας σε όλο αυτό πολλές φορές). Δεν υπάρχει τέλος στο αίσθημα του κενού και της μη πληρότητας. Αλλά τίποτα από αυτά δεν είναι ασυνήθιστο ή αιτίας διαζυγίου. Με το να επιλέγουμε αυτόν με τον οποίο θα δέσουμε τη ζωή μας, ουσιαστικά επιλέγουμε τον τρόπο με τον οποίο θέλουμε να υποφέρουμε.
Αυτή η πεσιμιστική φιλοσοφία που επικρατεί γύρω από τον γάμο προσφέρει μία λύση που μας απαλλάσσει από τα αγχωτικά, γεμάτα αναταραχή κομμάτια του θεσμού. Ακούγεται παράξενο, αλλά ακριβώς αυτή η απαισιοδοξία ανακουφίζει από την καταπιεστική φαντασίωση περί ρομαντικού γάμου. Η αποτυχία ενός συγκεκριμένου συντρόφου να μας σώσει από τη θλίψη και η μελαγχολία δεν έχει να κάνει με τον συγκεκριμένο άνθρωπο ούτε είναι σημάδι καταστροφής ή… αναβάθμισης αυτής της ένωσης.
Ο άνθρωπος που μας ταιριάζει καλύτερα, δεν είναι αυτό με τον οποίο συμφωνούμε στα πάντα, με τον οποίο μοιραζόμαστε κοινά γούστα και επιλογές, αλλά εκείνος που μπορεί να διαπραγματευτεί τις διαφορές μας με έναν έξυπνο τρόπο – κοινώς ένας σύντροφος που είναι καλός στις διαφωνίες και τις διαπραγματεύσεις. Πέρα από το ιδανικό του τέλειου ταιριάσματος δύο ανθρώπων, υπάρχει ένα άλλο ιδανικό κι αυτό είναι η ικανότητα να ανέχεται κάποιος τις διαφορές και τα ελαττώματα μας με γενναιοδωρία κι αυτό – ναι – είναι η μεγαλύτερη ένδειξη του ότι βρήκαμε τον περισσότερο κατάλληλο άνθρωπο. Και – ναι – η συμβατότητα είναι ένα επίτευγμα της αγάπης, αλλά όχι προαπαιτούμενο της.
Ο ρομαντισμός δεν μας βοήθησε πολύ. Είναι μία μάλλον τραχιά φιλοσοφία. Είναι ο λόγος για τον οποίο πολλά από αυτά που περνάμε στους γάμους μας, γεγονότα που μας φαίνεται εξωπραγματικά και κάποτε άθλια. Καταλήγουμε μόνοι και πεπεισμένοι ότι η οντότητα μας με όλες της τις ατέλειες δεν είναι φυσιολογική. Πρέπει να γίνουμε πιο “φιλόξενοι” στο “λάθος”, προσπαθώντας να υιοθετήσουμε μία πιο ανάλαφρη, χιουμοριστική συμπεριφορά που θα συγχωρεί εμάς, αλλά και τους γύρω μας”.
______________
   Πηγή: www.lifo.gr

Παρασκευή, 13 Ιανουαρίου 2017

ΓΑΛΗΝΗ.......


Μια υπέροχη ιστορία για τη γαλήνη της ψυχής.


"Ποιος καλός άνεμος σε φέρνει εδώ;"
ρώτησε ο σοφός δάσκαλος τον οδοιπόρο που ζητούσε
απεγνωσμένα να τον συναντήσει.

"Εγώ θέλω γαλήνη" απάντησε μελαγχολικά εκείνος.

Ο δάσκαλος πήρε ένα ξύλο κι έγραψε στο χώμα :
Εγώ θέλω γαλήνη

"Κοίταξε τώρα πόσο απλό είναι" είπε στον οδοιπόρο και
Διέγραψε με μια κίνηση το «Εγώ».

"Σβήνεις πρώτα το εγώ. Είναι αδύνατον να βρει γαλήνη αυτός που
πιστεύει ότι είναι αποκομμένος από τον Θεό και τους συνανθρώπους του.
Το εγώ πάντα νιώθει ότι απειλείται κι έτσι φοβάται και αντιστέκεται."

Με μια δεύτερη κίνηση διέγραψε το «θέλω»

"Το θέλω δηλώνει επιθυμία, ανάγκη και προσκόλληση.

Όταν τρέχεις πίσω από τις επιθυμίες σου ποτέ δε θα γίνεις
ευτυχισμένος. Είναι η γνωστή «επίδραση του κουνουπιού».

Αν σε ένα δωμάτιο υπάρχουν δέκα κουνούπια κι εσύ σκοτώσεις τα εννιά,
το δέκατο κουνούπι δε θα σε αφήσει να κοιμηθείς.

Έτσι είναι και οι επιθυμίες. Όσες και να ικανοποιήσεις πάντα θα
υπάρχει κάποια που δε θα σε αφήνει να κοιμηθείς."

Ο οδοιπόρος κοιτώντας την δυνατή εικόνα στο χώμα λένε πως βίωσε την
πρώτη του αφύπνιση.

Είχαν σβηστεί το «Εγώ» και το «θέλω» και

είχε μείνει η ... Γαλήνη.

 

Δευτέρα, 2 Ιανουαρίου 2017

Ένα διδακτικό παραμύθι... Μάς αφορά όλους...

Καλή Χρονιά θα ευχηθώ, καλή κι ευλογημένη,
κι οι άνθρωποι σ΄όλη τη γη, γεροί κι ευτυχισμένοι !!!


Σε μία φάρμα....




Ένα διδακτικό παραμύθι... Μάς αφορά όλους...

Ένα ποντικάκι κάποτε, παρατηρούσε από την τρυπούλα του τον αγρότη και τη γυναίκα του που ξεδίπλωναν ένα πακέτο. Τι λιχουδιά άραγε έκρυβε εκείνο το πακέτο; Αναρωτήθηκε. Όταν οι δύο αγρότες άνοιξαν το πακέτο, δεν φαντάζεστε πόσο μεγάλο ήταν το σοκ που έπαθε, όταν διαπίστωσε πως επρόκειτο για μια ποντικοπαγίδα!     

 

Τρέχει γρήγορα λοιπόν στον αχυρώνα για να ανακοινώσει το φοβερό νέο!.Μια ποντικοπαγίδα μέσα στο σπίτι! Μια ποντικοπαγίδα μέσα στο σπίτι!

Η κότα κακάρισε, έξυσε την πλάτη της και σηκώνοντας το λαιμό της είπε: " ποντικέ μου, καταλαβαίνω πως αυτό αποτελεί πρόβλημα για σένα, αλλά δεν βλέπω να έχει καμιά επίπτωση σε μένα! Δε με ενοχλεί καθόλου εμένα η ποντικοπαγίδα στο σπίτι!".

Το ποντικάκι γύρισε τότε στο γουρούνι και τού φώναξε: "Έχει μια ποντικοπαγίδα στο σπίτι! Το γουρούνι έδειξε συμπόνια αλλά απάντησε: "Λυπάμαι πολύ ποντικέ μου, αλλά δεν μπορώ να κάνω τίποτα άλλο από το να προσευχηθώ. Να είσαι σίγουρος ότι θα το κάνω. Θα προσευχηθώ." Τότε το ποντίκι στράφηκε προς το βόδι και τού φώναξε κρούοντας τον κώδωνα τού κινδύνου:



 
 
"Έχει μια ποντικοπαγίδα στο σπίτι! Έχει μια ποντικοπαγίδα στο σπίτι!" Και το βόδι απάντησε:"Κοιτάξτε, ποντικέ μου, πολύ λυπάμαι για τον κίνδυνο που διατρέχεις, αλλά εμένα η ποντικοπαγίδα το μόνο που μπορεί να μου κάνει, είναι ένα τσιμπηματάκι στο δέρμα μου! "
 

Έτσι, ο ποντικούλης, έφυγε με κατεβασμένο το κεφάλι, περίλυπος και απογοητευμένος γιατί θα έπρεπε ΜΟΝΟΣ ΤΟΥ, να αντιμετωπίσει τον κίνδυνο της ποντικοπαγίδας!
 
Την επόμενη νύχτα, ένας παράξενος θόρυβος, κάτι σαν το θόρυβο που κάνει η ποντικοπαγίδα όταν κλείνει, ξύπνησε τη γυναίκα τού αγρότη που έτρεξε να δει τι συνέβη. Μέσα στη νύχτα όμως, δεν πρόσεξε πως στην παγίδα πιάστηκε από την ουρά ένα φίδι .... Φοβισμένο το φίδι δάγκωσε τη γυναίκα. Ο άντρας της έτρεξε γρήγορα και την πήγε στο νοσοκομείο. Αλλοίμονο όμως, την έφερε στο σπίτι με πολύ υψηλό πυρετό. Ο γιατρός τον συμβούλεψε να της κάνει ζεστές σουπίτσες.. Έτσι ο αγρότης *έσφαξε την κότα* για να κάνει μια καλή κοτόσουπα!

Η γυναίκα όμως πήγαινε από το κακό στο χειρότερο και όλοι οι γείτονες ερχόταν στη φάρμα να βοηθήσουν. Ο καθένας με τη σειρά του καθόταν στο προσκεφάλι της γυναίκας από ένα 8ωρο. Για να τους ταΐσει όλους αυτούς ο αγρότης αναγκάστηκε να *σφάξει το γουρούνι*. Τελικά όμως η γυναίκα δε τη γλύτωσε! Πέθανε! Στη κηδεία της ήρθε πάρα πολύς κόσμος, γιατί ήταν καλή γυναίκα και την αγαπούσαν όλοι. Για να φιλοξενήσει όλον αυτόν τον κόσμο ο αγρότης αναγκάστηκε να *σφάξει το βόδι*


Ο κυρ Ποντικός μας, έβλεπε όλο αυτό το πήγαιν' έλα από την τρυπούλα του με πάρα πολύ μεγάλη θλίψη.......

 


ΤΑ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ ΕΙΝΑΙ ΠΩΣ: Χάσαμε την ανθρωπιά μας. και ενισχύσαμε τον ατομισμό μας..! Όταν κάποιος δίπλα μας κινδυνεύει, βρισκόμαστε όλοι σε κίνδυνο! Είμαστε όλοι συνεπιβάτες σ' αυτό το πλοίο που λέγεται ζωή! Ο καθένας μας αποτελεί τον κρίκο της ίδιας αλυσίδας! Είμαστε σαν τις ίνες ενός υφάσματος. Και αν ένα μέρος του υφάσματος χαλάσει, το ύφασμα είναι άχρηστο....

Είναι αδύνατον να γελάμε, αν δεν γελάει ολόκληρη η γειτονιά.

*Αγαπητοί φίλοι.*

Πραγματικά η ιστοριούλα είναι πολύ διδακτική. Δεν είναι, λοιπόν, καθόλου τυχαίο το ότι όλοι οι μεγάλοι φιλόσοφοι δίδαξαν την αλληλεγγύη όχι μονάχα ως μια μεγάλη αρετή, αλλά και ως αναγκαία τέτοια.

 



Κυριακή, 25 Δεκεμβρίου 2016

Ρεβεγιόν....Ρεφενέ !!!





Καλά κι ευλογημένα Χριστούγεννα φίλες μου !!! Μιά ιστορία Χριστουγεννιάτικη σκαρώθηκε για να μας ανεβάσει τη γιορτινή διάθεση.....χαρείτε την !!!

Ρεβεγιόν….ρεφενέ !!!

Η Σοράγια με τη ζεστή κούπα του καφέ στο χέρι, στεκότανε μπροστά στο παράθυρο με τα μαλλιά αναστατωμένα και μαύρους κύκλους κάτω από τα μάτια , είχε τα χάλια της και ήξερε καλά πως δεν οφειλότανε αυτό στην τριήμερη εφημερία της στο Νοσοκομείο. Είχε κακοκοιμηθεί, είχε κακοσηκωθεί, γενικά ήτανε κακόκεφη εδώ και πολύ καιρό…. Αισθανότανε σχεδόν ανακούφιση που έλειπε ο Θεόφιλος σ’ εκείνο το 15θήμερο συνέδριο στην Ιαπωνία… Η μέρα ήτανε μουντή και οι απέναντι παλιές πολυκατοικίες φαντάζανε πιο θλιβερές απ΄ότι ήτανε στην πραγματικότητα….τα μπαλκόνια/αποθήκες με τα καχεκτικά φυτά και τα κακοαπλωμένα ρούχα μαζί με τις κεραίες στις ταράτσες, πληγώνανε το βλέμμα της Είχε πάρει τις εξετάσεις της εδώ και μία εβδομάδα, θα έπρεπε να χειρουργηθεί οπωσδήποτε μετά τις γιορτές…. «Δεν τα αφήνουμε αυτά " της είπε προχθές, ο τέταρτος κατά σειράν ειδικός γιατρός ,που πήγε να συμβουλευτεί…Ενοιωσε την ανάγκη να κάνει κάτι άμεσα, να το παλέψει, να μην αφεθεί άλλο σ΄αυτή τη μιζέρια….που την κατάτρωγε…» « Πρέπει να κάνω κάτι, να το διαχειριστώ, να ξεμιζεριάσω… Σκέφτηκε και τινάχτηκε ξαφνιασμένη από το κουδούνισμα του τηλεφώνου….»

Η Νιόβη, δεν είχε κοιμηθεί σχεδόν καθόλου…..αυτό το βάρος στο στήθος, η απογοήτευση, ο θυμός , την είχανε εξαντλήσει….χωμένη στα κουβαριασμένα σκεπάσματα, προσπαθούσε να επεξεργαστεί τα συναισθήματα, τις σκέψεις που τις τρυπάγανε το μυαλό…..από την 1η του επόμενου μήνα, όλο το προσωπικό θα πληρωνότανε 4ωρο ή 5άωρο, αλλά εννοείται ότι θα εργαζότανε κανονικά….8ωρο….και όποιος θέλει ….αυτά δήλωσε με χαμηλωμένα μάτια και αλλαγμένη φωνή η Τασούλα, η υπεύθυνη προσωπικού. Εργαζότανε 12 χρόνια σ΄αυτόν τον Οίκο Νυφικών, η δουλειά της τη γέμιζε χαρά, είχε ντύσει χιλιάδες νυφούλες κάνοντας ατέλειωτες απλήρωτες υπερωρίες, είχε δώσει την ψυχή της, όπως και οι περισσότερες συνάδελφοί της άλλωστε και τώρα….Τις στενάχωρες σκέψεις της διέκοψε το κουδούνισμα του τηλεφώνου….

Η Ροδάνθη γέμισε την τσαγιέρα με νερό, έριξε κι ένα ξυλάκι κανέλλα μέσα, εδώ και χρόνια έτσι έπινε το τσάΐ της, όπως η μάνα και η γιαγιά της, αρωματισμένο με κανέλλα, την ηρεμούσε και της γλύκαινε την ψυχή αυτή η ευωδιά…..Δεν είχε και την καλύτερη διάθεση αυτές τις γιορτές, το ατύχημα του άνδρα της του Φιλήμονα εδώ και 20 μέρες της είχε ρίξει το κλονισμένο ηθικό στα τάρταρα…..Στο φαρμακείο στη γωνία πήγε ο άνθρωπος και ένα πέσιμο στις γλιστερές πλάκες του πεζοδρομίου….τον έστειλε στο Νοσοκομείο, ο αριστερός ώμος και τρία πλευρά σπασμένα……πονούσε και υπέφερε πολύ αλλά παρέμενε σιωπηλός υπομένοντας αγόγγυστα για να μην τη στενοχωρήσει….τι άνθρωπος !!! Πήρε κοντά της το καλάθι με τα υλικά της ραπτικής, σήμερα είχε αποφασίσει να ξηλώσει εκείνο το υπέροχο βραδινό φουστάνι της μάνας της, με τα υφασμάτινα τριαντάφυλλα στη χαμηλή πλάτη, όχι ότι σκόπευε να το φορέσει, αλλά ο μπεζ ροζ ταφτάς και το θρόϊσμά του, της τη θυμίζανε τόσο πολύ… το γλυκό της πρόσωπο στεφανωμένο με τα σκούρα καστανά μαλλιά χτενισμένα περίτεχνα , είχανε αφήσει τόσο όμορφες και ανεξίτηλες εικόνες στη μνήμη της…..Ο Πατέρας της είχε μεγάλη θέση στο Υπουργείο Εξωτερικών και εκ των πραγμάτων, ήτανε δεδομένη η συνεχής παρουσία των γονιών της στην κοινωνική ζωή της Αθήνας του ΄60….Δεκαπέντε τουαλέττες και 5 γούνες της συχωρεμένης μάνας της είχε κρατήσει, για συναισθηματικούς λόγους, ραμμένες από τις διασημότερες ράφτρες της εποχής κι ένα σμόκιν του μακαρίτη του πατέρα της, που το φορούσε ο Φιλήμονας συνήθως τις απόκριες. Η Ροδάνθη, εδώ κι ένα χρόνο που βγήκε στη σύνταξη, βρήκε απασχόληση στη ραπτική, πήγε και σ΄ένα εργαστήρι όπου παρακολούθησε μαθήματα για 6 μήνες και ρίχτηκε με κέφι και δημιουργική διάθεση στη νέα της δραστηριότητα !!! Ξεκίνησε να μεταποιεί όλα τα παλιά της ρούχα και στα άμεσα σχέδιά της, ήτανε να περιλάβει και κάποιες από τις τουαλέττες της μάνας της !!! Δεν πρόλαβε να πιάσει το ξηλωτήρι , το κουδούνισμα του τηλεφώνου επιτακτικό και έντονο την καλούσε να απαντήσει.

Η Ευγενία άνοιξε τα παράθυρα, τα τζάμια θέλουνε καθάρισμα σκέφτηκε, αυτό το καυσαέριο κολλάει και μουντώνει τα πάντα…..η Μαριάννα και ο Λευτέρης, τα μικρά της, μόλις είχανε φύγει για το Πανεπιστήμιο η κόρη , για η δουλειά ο νεαρός, εκεί που έκανε την πρακτική του και τα μεγάλα της σκέφτηκε με καημό, στο ΄Αμστερνταμ ο Πέτρος της, στη Βιέννη η Αλίκη…. Δεν θα ερχόντουσαν στο σπίτι για τις γιορτές, πολλά τα έξοδα και δεν θέλανε να την επιβαρύνουνε περισσότερο, σπουδάζανε και εργαζόντουσαν περιστασιακά , ας τα έχει η Παναγιά στη σκέπη της σκέφτηκε και σταυροκοπήθηκε, τα δικά μου κι όλα τα παιδιά του κόσμου….ύστερα άρχισε να ετοιμάζεται για τη δουλειά…. , ο σύζυγος την είχε εγκαταλείψει πριν από 18 χρόνια, δεν την πλήγωσε η απόρριψη, τον είχε προ πολλού απορρίψει η ίδια γιατί ήτανε «πολυγαμικός» και είχανε αποξενωθεί εδώ και 10 χρόνια, όμως το να μεγαλώσει μόνη της 4 παιδιά, με τους πενιχρούς πόρους του ενοικίου μιάς γκαρσονιέρας που είχε στην ιδιοκτησία της, την ανάγκασε να ζει μία συμβατική ζωή με όλα όσα σημαίνει αυτό, ώσπου εκείνος στα 56 του, ερωτεύτηκε τρελά τη 23άχρονη γραμματέα του, την παντρεύτηκε θορυβωδώς και χωρίσανε εξ ίσου θορυβωδώς, μετά από δύο χρόνια. Στη συνέχεια εγκαταστάθηκε στο εξωτερικό, τώρα ζούσε με την 4η κατά σειράν συμβία στις ΗΠΑ, έστελνε κάρτες στα παιδιά τα Χριστούγεννα μαζί με ένα χρηματικό ποσό σαν δώρο , κάποιες φορές τους τηλεφωνούσε….Ευτυχώς τα παιδιά μεγαλώσανε ανέλπιστα φυσιολογικά, μιάς και την παρουσία του απόντα πατέρα, τη στοργή και όλα σχεδόν τα συμπαρομαρτούντα, υποκατέστησε ο θείος Χαρίτων, ο αδελφός της Ευγενίας, στο λογιστικό γραφείο του οποίου άρχισε πάλι να εργάζεται μετά το διαζύγιο… Ητανε ευγνώμων, δόξα το Θεό έλεγε καθημερινά και σταυροκοπιότανε……Ετοιμαζότανε να φτιάξει τον καφέ της, να πιεί δυό τρείς γουλιές και να ετοιμάσει τη φρυγανιά της με το ταχίνι γιατί η μέρα της προβλεπότανε πολύ γεμάτη, όπως όλες άλλωστε, έπρεπε να περάσει από την Εφορία, να πάει στην Τράπεζα, στο Επιμελητήριο, τσεκάριζε τη λίστα με τις υποχρεώσεις της ημέρας όταν χτύπησε το τηλέφωνο…..

Η Φιλομήλα αισθανότανε ότι ταξίδευε πάνω σε μεθυσμένο καράβι σε τρικυμισμένη θάλασσα……ευτυχισμένη και αναστατωμένη ταυτόχρονα, προβληματισμένη και αφόρητα πιεσμένη….την είχε πάρει τη δουλειά, μετά από μήνες προσμονής, ατέλειωτα βιογραφικά, αγωνία και στέρηση……..και μόλις χθές πήρε και τα αποτελέσματα του τεστ κυήσεως……θετικό…..ήθελε να ξεσπάσει, να ξεφωνήσει, να κλάψει, να γελάσει…..να μιλήσει σε κάποιον ….όχι στη μάνα της, ούτε στο Λεωνίδα της, που την παρακαλούσε δυό χρόνια να παντρευτούνε κι εκείνη αρνιότανε πεισματικά, γιατί ήθελε πρώτα να εξασφαλίσει δουλειά, το είχε θέσει σαν προϋπόθεση, θα βλέπανε μετά….. έπιασε το κινητό και σχημάτισε τον πρώτο αριθμό….


Η Σοράγια



«Σοράγια μου καλημέρα…………..(η Σοράγια ήτανε η κολλητή της, η πιο αγαπημένη της φίλη, ο άνθρωπος που την καταλάβαινε καλύτερα σ΄αυτόν τον κόσμο…τον Λεωνίδα τον αγαπούσε τρελά, όμως στο θέμα της κατανόησης ερχότανε δεύτερος….)
Επειτα από αρκετή ώρα, τον δεύτερο :
Η Νιόβη




«Νιόβη μου καλημέρα, δεν σε ξύπνησα…. ( η Νιόβη ήτανε εξαδέλφη της, είχανε μεγαλώσει μαζί και ήτανε πολύ δεμένες αν και οι χαρακτήρες τους ήτανε εντελώς διαφορετικοί….)
Ακολούθησε το τρίτο τηλεφώνημα :
Η Ροδάνθη
 


«Ροδάνθη μου σε καλημερίζω, πως τα πάει ο Φιλήμονας;;; (Με τη Ροδάνθη και το Φιλήμονα ήτανε συγκάτοικοι, αν και με αρκετή διαφορά ηλικίας, δημιουργήθηκε μια αμοιβαία συμπάθεια ανάμεσά τους από την πρώτη στιγμή της γνωριμίας τους…..Στο Φιλήμονα χρωστούσε και την πρόσληψή της στην Εταιρεία……)»
Μετά από λίγα λεπτά , το τέταρτο τηλεφώνημα :
Η Ευγενία


«Ευγενία μου καλημέρα !!! Που σε πετυχαίνω, μπορώ να σου μιλήσω ή να πάρω το βράδυ….( Με την Ευγενία υπήρξανε συνάδελφοι, κάποτε φοιτήτρια, είχε εργαστεί για λίγο στο Λογιστικό Γραφείο του αδελφού της, μία μεγάλη συμπάθεια και αμοιβαία εκτίμηση που αναπτύχθηκε μεταξύ τους, κατέληξε σε κουμπαριά, της είχε βαφτίσει τη Μαριάννα !!!)

Το πέμπτο τηλεφώνημα έγινε στον Χαρίτωνα , το πρώην αφεντικό της και αδελφό της Ευγενίας….
Αυτές οι τόσο διαφορετικές γυναίκες με τα προβλήματα, τα άγχη, τα συναισθήματα, τα πάνω τους και τα κάτω τους , αυτή τη χρονιά, θα κάνουνε Ρεβεγιόν ρεφενέ για να ξορκίσουνε τη μιζέρια από τη ζωή τους, να διαχειριστούνε τους φόβους τους, να μοιραστούνε τις έγνοιες τους , να αποτιμήσουνε τις χαρές τους και να περάσουνε παρέα μια γιορτινή βραδιά δίνοντας ελπίδα στα όνειρά τους , φως στις σκέψεις τους και γλύκα στην ψυχή τους…..

Η Σοράγια προσφέρθηκε να διαθέσει το σπίτι της, ήτανε ευρύχωρο και το πιό βολικό σε πρόσβαση . Μπήκε στη διαδικασία της ετοιμασίας, κατέβασε τα στολίδια, το δέντρο, τις γιρλάντες, τα φωτάκια….Να είναι καλά τα παιδιά της Ευγενίας, ο Πέτρος και η Μαριάννα ήρθανε και βοηθήσανε….γιά πότε στολίστηκε το δέντρο, γιά πότε τοποθετηθήκανε οι γιρλάντες στη σκάλα και το χριστουγεννιάτικο στεφάνι στην εξώπορτα!!! Τα λαμπιόνια φωτίσανε το χώρο, φωτίσανε και τις σκέψεις της, το χαμόγελο των παιδιών, η καλή τους διάθεση , η ζωντάνια τους, της μεταδοθήκανε σαν…..ίωση…..και ένοιωσε για πρώτη φορά, μετά πολύ καιρό καλοδιάθετη ……




Η Ροδάνθη και η Νιόβη αναλάβανε το ενδυματολογικό μέρος, είχανε την τρελή ιδέα να ντυθούνε «επίσημα» αυτή τη βραδιά, όπως παλιά, όταν οι γιορτές ήτανε λαμπερές και καταγραμμένες στις παιδικές μνήμες των περισσοτέρων…. Η Ροδάνθη έβγαλε τις τουαλέττες της μάνας της από ντουλάπες και μπαούλα… Μαζευτήκανε όλες στο σπίτι της ένα απόγευμα Σαββάτου και έγινε ένα απερίγραπτο πανηγύρι….Δοκιμάζανε, σχολιάζανε, γελούσανε μέχρι δακρύων….όλα τα άγχη και οι στενοχώριες τους σκορπίσανε μακριά , έστω προσωρινά….Ο Φιλήμονας ξέχασε τους πόνους του κι έκανε κριτική στις επιλογές τους, αποφάσισε κι εκείνος να φορέσει για την περίσταση, το σμόκιν του μακαρίτη του πεθερού του. Οι τουαλέττες μεταποιηθήκανε , φαρδύνανε, στενέψανε, κοντύνανε, μακρύνανε, τα ψαλίδια και τα βελόνια πήρανε φωτιά , οι γούνες βγήκανε από τις υφασμάτινες θήκες, αεριστήκανε και προβαριστήκανε μέσα σ΄ένα κλίμα ενθουσιασμού και αβίαστης χαράς…
Η Ροδάνθη φόρεσε εκείνο το μπεζ ροζ μακρύ φόρεμα από ταφτά, η Σοράγια το αέρινο γκρί ασημί με το λεπτό κέντημα, η Νιόβη το εντυπωσιακό τυρκουάζ με τις ασημένιες ρίγες, η Ευγενία το αριστοκρατικό καφέ σοκολά και η Φιλομήλα το σμαραγδί μεταξωτό με τη δαντέλα και τα λευκά τριαντάφυλλα στο κορσάζ …

Η Φιλομήλα

Ολες με μεγάλη προθυμία αναλάβανε το παραδοσιακό μενού, εξ άλλου δεν χρειαζόντουσαν πολλά ή ακριβά εδέσματα…. κουραμπιέδες και λαχανοντολμάδες και θα έφτιαχνε η Ευγενία, που συμβολίζουνε τα σπάργανα του Χριστού και πατροπαράδοτα τα έφτιαχνε τα Χριστούγεννα η μάνα της και η γιαγιά της, πολίτικη σαλάτα και μπακλαβά θα έφτιαχνε η Φιλομήλα. Η Σοράγια επέμεινε να κάνει τα μελομακάρονα με μπύρα, με την απίθανη συνταγή της θείας της και παραδοσιακό κατσικάκι με πατάτες στη γάστρα…..Η Νιόβη κράτησε μυστική τη συνεισφορά της στο ρεφενέ τραπέζι, έφτιαξε χοιρινά κότσια με δαμάσκηνα και ραβανί με καρύδα !!! Η Ροδάνθη δεν είχε και πολύ διαθέσιμο χρόνο για μαγειρική, το μόνο που πρόλαβε ήτανε μία εξαιρετική μακαρονοσαλάτα με σπιτική μαγιονέζα !!!

Ο Χαρίτωνας ετοίμασε με απόλυτη μυστικότητα τη δική του έκπληξη….μετά το τηλεφώνημα της Φιλομήλας, ενθουσιασμένος με την ιδέα, εκτός από το εισιτήρια που έστειλε από μέρες στ΄ανήψια του, για να έρθουνε να γιορτάσουνε μαζί τα Χριστούγεννα, σκέφτηκε κάτι ακόμη, πιο σπουδαίο, πιο συγκινητικό, πιο ουσιαστικό… «Να μη γιορτάσουμε Χριστούγεννα χωρίς Χριστό……όμορφα τα λαμπιόνια, τα χριστουγεννιάτικα δέντρα, οι μυρωδιές, τα παραδοσιακά γλυκά και εδέσματα…. όμως υπάρχουνε τόσες ανάγκες εκεί έξω, τόση ανέχεια ….Το φως της Βηθλεέμ απαλό και λυτρωτικό, ας φωτίσει τις ψυχές μας…. Ανήμερα τα Χριστούγεννα, το απόγευμα , πρότεινε να επισκεφθούνε έναν Οίκο Ευγηρίας και να περάσουνε μερικές ώρες με τους τροφίμους , πρόταση που έγινε αποδεκτή από όλους…..για την Πρωτοχρονιά είχε ήδη κανονίσει την επίσκεψη σ΄ένα ίδρυμα για παιδιά …Πολύ αθόρυβα είχανε ετοιμαστεί από μέρες κάμποσα δέματα, με τη βοήθεια των συνεργατών και των περισσότερων πελατών του, είχανε ήδη αποσταλεί , τρόφιμα και κλινοσκεπάσματα σ΄ένα δημόσιο γηροκομείο, παιχνίδια και ρουχισμός σ΄ ένα Ιδρυμα για παιδιά, φάρμακα κι ένα ειδικό ιατρικό μηχάνημα σ΄ένα Νοσοκομείο….

Το ρεφενέ ρεβεγιόν ήτανε γεγονός !!! Ο Φιλήμονας, παρά τους πόνους του, καλοδιάθετος με το σμόκιν του, ο Θεόφιλος με τα πνευματώδη αστεία του, ο Λεωνίδας με την κιθάρα του, ο Χαρίτωνας με το καλοσυνάτο βλέμμα , τα τέσσερα νεαρά παιδιά κεφάτα και ενθουσιώδη, οι κυρίες της συντροφιάς, καλοντυμένες, λαμπερές, χαμογελαστές, θα γιορτάζανε όλοι μαζί, παραμονή Χριστουγέννων και Πρωτοχρονιάς, ακουμπώντας ο ένας στον άλλο, ξορκίζοντας τους φόβους και τα άγχη, παίρνοντας δύναμη και κουράγιο γιά ν΄αντιμετωπίσουνε με ελπίδα το αύριο, ενδυναμωμένοι από τους δεσμούς της συγγένειας, της φιλίας, της αλληλεγγύης, του μοιράσματος……Θα το παλεύανε !!!

 
 



 
 
 

Παρασκευή, 16 Δεκεμβρίου 2016

Το ποδήλατο




Καλημέρα.....σκέφτομαι τα δώρα που θα ήθελα να κάνω στους φίλους και τους αγαπημένους μου .....σκέφτομαι τι θα δώσει χαρά στον καθένα , σκέφτομαι τις περιορισμένες οικονομικές μου δυνατότητες.....όχι πως πίστεψα ποτέ ότι τα "ακριβά" δώρα δίνουνε μεγαλύτερη χαρά, όμως η οικονομική ευχέρεια δίνει σίγουρα τη δυνατότητα για περισσότερες επιλογές......όμως αυτό θα το προσπεράσω, και το μόνο σίγουρο είναι ότι θα κάνω και φέτος Δώρα αγάπης !!! Ευχαριστώ από καρδιάς τις φίλες που μου προσφέρανε τα δικά τους δώρα αγάπης, μοναδικά ,χειροποίητα, φορτισμένα με άπειρη θετική ενέργεια , ανεκτίμητα !!!
Εγώ με τη σειρά μου θα χαρίσω σε όλους όσους με επισκέπτονται εδώ, μία ιστορία. " Το ποδήλατο" που ήτανε για μένα μία τραυματική εμπειρία, ποτέ δεν κατάφερα να μάθω, γκρεμοτσακίστηκα τόσες φορές που το αντιπάθησα σφόδρα ,για να ξορκίσω τους φόβους μου, έκανα τις ηρωίδες της ιστορίας μου να το λατρέψουν !!! Αφήστε τη φαντασία σας ελεύθερη. θα χαρώ να διαβάσω τις δικές σας εμπειρίες. τα σχόλιά σας, τα θεωρώ δώρο !!!(Στις φωτό οι κούκλες μου, η όμορφη Πολύμνια, η νεαρή ΄Ελλη και η γιαγιά Ροζαλία στα νιάτα της, όταν απέκτησε το πρώτο της ποδήλατο)!!!


Το ποδήλατο

Δεν υπήρχε κανείς στη μικρή πόλη που να μη γνώριζε την Έλλη και το ποδήλατο της.
Η λεπτή φιγούρα της με τα καστανοκόκκινα μαλλιά δεμένα αλογοουρά και το πορτοκαλί ποδήλατο με το ευρύχωρο καλάθι μπροστά στο τιμόνι ήτανε σε όλους τόσο οικεία και αγαπητή που όποιον και να ρωτούσε κανείς για εκείνη, θα έπαιρνε αμέσως την απάντηση: είναι η ΄Ελλη με το ποδήλατό της!!!
Η Έλλη καθημερινά μετά το σχολείο, τριγυρνούσε στη μικρή πόλη κάνοντας παραδόσεις κατ΄ οίκον των αγορών που έκαναν οι πελάτισσες της μητέρας της.
Η μητέρα της διατηρούσε το μοναδικό κατάστημα ψιλικών, ειδών ραπτικής και αξεσουάρ μόδας στη
μικρή πόλη, το ίδιο αυτό κατάστημα που είχε ανοίξει η δική της μητέρα, η γιαγιά της Έλλης, η πασίγνωστη κυρία Ροζαλία!!!
Η κυρία Ροζαλία ήτανε η πρώτη γυναίκα που άνοιξε κατάστημα στη μικρή πόλη, μόλις χήρεψε σε ηλικία 25 ετών και η πρώτη γυναίκα που κυκλοφορούσε με ποδήλατο !
Τώρα σε προχωρημένη ηλικία, τυλιγμένη με το σάλι της εξακολουθούσε τις περισσότερες ημέρες να κάθεται πίσω από το ταμείο του καταστήματος που είχε περάσει πια στα χέρια της κόρης της, αλλά η ίδια δεν είχε πάψει ούτε στιγμή να έχει ενεργό ρόλο στις νέες παραγγελίες, στην υποδοχή και εξυπηρέτηση των παλαιών πελατισσών και κυρίως στις ημερήσιες εισπράξεις…!
Τα χρόνια είχαν αφήσει τα σημάδια τους στο στρογγυλό πρόσωπό της, στα σγουρά μαλλιά της που τώρα ήτανε κατάλευκα χωρίς να έχει κάμψει διόλου το δυναμικό χαρακτήρα της, το σπινθηροβόλο βλέμμα της , το έξυπνο χιούμορ και το ατίθασο πνεύμα της!!!
Το ποδήλατο της γιαγιάς Ροζαλίας ,ήτανε για χρόνια, το τρίτο αξιοθέατο της πόλης τους, μετά τη βυζαντινή εκκλησία της Αγίας Αικατερίνης του 11ου αιώνα που βρισκότανε στην κεντρική πλατεία και το τριώροφο αρχοντικό των Καραπιπέριδων με τους μαρμάρινους κίονες στην είσοδο.
Το είχε φέρει ο παππούς Κλεομένης δώρο μοναδικό και σπάνιο από το Παρίσι όπου είχε επισκεφθεί μία διεθνή έκθεση και είχε φροντίσει ο ίδιος να μάθει η σύζυγός του να το οδηγεί και να κάνει καθημερινά βόλτες γύρω από το μεγάλο κήπο του σπιτιού τους.
Αυτό το ποδήλατο και ποιος δεν το είχε θαυμάσει και ποιος δεν το είχε ζηλέψει!!!
Τις Κυριακές, μετά το μεσημεριανό φαγητό, συνήθιζαν να κάνουν έναν μεγάλο περίπατο μέχρι την ακροποταμιά στο σημείο που σχηματιζότανε ένα ευρύχωρο πλάτωμα με μεγάλα δένδρα γύρω- γύρω, εκεί όπου πολλοί ερχόντουσαν οικογενειακώς για βαρκάδα ή για πικ-νικ.
Ο παππούς Κλεομένης ανέβαζε την κορούλα του την Πολύμνια στους ώμους και ακολουθούσε τη γιαγιά Ροζαλία που οδηγούσε με επιδεξιότητα το ποδήλατό της φορώντας απαραιτήτως το ψάθινο καπελίνο της .
Ώσπου μια μέρα, μια σειρά τραγικών γεγονότων άλλαξε τη ζωή της γιαγιάς Ροζαλίας και της μικρής Πολύμνιας.
Μια πυρκαγιά που εκδηλώθηκε με τρομακτική καταστροφική δύναμη στο εμπορικό που διατηρούσαν στην πόλη ο παππούς και τα αδέλφια του, δεν αφάνισε μόνο την περιουσία τους αλλά ήτανε η αιτία να σκοτωθεί ο παππούς στην ανεπιτυχή προσπάθειά του να σώσει το μεγάλο του αδελφό το Θεόδωρο ο οποίος είχε πρώτος ριχτεί στις φλόγες, με αυτοθυσία και ηρωισμό προκειμένου να σώσει την επιχείρησή τους.
Μετά την απόγνωση και το βαρύ πένθος, η γιαγιά Ροζαλία συγκέντρωσε τις δυνάμεις της και πήρε την απόφαση να ανοίξει το κατάστημα «Μόδες ΡΟΖΑΛΙΑ» στη μικρή πόλη. «Έχω παιδί να μεγαλώσω» είπε, κι έσφιξε τις γροθιές της, μάζεψε τα κουράγια της, καταχωνιάζοντας την αφόρητη λύπη και τον καημό της.
Εν τω μεταξύ είχε αποβιώσει από στενοχώρια και παθολογικά αίτια και ο τρίτος κατά σειρά αδελφός του παππού , ο Τρύφωνας και ο μικρότερος ο Άγγελος, αποφάσισε να εγκατασταθεί στην Αίγυπτο, στην Αλεξάνδρεια συγκεκριμένα, όπου η οικογένεια της γυναίκας του διατηρούσε επιχείρηση εμπορίας καπνών, έτσι παραχώρησε στη γιαγιά Ροζαλία τα λιγοστά εμπορεύματα που διασώθηκαν από τη φωτιά, κάμποσα μέτρα γαλλικές δαντέλες, κορδέλες, υφάσματα , καμιά εκατοστή κουτιά με κουμπιά όλων των μεγεθών και χρωμάτων καθώς και το 50% του ποσού που εισπράξανε από την Ασφάλεια.


                                                                      Η Ροζαλία

Μόνη της η Ροζαλία βρήκε και αγόρασε το διώροφο με το ισόγειο κατάστημα,με τη μικρή αυλή στο πίσω μέρος και την κατοικία στον πρώτο όροφο.
Ακούραστη, εργατική, προσηλωμένη στο καθήκον, έστησε το μαγαζί της και κέρδισε γρήγορα την εκτίμηση και το σεβασμό των πελατισσών της χωρίς να παραμελεί ούτε στιγμή τη φροντίδα και την επιμέλεια της κορούλας της.

Τις Κυριακές, μετά τη λειτουργία ήτανε συνήθως καλεσμένες στο σπίτι της κυρίας Ελεονόρας και του κ. Παύλου που μαζί με τ΄αδέλφια του, είχανε το μοναδικό εμπορικό ποδηλάτων, σε όλη την ευρύτερη περιοχή που διέθετε και εργαστήριο επισκευών, ανταλλακτικών κλπ. έτσι αναπόφευκτα η πρώτη και μοναδική γυναίκα πελάτισσά τους, για πολλά χρόνια, δεν ήτανε άλλη από την κυρία Ροζαλία…
Με τη μητέρα της κυρίας Ελεονόρας είχανε μακρινή συγγένεια, κρατάγανε από το σόΐ της Κοντέσας Βαλέραινας και το είχανε καμάρι και ξεχωριστή χαρά να κουβεντιάζουνε για τους σπουδαίους ανθρώπους της γενιάς τους και η μικρή Πολύμνια είχε την ευκαιρία να παίζει με τα τρία παιδιά τους, την Αντιγόνη που ήτανε τρία χρόνια μεγαλύτερή της, τον Φανούρη που ήτανε ένα χρόνο μεγαλύτερος και την Άννα που ήτανε συνομήλικη της. Κατοικούσανε στην άκρη της πόλης , σ΄ένα μεγάλο σπίτι περιτριγυρισμένο από οπωρώνα και περιβόλι γι΄αυτό πηγαίνανε πάντα με το ποδήλατό τους, καλοντυμένες , με καλογυαλισμένα παπούτσια και τα καπέλα τους στολισμένα με κορδέλες, η κ. Ροζαλία ντυμένη σοβαρά, με σκουρόχρωμα ρούχα και γκρίζο καπέλο και η μικρή Πολύμνια με βαμβακερά φορεματάκια, ραμμένα από τη μητέρα της και καπελάκι με ταιριαστές κορδέλες, συνήθως πράσινες, που ήτανε το αγαπημένο της χρώμα κι όταν άνοιξε η γιαγιά Ροζαλία το κατάστημά της, οι πρώτες πιστές της πελάτισσες, δεν ήτανε άλλες από την κυρία Ελεονόρα, τις αδελφές της, Αντιγόνη και Ερμιόνη , τις εξαδέλφες της, Φαίδρα, Κατίνα , Μαριγώ , Ευτυχία , τις κουμπάρες της Ευδοξία, Καλλισθένη, Παρθενόπη και Ευαγγελία , τις κουνιάδες της, την Αγγελική, την Ελένη και την Ιφιγένεια….
Το δυναμισμό της γιαγιάς, την εργατικότητα, την αρχοντιά και την έμφυτη ευγένεια, την κληρονόμησε στο ακέραιο η κόρη της η Πολύμνια, που εξελίχθηκε σε μία πανέμορφη κοπέλα με κατάλευκο δέρμα, καστανοκόκκινα μαλλιά και πράσινα μάτια κληρονομιά από τον πατέρα της τον Κλεομένη .
Η γιαγιά Ροζαλία απέρριψε κάθε πρόταση γάμου που κατά καιρούς της έγινε και δεν ήτανε λίγες , πολλοί και αξιόλογοι βρεθήκανε να θέλουνε να κάνουνε συμβία τους, αυτή τη δυναμική και αξιοπρεπέστατη κυρία, όμως εκείνη ούτε που το σκέφτηκε : «παντρεύτηκα μία φορά και ήτανε για πάντα» έλεγε , τώρα είμαι δεσμευμένη με τη δουλειά μου.
Μόνη της διεκπεραίωνε τις υποθέσεις του νοικοκυριού και του καταστήματός της και μερίμνησε η θυγατέρα της να μορφωθεί στο Παρθεναγωγείον, όπου και η ίδια είχε φοιτήσει, ενώ πάντα, από μικρό κοριτσάκι ήτανε δίπλα της στο κατάστημα, στις παραγγελίες, στην εξυπηρέτηση των πελατισσών, στα λογιστικά, στα πάντα.
Η γιαγιά Ροζαλία Τρίτη και Παρασκευή 4-6 έκανε με το ποδήλατό της τις παραδόσεις των παραγγελιών κατ΄ οίκον.
Αυτή τη δουλειά την ανέλαβε η νεαρή Πολύμνια, ένα χρόνο αφ΄ότου ξεκίνησε η «επίσημη» επαγγελματική της ενασχόληση στο κατάστημα της μητέρας της.
Τρίτη και Παρασκευή 4-6 όλων τα μάτια ήτανε στραμμένα στο κατάστημα της κυρίας Ροζαλίας απ΄ όπου η Πολύμνια θα τοποθετούσε προσεκτικά στο καλάθι του παλιού ποδηλάτου τα δέματα με τις παραγγελίες και θα ξεκινούσε τις διαδρομές για την παράδοσή τους.
Ντυμένη πάντοτε απλά και φορώντας ένα ψάθινο καπελίνο με πράσινη κορδέλα τραβούσε σα μαγνήτης τα βλέμματα θαυμασμού χωρίς να έχει την παραμικρή συναίσθηση της ταραχής που προκαλούσε στον ανδρικό πληθυσμό και της ζήλιας που ξεσήκωνε σε ένα μεγάλο μέρος του γυναικείου….

Πριν συμπληρώσει καλά καλά τα 16 της χρόνια, τα προξενιά άρχισαν να έρχονται το ένα μετά το άλλο και τότε η γιαγιά Ροζαλία είπε: «Ακριβή μου κορούλα, μη βιαστείς, άφησε την θεία Πρόνοια να σε βοηθήσει στην επιλογή σου, και με την ευχή μου!!»


                                                                          Η Πολύμνια
Η πανέμορφη Πολύμνια με τα πράσινα μάτια , τα καστανοκόκκινα μαλλιά το λαμπερό χαμόγελο και τους ευγενικούς τρόπους είχε προ πολλού κινήσει το ενδιαφέρον των νέων και των λιγότερο νέων και δεν είχε μείνει αδιάφορη στις φλογερές ματιές και τα ραβασάκια που της έστελνε με την ξαδέλφη του τη Σοράγια, ο γιός του Ειρηνοδίκη ο Λέανδρος…!
Έτσι, παρά τις αρχικές αντιρρήσεις του Ειρηνοδίκη και της κυρίας του που έκαναν τη σχετική κριτική για την κόρη της εμπόρισσας, την ποδηλάτισσα, την άπροικη, την ορφανή, στην οποία όμως δεν είχαν να προσάψουν το παραμικρό, όσον αφορά τη συμπεριφορά ήθος, την εκτίμηση και το σεβασμό που απολάμβανε τόσο η ίδια όσο και η μητέρα της, από όλους ανεξαιρέτως, ενώ η οφθαλμοφανής εκθαμβωτική ομορφιά της δεν άφηνε περιθώρια για περισσότερες συζητήσεις…
Ο γάμος έγινε σε στενό κύκλο λόγω πένθους στην οικογένεια του γαμπρού, με μόνη απαίτηση από πλευράς της νύφης, να συνεχίσει να εργάζεται δίπλα στη μητέρα της στο κατάστημα «Μόδες ΡΟΖΑΛΙΑ» ενώ στο θέμα του ποδηλάτου και των κατ οίκον παραδόσεων υπήρξε μια μικρή υποχώρηση και αποφασίστηκε να γίνεται στο εξής από έναν νεαρό βοηθό που θα προσλάμβαναν γι αυτό το σκοπό. Τούς σύστησαν μάλιστα, ως πλέον κατάλληλο, τον Σπυράκο ,ένα δεκαεπτάχρονο ορφανό αγόρι , προστατευόμενο του κ. Ειρηνοδίκη.
Η κυρία Ροζαλία ποτέ δεν μπόρεσε στ΄ αλήθεια να αποδεχθεί αυτό τον αναγκαστικό όρο γιατί της ήτανε αδύνατον να κατανοήσει γιατί ήτανε προσβλητικό για τον κ. και την κ. Ειρηνοδίκη, η συμπεθέρα τους και η νύφη τους να συνεχίσουν να παραδίδουν τις παραγγελίες τους στις πελάτισσές τους με το ποδήλατό τους, όπως το έκαναν εδώ και χρόνια με αξιοπρέπεια και συνέπεια.
Ο μόνος λόγος που την έκανε να υποχωρήσει σε αυτό το θέμα δεν ήτανε άλλος από την ευτυχία της αγαπημένης της κόρης και η αμοιβαία συμπάθεια που δημιουργήθηκε ανάμεσα σ΄ εκείνη και το γαμπρό της, το Λέανδρο.
Τον Λέανδρο τον λάτρεψε η Ροζαλία από την πρώτη στιγμή που τον γνώρισε. Την κέρδισε η ευγένειά του, η καλλιτεχνική του φύση, ήτανε φωτογράφος σπουδασμένος στο Παρίσι και είχε ένα μικρό ΣΤΟΥΝΤΙΟ στην κοντινή πόλη, η λεπτότητά του, η μελένια ματιά του και η αγάπη που έβλεπε να ξεχειλίζει από μέσα του για την Πολύμνια….! Τι άλλο θα επιθυμούσε μια μητέρα για την μοναχοκόρη της;

Οι νεόνυμφοι εγκαταστάθηκαν σε ένα μικρό σπιτάκι με κήπο στην άκρη της μικρής πόλης και πολύ σύντομα η οικογένεια απέκτησε ένα ακόμη μέλος, τη μικρή Έλλη, ένα ροδαλό μωρό, με καστανοκόκκινα μαλλιά και μελιά μάτια, ίδια ακριβώς με του πατέρα της του Λέανδρου.
Αυτή η ευτυχία δεν ήτανε τυχερό να κρατήσει για πολύ. Η μοίρα άλλα είχε αποφασίσει για το νεαρό ζευγάρι και το κοριτσάκι τους…..
Ο Λέανδρος αρρώστησε βαριά και για έξι μήνες πάλευε να κρατηθεί στη ζωή. Φέρανε τους καλλίτερους γιατρούς, παραγγείλανε φάρμακα από το εξωτερικό….αλλά μάταια. Έσβησε ένα δειλινό αφήνοντας μόνη την αγαπημένη του σύζυγο και ορφανή την κορούλα του που τότε ήτανε μόλις 6 ετών…
Τα πεθερικά της Πολύμνιας έσπευσαν να προτείνουν επίμονα να πάνε να ζήσουνε μαζί τους, κυρίως λόγω της λατρείας που είχανε στη μικρή Έλλη, το μοναδικό εγγόνι τους, αλλά εκείνη αποφάσισε και το δήλωσε κατηγορηματικά ότι θα επέστρεφε στο σπίτι της μητέρας της πάνω από το κατάστημα της.
Έτσι έγινε, το παλιό παιδικό δωμάτιο της Πολύμνιας βάφτηκε και επιπλώθηκε με κάποια από τα έπιπλα του μικρού της σπιτιού, η φωτογραφία του Λέανδρου σε ασημένια κορνίζα τοποθετήθηκε στο μπουφέ της τραπεζαρίας δίπλα στην κορνίζα με τη φωτογραφία του παππού Κλεομένη και το μικρό πατάρι πάνω από τη σκάλα, διαμορφώθηκε με γούστο και περισσή φροντίδα σε δωμάτιο της Έλλης….
Σ΄αυτό το δωματιάκι με το τετράγωνο παράθυρο, η γιαγιά Ροζαλία και η Πολύμνια μεγαλούργησαν! Το έντυσαν με μια χαρούμενη ταπετσαρία, έβαλαν δαντελένιες κουρτίνες στο παράθυρο, έφτιαξαν οι δυό τους μετά από ατέλειωτες ώρες δουλειάς, ένα υπέροχο κεντημένο πάπλωμα για το κρεβάτι της μικρής, ενώ η άλλη γιαγιά, η κυρία Ειρηνοδίκη, όπως την αποκαλούσε η γιαγιά Ροζαλία, έφερε ένα χαλί σε τσαγαλί χρώμα σπαρμένο με κάθε λογίς λουλούδια μία επιτραπέζια μπρούτζινη λάμπα με γυαλί από ροζ οπαλίνα και μία μικρή γαλλική πολυθρόνα ντυμένη με βαθυπράσινο βελούδο.
Σε όλους τους τοίχους του σπιτιού και του μαγαζιού κρεμάστηκαν φωτογραφίες που είχε τραβήξει και εκτυπώσει ο Λέανδρος. Η Πολύμνια με το μωρό στην εξώπορτα, η Πολύμνια και το ποδήλατο κάτω από την ανθισμένη αγριοτριανταφυλλιά, η Έλλη και τα παιχνίδια της, η Έλλη και η Πολύμνια στην κουνιστή βιεννέζικη πολυθρόνα, η Πολύμνια μπροστά στο παράθυρο, ο Λέανδρος και η Πολύμνια σκυμμένοι στην κούνια του μωρού, ο Λέανδρος με την Έλλη αγκαλιά, η Πολύμνια με το νυφικό της φόρεμα, το ζευγάρι των νεόνυμφων μετά τη στέψη, η Πολύμνια και η Έλλη στο ποδήλατο, η Έλλη και το κουκλόσπιτό της…., η ΄Ελλη και το αρκουδάκι της…

Αφού ολοκληρώθηκε η εγκατάσταση της Πολύμνιας και της μικρής Έλλης στο σπίτι, η γιαγιά Ροζαλία ξαφνικά ένα πρωΐ ανακοίνωσε: « Σήμερα θα έρθει το καινούργιο ποδήλατο!! Βοηθείστε να ανεβάσουμε το παλιό εδώ , θα το κρεμάσω στον τοίχο πάνω από το πλατύσκαλο γιατί θέλω να το βλέπω όταν μπαίνω κι όταν βγαίνω από την κάμαρά μου…»
Η επιθυμία της πραγματοποιήθηκε άμεσα, είχε φροντίσει άλλωστε η ίδια, με κάθε μυστικότητα, να τοποθετηθούν από μέρες τα κατάλληλα στηρίγματα στον τοίχο και μόλις το παλιό ποδήλατο, παρά τις φθορές του χρόνου, καθαρισμένο και γυαλισμένο πήρε τη θέση του, δεν μπόρεσε να κρύψει ένα δάκρυ που κύλισε από τα βουρκωμένα μάτια της.
Αλλά και η Πολύμνια στάθηκε με συγκίνηση στο κάτω μέρος της σκάλας και ακουμπώντας στη χοντρή ξύλινη κουπαστή κατακλύστηκε από τις εικόνες που είχαν σημαδέψει τόσο την παιδική της ηλικία όσο και τα νεανικά της χρόνια….
Ένοιωσε το τράνταγμα των ώμων του πατέρα της όταν την κουβαλούσε στους ώμους του στο δρόμο προς την ακροποταμιά και ξεχώρισε τη γνώριμη φιγούρα της μητέρας της με το καπελίνο που προπορευότανε ποδηλατώντας… αισθάνθηκε τη θέρμη της αγκαλιάς της μητέρας της όταν την κρατούσε μπροστά της φυλακισμένη από τα μπράτσα της επάνω στο ποδήλατο πηγαίνοντας για ψώνια ή για τις παραδόσεις ..ένοιωσε τα βλέμματα να καρφώνονται στην πλάτη της όταν κοπελίτσα, μοίραζε η ίδια με το ποδήλατο τις παραγγελίες …..άκουσε σαν μακρινό μουρμουρητό και τα σχόλια που γίνονταν….. η ορφανή …σαν τα κρύα τα νερά…. τέτοια ομορφιά η κόρη της εμπόρισσας, ίδια η μάνα της….. δεν έχει ακουστεί πάντως… έχουνε να το λένε όλοι ….κι η μάνα της αρχοντογυναίκα, κυρία με Κ κεφαλαίο,……χήρεψε νέα και δεν έβαλε άλλο στεφάνι, μόνο το παιδί της και το μαγαζί της… άξια γυναίκα και σοβαρή …..τόσο αξιοπρεπής, τόσο δυναμική, τόσο άμεμπτη….
Από τη συγκίνηση της στιγμής και τις ονειροπολήσεις τις έβγαλε το χτύπημα στην πόρτα…..
Η Πολύμνια φώναξε: « έρχομαι….» και προχώρησε να ανοίξει ενώ ταυτόχρονα απευθυνόμενη στη μητέρα της είπε: « Μη βιαστείς μητέρα, θα ανοίξω εγώ…!»
Μόλις άνοιξε η πόρτα εμφανίστηκε ο Φανούρης, χαιρέτησε με σεβασμό τις δύο γυναίκες και με τη χαρακτηριστική φωνή του είπε: « να το φέρω μέσα ή θα το πάω στο μαγαζί;»
Η Πολύμνια στράφηκε στη μητέρα της και περίμενε την απάντησή της. Η Ροζαλία απάντησε ανυπόμονα: «στο μαγαζί βέβαια, κατεβαίνω…….»
Τότε έμαθε η Πολύμνια όλες τις λεπτομέρειες σχετικά με το καινούργιο ποδήλατο. Ο θείος Άγγελος από την Αλεξάνδρεια φρόντισε και το παράγγειλε στο Φανούρη «Διάλεξε το καλλίτερο του έγραψε και στείλε μου το λογαριασμό»…
Με τον Άγγελο και τη γυναίκα του δεν είχαν ειδωθεί ποτέ ξανά από τότε που έφυγαν και εγκαταστάθηκαν στην Αίγυπτο, αλληλογραφούσαν όμως τακτικά και αντάλλασσαν κάρτες, δώρα και φωτογραφίες. Πέραν αυτών όμως, ο Άγγελος είχε στείλει ένα σημαντικό ποσό για το γάμο της Πολύμνιας και η Μυρόπη η γυναίκα του, έστειλε 10 τόπια λινά και βαμβακερά υφάσματα για τα προικιά της, κούτες με σερβίτσια και μαχαιροπήρουνα και πάντα στα γράμματά τους εξέφραζαν την έγνοια τους γι αυτές και τις προσκαλούσαν να τους επισκεφθούν στην Αλεξάνδρεια. ταξίδι που δεν κατάφεραν ποτέ να πραγματοποιήσουν, παρά την επιθυμία τους.
Από εκείνη την ημέρα οι παραδόσεις γίνονταν με το καινούργιο ποδήλατο…. Ο σκελετός του ήτανε βαμμένος σε ένα μπλέ φωτεινό χρώμα, τα καινούργια του λάστιχα κυλούσαν αθόρυβα, το καλάθι του, ειδική παραγγελία, στόλιζε το μπροστινό μέρος, το κουδούνι του είχε έναν μοναδικό ήχο και η Ροζαλία, παρά τις αντιρρήσεις της κόρης της, ανέβηκε στα κλεφτά να το δοκιμάσει κάνοντας ένα μικρό γύρο, αξημέρωτα σχεδόν, μια συννεφιασμένη Κυριακή, πριν πάει στην εκκλησία…..

Με αυτό το ποδήλατο η Πολύμνια πήγαινε τα απογεύματα του Σαββάτου στη Δανειστική Βιβλιοθήκη που στεγαζότανε στον πάνω όροφο του Ταχυδρομείου και πρόσφερε εθελοντικά τις υπηρεσίες της. Φανατική αναγνώστρια η ίδια, λάτρης της λογοτεχνίας, στη βιβλιοθήκη ένοιωθε πανευτυχής, έδινε συμβουλές, πρότεινε το κατάλληλο βιβλίο στον κατάλληλο αναγνώστη και είχε την ευκαιρία φυσικά να επιλέγει όσα ενδιέφεραν την ίδια, μιας και διέθετε όλο τον ελεύθερο χρόνο της…. στο διάβασμα και το κέντημα! Αργότερα, συνήθιζε να παίρνει και την Έλλη μαζί της, με αποτέλεσμα να της έχει μεταδώσει την αγάπη για τα βιβλία και τη λογοτεχνία από πολύ νωρίς.
Η Έλλη απέκτησε το πρώτο της ποδήλατο στα οκτώ της χρόνια, δώρο του παππού και της γιαγιάς, της κυρίας Ειρηνοδίκη, χειρονομία που δε συγχώρησε ποτέ η γιαγιά Ροζαλία στην κόρη της, γιατί ήθελε εκείνη να αγοράσει το πρώτο ποδήλατο της μικρής και συμφιλιώθηκε με την ιδέα, μόνο όταν η Πολύμνια τη διαβεβαίωσε ότι εκείνη θα αγόραζε σίγουρα το πρώτο «αληθινό» ποδήλατο της εγγονής της…
                                                                          Η ΄Ελλη

Η Έλλη έγινε αμέσως δεινή ποδηλάτισσα και δεν αποχωριζότανε στιγμή το κόκκινο ποδηλατάκι της, μαζί της το ανέβαζε κάθε βράδυ στην καμαρούλα της και το κατέβαζε πάλι κάθε πρωί στο κατάστημα όπου την περίμενε μέχρι την επιστροφή από το σχολείο για σουλατσάρισμα μέσα και έξω από το μαγαζί κάτω από το άγρυπνο βλέμμα της μητέρας και της γιαγιάς της.
Στα δώδεκα η Έλλη απέκτησε το δεύτερο ποδήλατό της, από τύχη!
Ο κ. Ευλάμπιος ο δάσκαλος, αγόρασε ποδήλατο για τη μοναχοθυγατέρα του την 14χρονη Ευρυδίκη, αγνοώντας τις έντονες αντιρρήσεις της συμβίας του και δυστυχώς παρά τις καλές προθέσεις του, η Ευρυδίκη όχι μόνο δεν κατάφερε να ισορροπήσει στο εντυπωσιακό της ποδήλατο, αλλά γκρεμοτσακίστηκε τόσες φορές που στο τέλος αποφάσισε να παραιτηθεί από κάθε προσπάθεια ενστερνιζόμενη την άποψη της μητέρας της ότι «μ΄αυτό το πράγμα αν δε σπάσεις το κεφάλι σου ή τα κόκκαλα σου, θα σημαδευτείς κι άντε μετά να παντρευτείς….»
Έτσι προς μεγάλη ανακούφιση της συζύγου του , ο κύριος Ευλάμπιος εμφανίστηκε αργά ένα συννεφιασμένο απόγευμα στο κατάστημα «Μόδες ΡΟΖΑΛΙΑ» και αφού βεβαιώθηκε ότι ήταν ο μοναδικός πελάτης, εξιστόρησε βιαστικά και με στενοχώρια στην Ροζαλία και την Πολύμνια τα παθήματα της Ευρυδίκης και πρότεινε να τους δώσει το ποδήλατο γιατί του ήταν παντελώς άχρηστο….
Η πρόταση έγινε αποδεκτή, αφού βέβαια προηγουμένως η Πολύμνια έκανε μία προσπάθεια διαφορετικής προσέγγισης μήπως και άλλαζαν τα πράγματα αν επιχειρούσε η ίδια να εκπαιδεύσει την Ευρυδίκη, αλλά ο κ. Ευλάμπιος δήλωσε ότι η απόφασή τους ήτανε οριστική και αμετάκλητη……πάντως φροντίσανε να βγάλουνε την υποχρέωση γι΄αυτό το ανέλπιστο δώρο χαρίζοντας ένα ωραιότατο λινό ολοκέντητο τραπεζομάντηλο στη σύζυγο του κ. Ευλάμπιου και ένα κομψό καπελάκι στη θυγατέρα του.
Το άλλο πρωινό λοιπόν ξημέρωσε μια λαμπερή ηλιόλουστη ημέρα και το πορτοκαλί ποδήλατο με τις γρατζουνιές του και τα μικροβαθουλώματα του, βρισκότανε ακουμπισμένο δίπλα στην πόρτα του μαγαζιού και περίμενε την καινούργια ιδιοκτήτριά του!
Τα μελένια ματάκια της Έλλης έγιναν ολοστρόγγυλα από την έκπληξη ενώ η Πολύμνια και η γιαγιά Ροζαλία, αντάλλασαν συνωμοτικά βλέμματα παρακολουθώντας τα χοροπηδήματα της και τα επιφωνήματα της ασυγκράτητης χαράς της « Αλήθεια; μου το χάρισαν; Είναι δικό μου;» «Δεν το πιστεύω, δεν το πιστεύω…»
Απρόθυμα και γεμάτη έξαψη έφυγε για το σχολείο ενώ οι ώρες για την επιστροφή έμοιαζαν ατέλειωτες εκείνη την ημέρα…. δεν μπορούσε να συγκεντρωθεί στο μάθημα, ήταν αδύνατον να σκεφθεί οτιδήποτε άλλο , εκτός από το πορτοκαλί ποδήλατο !
Γύρισε στο σπίτι πετώντας σχεδόν, γεμάτη ενθουσιασμό και προσμονή , ανέβηκε δύο-δύο τα σκαλιά και όρμησε στην τραπεζαρία φωνάζοντας: «ήρθα! Πού είναι; Που το βάλατε;»
Η Ροζαλία με δυσκολία κρατούσε την ψυχραιμία της, βίωνε και η ίδια σε επανάληψη τα συναισθήματα που είχε νοιώσει όταν ο Κλεομένης της έλυσε το μεταξωτό μαντήλι από τα μάτια και της αποκάλυψε το θαυμάσιο , το μοναδικό, το μυστηριώδες δώρο που της έφερε από το Παρίσι….. εκτός από τις κολόνιες, τις τσάντες, τα γάντια, τα μαντήλια, τις εσάρπες, τα καπέλα…
Ένοιωθε την καρδιά της να χτυπάει δυνατά και έσπευσε να δώσει τέλος στην αγωνία της μικρής λέγοντας: «Θα το πάρουμε το απόγευμα, η μητέρα σου το πήγε στον Φανούρη να κάνει τις απαραίτητες μικροεπισκευές, διάλεξε και ένα ωραίο καλάθι… έλα πλύνε τα χέρια σου και κάθισε να φάμε τώρα».
Όλη την ώρα του φαγητού η συζήτηση είχε ένα και μοναδικό θέμα : το θαυμάσιο , το αναπάντεχο, το εκπληκτικό γεγονός ,την εύνοια της τύχης που εκδηλώθηκε τόσο μοναδικά και τόσο γενναιόδωρα…
Η γιαγιά Ροζαλία και η Πολύμνια εξιστόρησαν για πολλοστή φορά και με κάθε λεπτομέρεια την επίσκεψη του κυρίου Ευλάμπιου, την πρότασή του, κάθε λέξη, περιέγραψαν κάθε κίνηση…. ώσπου ήρθε η ώρα να κατέβουν στο μαγαζί.
Η ώρα εξακολουθούσε να περνάει βασανιστικά αργά για την Ελλη που αδημονούσε να δει τη μητέρα της να απομακρύνεται από το πίσω μέρος του πάγκου και να φοράει το ψάθινο καπελίνο της, ενώ κάθε τόσο έριχνε κλεφτές ματιές στη γιαγιά της που κουβέντιαζε με τις πελάτισσες και τους αράδιαζε υπομονετικά κουτιά με κουμπιά και μπομπίνες με κορδέλες….
Επιτέλους ήρθε η πολυπόθητη στιγμή που η Πολύμνια της είπε: «Είσαι έτοιμη; σε δέκα λεπτά ξεκινάμε» Τινάχτηκε μονομιάς και προχώρησε στο πίσω μέρος του μαγαζιού, ξανάπλυνε τα χέρια της ,έσφιξε την αλογοουρά της και βγήκε από τη πίσω πόρτα στη μικρή αυλή περιμένοντας τη μητέρα της δίπλα στο μπλε ποδήλατο.
Σε λίγα μόλις λεπτά, που της φανήκανε αιώνες, εμφανίστηκε η Πολύμνια με το ψάθινο καπελίνο της και δύο μικρά πακέτα που τα τοποθέτησε προσεκτικά στο καλάθι.
Κάθισε με άνεση στη σέλλα , έπιασε το τιμόνι και στη συνέχεια έκανε το γνωστό νεύμα για να ανέβει πίσω της και η Έλλη. Όταν ήταν μικρούλα τη κρατούσε καθισμένη μπροστά της ασφαλισμένη με τα μπράτσα της, όπως έκανε και η δική της μητέρα, τώρα όμως που είχε μεγαλώσει είχαν προσθέσει μια ειδική σχάρα στο πίσω μέρος ώστε να μπορεί να κάθεται με σχετική άνεση και ασφάλεια εκεί. Η γιαγιά Ροζαλία είχε επιμείνει σ΄αυτό και είχε φροντίσει και η ίδια να κάνει κάτι ανάλογο και στο δικό της ποδήλατο πριν από χρόνια έτσι ώστε να μετακινούνται και οι δύο, με τον καλλίτερο και ασφαλέστερο τρόπο.
Ξεκίνησαν επιτέλους και αφού έκαναν μια ολιγόλεπτη στάση στο σπίτι των δίδυμων πελατισσών τους της δεσποινίδας Αρετής και της Δεσποινίδας Αύρας όπου παρέδωσαν τα πακέτα με τις παραγγελίες τους, έφθασαν στο κατάστημα-εργαστήριο του Φανούρη όπου τους περίμενε το πορτοκαλί ποδήλατο, γυαλισμένο, ξετσαλακωμένο, φρεσκοβαμμένο και με ένα θαυμάσιο καλάθι στερεωμένο μπροστά από το τιμόνι.
Ο Φανούρης τις υποδέχτηκε θερμά και με τη βραχνή ,τραγουδιστή φωνή του, ανήγγειλε : «Έτοιμο!!! Έγινε κουκλί!! ΚΑΙΝΟΥΡΓΙΟ σας λέω ΚΑΙΝΟΥΡΓΙΟ!!!» Ελάτε κυρία Πολύμνια , πάντα κυρία Πολύμνια την αποκαλούσε μετά το γάμο της, παρά τη μακρόχρονη γνωριμία τη φιλιά τους, να το δοκιμάσετε μετά θα βάλουμε και τη νεαρή !!!
Η Πολύμνια κοίταξε με φανερή ικανοποίηση το ποδήλατο και είπε : «Μπράβο Φανούρη, το έκανες πάλι το θαύμα σου, έβαλες όλη την τέχνη σου, καινούργιο το έκανες πράγματι!!!» έπειτα φώναξε την Έλλη, που δε χόρταινε να κοιτάζει το αστραφτερό ποδήλατο με μάτια που γυάλιζαν από έξαψη και προσμονή. « Έλα!» της είπε: «Εσύ θα το δοκιμάσεις!»
Χωρίς δεύτερη κουβέντα, η Έλλη βρέθηκε στη σέλλα του ποδηλάτου και κρατώντας σταθερά το τιμόνι έκανε δύο γύρους στο απλόχωρο εργαστήριο κάτω από το εξεταστικό βλέμμα του κυρ Φανούρη και της μητέρας της.
«Θέλει λίγο χαμήλωμα η σέλλα και προσαρμογή τα πετάλια» είπε ο κυρ Φανούρης και η Πολύμνια πρόσθεσε «Να της δείξεις λίγο και τα φρένα»
Αφού έγιναν οι απαραίτητες διορθώσεις η Έλλη έκανε μερικούς δοκιμαστικούς γύρους στο εργαστήριο και ρώτησε με ανυπομονησία «Μπορούμε να το πάρουμε τώρα;» Η Πολύμνια κοίταξε ερωτηματικά το Φανούρη κι εκείνος απάντησε «Όλα είναι εν τάξει και είναι πολύ καλό ποδήλατο… Γερμανικό από το καλύτερο εργοστάσιο… είσαι έτοιμη για απολαυστικές ποδηλατάδες μικρή μου…»
«Μια στιγμή… έχουμε να τακτοποιήσουμε το λογαριασμό πρώτα» είπε η Πολύμνια και ο Φανούρης απάντησε γελώντας «και βέβαια θα τον τακτοποιήσουμε, από βδομάδα που θα έρθει η γυναίκα μου η Αριστέα στο μαγαζί σας να ψωνίσει για την ίδια και για τα κορίτσια , ξέρεις πόσο μεγαλώσανε η Αναστασία και η Μελπομένη…. , δεν προλαβαίνει η ράφτρα να τους ράβει φουστάνια, λες και τις τραβάμε από τα μαλλιά…. Καλό δρόμο..!!
Η Πολύμνια και η Έλλη ανέβηκαν στα ποδήλατά τους, χαιρέτησαν και ευχαρίστησαν το Φανούρη που τις ξεπροβόδισε μέχρι την άκρη του δρόμου, παρακολουθώντας τες με το βλέμμα να κάνουν πετάλι, η μία πίσω από την άλλη, με τις πράσινες κορδέλες από το καπελίνο της Πολύμνιας ν΄ανεμίζουν προς τα πίσω ,ενώ η καστανοκόκκινη αλογοουρά της Έλλης πηγαινοερχότανε δεξιά-αριστερά, μέχρι που οι σιλουέτες τους χάθηκαν στη στροφή …..
Όταν έφθασαν στο μαγαζί, ευτυχώς δε υπήρχε κανένας πελάτης πιά και βιαστήκανε να κλείσουνε ώστε να έχουνε λίγο χρόνο πριν σκοτεινιάσει, να περιεργαστούν με την ησυχία τους το νέο απόκτημά τους στην πίσω αυλή.
Η Πολύμνια ακούμπησε το ποδήλατο της στη συνηθισμένη πλευρά του τοίχου και άρχισε να περιεργάζεται με προσοχή το πιθανό καταλληλότερο σημείο για το δεύτερο ποδήλατο.
Η Έλλη κρατώντας πάντα το πορτοκαλί ποδήλατο δίπλα της, φώναξε «Γιαγιά, έλα να δεις! Μη χασομεράς, έλα!!!»
Η Ροζαλία βγήκε στην αυλή και πλησίασε την εγγονή της , την αγκάλιασε από του ώμους κι απόθεσε ένα φιλί στη κορυφή του κεφαλιού της «Είναι πραγματικά θαυμάσιο! Εξαιρετικό! Εδώ θα το βάζεις» είπε και υπέδειξε με το χέρι ένα σημείο στην αριστερή πλευρά της αυλής. «Θα μετακινήσουμε αυτές τις γλάστρες, κι εκεί σ΄αυτή τη στεγασμένη εσοχή θα είναι ότι πρέπει» η Πολύμνια συγκατένευσε και έσπευσε να μετακινήσει τις τρείς γλάστρες για να ελευθερωθεί το σημείο που επέλεξε η μάνα της και μόλις έγινε αυτό, η Έλλη ακούμπησε προσεκτικά το πορτοκαλί ποδήλατο στον τοίχο.
Στάθηκαν και οι τρείς και το παρατηρούσαν, δεν χόρταιναν να το κοιτάζουν…. Η Πολύμνια έσπασε τη σιωπή «Τέτοια τύχη ποιός να το έλεγε… ο Φανούρης είπε ότι είναι πολύ καλό.. Γερμανικό..»η Έλλη, συμπλήρωσε: «μου αρέσει τόσο πολύ, το χρώμα του, το κουδούνι του, το καλάθι του, είναι τέλειο!!!» τέλος η Ροζαλία αγκαλιάζοντας την κόρη και την εγγονή της είπε: «Η μοίρα των γυναικών της οικογένειάς μας είναι κατά περίεργο τρόπο συνδεδεμένη με τα ποδήλατα!!! Δεν πάμε να τα βρούμε εμείς, έρχονται και μας βρίσκουν αυτά!! Αισθάνομαι πως ετούτο θα είναι το πιο καλότυχο από όλα τα προηγούμενα και θα χαρίσει στην Έλλη μοναδικές εμπειρίες!!! Πάμε στο σπίτι τώρα, πείνασα κι άρχισα να κρυώνω!»
Ανεβαίνοντας και οι τρείς τη σκάλα του σπιτιού το βλέμμα τους έπεσε αναπόφευκτα στο παλιό ποδήλατο που ήτανε στερεωμένο στον τοίχο πάνω από το πλατύσκαλο και η κάθε μία έκανε τη δική της σκέψη, χωρίς να βγάλει μιλιά..

-Η Πολύμνια σκέφτηκε, πόσα χρόνια έχουν περάσει από την τελευταία φορά που ανέβηκε σ΄αυτό το ποδήλατο, πως την πλησίαζε με προφύλαξη και διακριτικότητα η εξαδέλφη του Λέανδρου και καλύτερη φίλη της, η Σοράγια, για να της δώσει τα τρυφερά του ραβασάκια, πόση συγκίνηση και προσμονή αισθανότανε όταν συναντιόντουσαν οι ματιές τους και χασομερούσε κάνοντας πετάλι αργά-αργά για να παρατείνει όσο μπορούσε περισσότερο αυτές τις στιγμές…
-Η Έλλη σκέφτηκε πόσο διαφορετικό ήτανε το δικό της καινούργιο πορτοκαλί ποδήλατο από αυτό το παλιομοδίτικο της γιαγιάς….
είχε τόσο άβολη σέλλα, το τιμόνι ήτανε σκληρό και άκαμπτο, οι ρόδες λεπτές, το χρώμα σκοτεινό…

-Η Ροζαλία, σκέφτηκε πως μετά την κόρη και την εγγονή της αυτό το ποδήλατο, ήτανε το πιο αγαπημένο της πράγμα. Το χάιδεψε τρυφερά με το βλέμμα της, όπως έκανε κάθε φορά που το αντίκριζε και ρίγησε ολόκληρη από την ανάμνηση του θερμού φιλιού που αντάλλαξε με τον Κλεομένη μόλις της έλυσε τα μάτια και της αποκάλυψε το αινιγματικό δώρο του!...