Σάββατο, 13 Μαΐου 2017

Η μάνα μου ( Ν. Καζαντζάκης, (απόσπασμα από το «Αναφορά στο Γκρέκο»)







«Η μάνα μου

«Η μάνα μου, μια άγια γυναίκα. Με υπομονή, μ’ αντοχή κι όλη τη γλύκα της γης απάνω της. Όλοι από το αίμα της μάνας μου οι πρόγονοι ήταν χωριάτες. Σκυμμένοι στο χώμα, κολλημένοι στο χώμα, τα πόδια τους, τα χέρια τους, τα μυαλά τους γεμάτα χώματα.
Αγαπούσαν τη γης και της εμπιστεύουνταν όλες τις ελπίδες. Είχαν γίνει, πάππου προς πάππου, ένα μαζί της. Στην αβροχιά, κοράκιαζαν κι αυτοί μαζί της, κι όταν ξεσπούσαν τα πρωτοβρόχια, τα κόκαλά τους έτριζαν και φούσκωναν σαν καλάμια. Κι όταν αλέτριζαν και χαράκωναν βαθιά την κοιλιά της με το γενί, ξαναζούσαν στα στήθια και στα μεριά τους την πρώτη νύχτα που κοιμήθηκαν με τη γυναίκα τους….
Ποτέ δεν είχα δει τη μητέρα μου να γελάει, χαμογελούσε μόνο, και τα βαθουλά, μαύρα μάτια της κοίταζαν τους ανθρώπους γεμάτα υπομονή και καλοσύνη. Πηγαινοέρχονταν σαν πνέμα αγαθό μέσα στο σπίτι, κι όλα τα πρόφταινε ανέκοπα κι αθόρυβα, σαν να ‘χαν τα χέρια της μια καλοπροαίρετη μαγική δύναμη, που κυβερνούσε με καλοσύνη την καθημερινή ανάγκη.
Μπορεί και να ’ναι η νεράιδα συλλογιζόμουν κοιτάζοντάς την σιωπηλά, η νεράιδα που λεν τα παραμύθια, και κινούσε στο παιδικό μυαλό μου η φαντασία να δουλεύει: μια νύχτα ο πατέρας μου, περνώντας από τον ποταμό, την είδε να χορεύει στο φεγγάρι, χίμηξε, της άρπαξε το κεφαλομάντιλο, κι από τότε την έφερε σπίτι και την έκαμε γυναίκα του. Κι ολημέρα τώρα πάει κι έρχεται η μάνα μέσα στο σπίτι και ψάχνει να βρει το κεφαλομάντιλο, να το ρίξει στα μαλλιά της, να γίνει πάλι νεράιδα και να φύγει.
Την κοίταζανα πηγαινοέρχεται, ν’ ανοίγει τα ντουλάπια και τις κασέλες, να ξεσκεπάζει τα πιθάρια, να σκύβει κάτω απ’ το κρεβάτι, κι έτρεμα μην τύχει και βρεί το μαγικό κεφαλομάντιλό της και γίνει άφαντη. Η τρομάρα αυτή βάσταξε χρόνια και λάβωσε βαθιά τη νιογέννητη ψυχή μου• κι ακόμα και σήμερα αποκρατάει μέσα μου πιο ανομολόγητη η τρομάρα ετούτη: παρακολουθώ κάθε αγαπημένο πρόσωπο, κάθε αγαπημένη ιδέα, με αγωνία, γιατί ξέρω πως ζητάει το κεφαλομάντηλό της να φύγει.
Οι ώρες που περνούσα με την μητέρα μου ήταν γεμάτες μυστήριο. Καθόμασταν ο ένας αντίκρα στον άλλο, εκείνη σε καρέκλα πλάι στο παράθυρο, εγώ στο σκαμνάκι μου, κι ένιωθα, μέσα στη σιωπή, το στήθος μου να γεμίζει και να χορταίνει, σαν να’ ταν ο αγέρας ανάμεά μας και βύζαινα.
Από πάνω μας ήταν η γαζία, κι όταν ήταν ανθισμένη, η αυλή μοσκομύριζε. Αγαπούσα πολύ τα ευωδάτα κίτρινα λουλούδια της, τά ’βαζε η μητέρα μου στις κασέλες και τα εσώρουχά μας, τα σεντόνια μας όλη μου η παιδική ηλικία μύριζε γαζία.
Μιλούσαμε, πολλές ήσυχες κουβέντες, πότε η μητέρα μου δηγόταν για τον πατέρα της, για το χωριό που γεννήθηκε, και πότε εγώ της στορούσα τους βίους των αγίων που είχα διαβάσει, και ξόμπλιαζα τη ζωή τους με την φαντασία μου• δε μ’ έφταναν τα μαρτύριά τους, έβαζα κι από δικού μου, ωσότου έπαιρναν τη μητέρα μου τα κλάματα, τη λυπόμουν, κάθιζα στα γόνατά της της χάδευα τα μαλλιά και την παρηγορούσα:
-Μπήκαν στον Παράδεισο, μητέρα, μη στενοχιωριέσαι, σεργιανίζουν κάτω από ανθισμένα δέντρα, κουβεντιάζουν με τους αγγέλους και ξέχασαν τα βάσανά τους. Και κάθε Κυριακή βάζουν χρυσά ρούχα, κόκκινα κασκέτα με φούντες και πάνε να κάμουν βίζιτα στο Θεό.
Κι η μητέρα σφούγγιζε τα δάκρυά της, με κοίταζε σα να μου έλεγε: «Αλήθεια λές;» και χαμογελούσε.
Και το καναρίνι, μέσα από το κλουβί του, μας άκουγε, σήκωνε το λαιμό και κελαηδούσε μεθυσμένο, ευχαριστημένο, σαν να’ χε κατέβει από τον Παράδεισο, σαν να’ χε αφήσει μια στιγμή τους αγίους κι ήρθε στη γής να καλοκαρδίσει τους ανθρώπους.
Η μητέρα μου, η γαζία, το καναρίνι, έχουν σμίξει αχώριστα, αθάνατα μέσα στο μυαλό μου• δεν μπορώ πια να μυρίσω γαζία, ν’ ακούσω καναρίνι, χωρίς ν’ ανέβει από το μνήμα της –από το σπλάχνο μου- η μητέρα μου και να σμίξει με τη μυρωδιά τούτη και με το κελάδημα του καναρινιού.

«Η μάνα μου», Ν. Καζαντζάκης, (απόσπασμα από το «Αναφορά στο Γκρέκο»)

10 σχόλια:

  1. Αυτό το σχόλιο αφαιρέθηκε από τον συντάκτη.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Υπέροχα την τίμησες Κλαυδία μου
    Να μας χαίρονται......

    Σε φιλώ πολύ πολύ ♥♥♥

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Ελένη μου όσο μεγαλώνω τόσο περισσότερο αισθάνομαι την ανάγκη να τιμήσω την ημέρα, τις μητέρες και τη μητρότητα νομίζω ότι οφε΄λιλουμε να τις τιμάμε καθημερινά...

      Διαγραφή
  3. Κλαυδία μου, να σας χαιρόμαστε ως Μητέρες με την ύψιστη σημασία σας στη ζωή. Πολύ όμορφη η επιλογή σου εδώ.
    Να είσαι πάντα καλά.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Γιάννη μου με το πέρασμα του χρόνου εκτιμώ και αποτιμώ με τη μεγαλύτερη δυνατή ευκρίνεια ,τα πραγματικά σημαντικά πράγματα στη ζωή και η μητρότητα σίγουρα είναι από τα ουσιωδέστερα....Σ΄ευχαριστώ...

      Διαγραφή
  4. Aχ ο Καζαντζάκης!... Τι απόσπασμα διάλεξες βρε Κλαυδία μου! Σηκώνεται η τρίχα όσες φορές κι αν το διαβάσω. Ευλογημένη η γραφή του.
    Τις ευχές μου για την αυριανή μέρα, να χαίρεσαι τη μανούλα σου και να σε χαίρονται οι κόρες σου!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Μαράκι μου πράγματι ευλογημένη η γρασφή του Καζαντζάκη, κι εγώ συγκλονίζομαι από κάθε λέξη ....με πλημμυρίζουν συναισθήματα και υγραίνονται τα μάτια μου...Να χαίρεσαι τα παιδιά σου και να σε χαίρονται, να χαιρόμαστε τις μανούλες μας !!!

      Διαγραφή
  5. χρόνια πολλά στη μανουλα σου αλλα και σε εσενα!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Σ΄ευχαριστώ πολύ Λίτσα μου, Χρόνια πολλά !!!

      Διαγραφή
  6. ΠΩ..ΠΩ.. τι διαβασα εδώ .. Κλαυδια μου. για την μανα ..το αποσπασμα αυτο απο τον Καζαντζακη δεν το ηξερα.. γιατι δεν έχω διαβασει αυτό το βιβλιο του.. θα το αναζητησω με συγκινησε πολύ φιλη μου.. να είσαι καλά .. μπορει να αργώ να περασω αλλα δεν σε ξεχνω.. να το ξερεις.. φιλακιαααα!!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή