Σάββατο, 9 Αυγούστου 2014

Ιστορίες του καφενέ.......Των τραίνων ιστορίες.....

H συμμετοχή μου στη νέα πρόσκληση της Αριστέας, βασισμένη στις πραγματικές διηγήσεις συναδέλφων και παλαίμαχων Σιδηροδρομικών, αφηγηματικά ταξιδιάρικη σε παλιότερες εποχές, ελπίζω να την απολαύσετε......( παρά την αρχική μου πρόθεση να περιορίσω την έκτασή της.....δεν τα κατάφερα......την εμπλούτισα όμως με πολλές φωτογραφίες για να μην σας κουράσω.....)
Τα ονόματα είναι φανταστικά όμως οι χαρακτήρες και τα περιστατικά είναι πέρα για πέρα αληθινά.....



Σημείωση : Η Αμαξοστοιχία 504 στο Σταθμό Λαρίσης. Διακρίνεται αμέσως μετά τη μηχανή,  η μπλέ Κλινάμαξα LX16  Πρώτης θέσης.


Στον πρώτο όροφο του Κεντρικού Σ.Σ. Αθηνών ( Σταθμού Λαρίσης) διακρίνονται τα δύο πρώτα παράθυρα (αριστερά) όπου στεγαζότανε το Γραφείο Σιδηροδρομικής Εκμετάλλευσης της Εταιρείας CIWLT  όπου εργάστηκα για 38 χρόνια….


Των τραίνων ιστορίες…



Ο Αστέριος από όσο θυμότανε τον εαυτό του, είχε μία λατρεία στα τραίνα, μάλλον γεννήθηκε μ΄αυτήν, μιάς και ο παππούς αλλά και ο πατέρας του, δύο μπαρμπάδες του και ένας πρωτοξάδελφός του ήτανε σιδηροδρομικοί.
Γνώριζε από πολύ μικρός, τα δρομολόγια, τους σταθμούς, τους τύπους των βαγονιών, των μηχανών, τον ενθουσίαζε το σφύριγμα των συρμών, τον μάγευε ο ήχος των πιστονιών και αγαπούσε ακόμη και την  οσμή του μαύρου καπνού του λιθάνθρακα.

Ήτανε άτυχος όμως, μόλις άγγιξε τ΄όνειρό του, κι έβαλε  επιτέλους τη πολυπόθητη μπλέ στολή και το πηλίκιο με το σήμα των Ελληνικών Σιδηροδρόμων, έτυχε εκείνο το τρομερό δυστύχημα στο Μπράλο, ο εκτροχιασμός και η φωτιά που ακολούθησε,  έγιναν αιτία να χάσουνε τη ζωή τους πέντε άνθρωποι  και να τραυματιστούνε σοβαρά πάνω από τριάντα….Σ΄εκείνο το δυστύχημα σκοτώθηκε ο Μηχανοδηγός,  ο Προϊστάμενος , ο Τόλης ο ελεγκτής από την ΄Αρτα ,  που πάλεψε ενάμισι μήνα στην εντατική και τελικά έχασε τη μάχη και τέλος με σπασμένα τέσσερα πλευρά και χωρίς  το μισό δεξί  του πόδι  και δύο δάχτυλα του αριστερού του χεριού, επέζησε ο δόκιμος μηχανοδηγός, ο Αστέριος.
Τέσσερις οδυνηρούς μήνες πέρασε στο Νοσοκομείο και όταν βγήκε δεν την ήθελε τη ζωή του, καταρρακωμένος  κλείστηκε στον εαυτό του……είκοσι τεσσάρων ετών παλικάρι και τον έτρωγε η αυτολύπηση και ο πόνος, μέχρι τη μέρα που ο πατέρας, οι μπαρμπάδες και τα ξαδέλφια του, τον φέρανε με το ζόρι στο Σταθμό….
Ανάσανε τη γνώριμη μυρωδιά, άκουσε το σφύριγμα, την αναγγελία της άφιξης και αναχώρησης, ανατρίχιασε στο στρίγγλισμα των φρένων και έκλαψε από απόγνωση….όμως οι δικοί του άνθρωποι και όσοι συνάδελφοι βρεθήκανε εκεί, όλοι μια οικογένεια, μια αγκαλιά τον σηκώσανε στους ώμους και χωρίς να το καταλάβει βρέθηκε μ΄ένα κλειδί στο χέρι μπροστά στην ξύλινη πόρτα του ισογείου ενός κτίσματος δίπλα στο Σταθμό….
Τέλος πάντων, οι συνάδελφοι και οι δικοί του, είχανε καταφέρει με συνεχή διαβήματα στον Οργανισμό να εξασφαλίσουνε άδεια χρήσης 30 ετών γι΄ αυτό το παλιό οικοδόμημα, μία πετρόκτιστη  αποθήκη που ήτανε εγκαταλελειμμένη από χρόνια, εκεί δίπλα, μεσοτοιχία σχεδόν με την αίθουσα εμπορευμάτων του Κεντρικού Σταθμού.
Εκεί άρχισε να ξαναζεί ο Αστέριος, με τα χρήματα της αποζημίωσης και  με την αγάπη και συμπαράσταση των δικών του ανθρώπων, των φίλων και όλης σχεδόν της «οικογένειας» , έφτιαξε το Καφενείο «Ο ΣΤΑΘΜΟΣ».
Ένα καφενείο φιλόξενο, με  γυαλισμένο πάτωμα,  τραπεζάκια με λευκό μάρμαρο και  ξύλινες καρέκλες, με άπειρα κάδρα στους τοίχους που απεικονίζανε…τι άλλο; Τραίνα !!! Ντιζελομηχανές, ατμομηχανές, βαγόνια επιβατικά, εμπορικά, ταχυδρομικά, Αμαξοστοιχίες ολόκληρες, κλινάμαξες… αυτοκινητάμαξες….
 Έναν ολόκληρο τοίχο τον είχε αφιερώσει αποκλειστικά στις εξαιρετικές Αφίσσες της θρυλικής COMPAGNIE INTERNATIONLE DES WAGONS LITS, ήτανε το καμάρι του, μία συλλογή που είχε ξεκινήσει ο συχωρεμένος ο παππούς του, που εργάστηκε για 40 χρόνια σχεδόν, σ΄αυτή την μοναδική Αμαξοστοιχία !!!



Εκεί απάγκιασε , ξαναβρήκε το χαμόγελο και τη χαρά της ζωής, εκεί γνώρισε και τη γυναίκα του, τη Γλυκερία κι  απέκτησε μαζί της   μία
πραγματικά ευτυχισμένη οικογένεια  που συμπληρώθηκε από δύο θαυμάσια παιδιά, την Ισμήνη και τον Φίλιππο.


Το Καφενείο του Αστέριου δεν εξυπηρετούσε μόνο τους ταξιδιώτες, έγινε σημείο συνάντησης των εν ενεργεία σιδηροδρομικών και στέκι των συνταξιούχων , που το αποκαλούσανε "εντευκτήριον" κι εκείνος ακούραστος και σβέλτος, έχοντας ξεπεράσει το εμπόδιο του πρόσθετου μέλους, απολάμβανε τους γνώριμους ήχους των αγαπημένων του τραίνων και τις απολαυστικές ιστορίες των συναδέλφων πρώην και νυν… Με βοηθούς το Βασιλάκη,  ένα παληκαράκι πεντάρφανο, μεγαλωμένο στο Χατζηκυριάκειο και την κυρά Φιλιώ, χήρα συναδέλφου, στο θαυματουργό κουζινάκι του καφενείου, εκτός από καφέδες μοσχομυριστούς και μερακλήδικους , κατασκευαζόντουσαν από τον ίδιο τον Αστέριο, εξαιρετικοί μεζέδες , ποικιλίες, λουκάνικα κάθε λογής, κεφτεδάκια ονειρεμένα και οι περίφημοι γαυροκεφτέδες και ρεβυθοκεφτέδες με την κορυφαία συνταγή της σμυρνιάς πεθεράς του, της κυρίας Ευδοκίας. Αλλά και η Φιλιώ, Μακεδόνισσα γαρ, διέπρεπε στις νόστιμες πίτες και τα γλυκά, δεν υπήρχε γλυκό του κουταλιού που να μην έχει φτιάξει, όσο για τα  σιροπιαστά,όποιος δοκίμαζε, σίγουρα  επιθυμούσε να ξαναδοκιμάσει....  ειδικότητά της οι λουκουμάδες, το σαραγλί, το γαλακτομπούρεκο,  τα ροξάκια και το θεϊκό  εκμέκ καταϊφι με φυστίκι Αιγίνης…..
Χθές,   εκεί στο καφενεδάκι του Σταθμού, στο "εντευκτήριον" έγινε μία από τις συνηθισμένες μαζώξεις των παλαίμαχων,   συναντηθήκανε γύρω στις 8.00 καμιά δεκαριά συνταξιούχοι σιδηροδρομικοί, όλοι σχεδόν γνώριμοι μεταξύ τους και θυμηθήκανε, τι άλλο; παλιές ιστορίες….. τέτοιες συνάξεις γινόντουσαν συχνά-πυκνά και ο Αστέριος τις απολάμβανε με την ψυχή του, φρόντιζε μάλιστα να ετοιμάζει σπέσιαλ μεζεδάκια για τους συναδέλφους και αξημέρωτα σχεδόν πήγαινε στην αγορά να προμηθευτεί τα απαραίτητα, λεπτοκομμένο εκλεκτό παστρουμά και τουρσιά , λαδοτύρι, σίγλινο,  μύδια, γαυράκι, γαρίδες….αν ήτανε στην παρέα ο Σπύρος ο Κερκυραίος ,που ήτανε και κουμπάρος του, ειδικά γι΄αυτόν, έφτιαχνε τους αγαπημένους του ρεβυθοκεφτέδες, σαν ανταμοιβή για το κέφι που έφερνε στην παρέα με την κιθάρα και τα τραγούδια του.
Πρόσχαρος και γελαστός, ξεκίναγε μόνος με την ωραία φωνή του  και καταλήγανε να τραγουδάνε όλοι μαζί,  μέχρι αργά….. «Τα τραίνα που φύγαν, αγάπες μου πήρανε…..»     « Το τραίνο φεύγει στις 8….»  «Σκέφτηκες άραγε ποτές σ΄ένα σταθμό σ΄ένα εξπρές πόσοι καημοί, πόσες χαρές, πόσες λαχτάρες….» « Τραίνα στους σταθμούς λησμονημένα….»
   
Δεν υπήρχε τραγούδι σχετικό με τραίνο ή σταθμό που να μην το ήξερε…..εκτός από τα χιλιάδες άλλα……και ήτανε αυτοδίδακτος  με τεράστιο ταλέντο !!! Ορφάνεψε στα 15 και ανέλαβε τις τρείς μικρότερες αδελφές του, ευτυχώς ένας συγγενής του κατάφερε να προσληφθεί  σαν εργάτης γραμμής στο σιδηρόδρομο. Γρήγορα χάρη στο εξαιρετικό ταλέντο του, έγινε μέλος της μπάντας των Σιδηροδρομικών, βοήθησε τη μεγάλη αδελφή του ν΄ανοίξει κομμωτήριο και την πάντρεψε μ΄έναν δημοτικό υπάλληλο, η δεύτερη μικροπαντρεύτηκε μ΄ένα δάσκαλο και τη μικρότερη, αφού τη σπούδασε , Φιλόλογος έγινε , την πάντρεψε μ΄έναν  συνάδελφό της.
Πολύ αγαπητός ήτανε και ο Σήφης ο πρώην Αρχιτεχνίτης, ο επονομαζόμενος «Ποιητής» γιατί σκάρωνε πολύ επιτυχημένα στιχάκια και μαντινάδες στη στιγμή,  που τα σημείωνε πίσω από το πακέτο των τσιγάρων του ή στις χαρτοπετσέτες   και τα απάγγελε με την έντονη κρητική προφορά του, εκπλήσσοντάς τους κάθε φορά  :

«Σαν ράγες έχουνε στρωθεί
μέσα μας οι αναμνήσεις
και στην ψυχή έχουν χαραχτεί
χιλιάδες ενθυμήσεις.

Γνώριμοι οι ήχοι των τροχών
το στρίγγλισμα των φρένων,
οι αποβάθρες των σταθμών,
το σφύριγμα των τραίνων.»

Ενώ σε κάθε συνάντηση, αν δεν είχε γράψει κάτι δικό του, του ζητούσανε απαραιτήτως να τους απαγγείλει το ποίημα του Γιώργου Μανθαιάκη:
ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΤΟ ΤΡΕΝΟ



Α

Αν έχεις πάρει της ζωής…φίλε το «μαύρο» τρένο…
κάνε σινιάλο του οδηγού…και πες του «κατεβαίνω» …


Λίγο αν μείνεις στο σταθμό…ένα «άσπρο» θα περάσει…
και κοίτα να επιβιβαστείς…πριν να σε προσπεράσει…


Για εισιτήριο μη νοιαστείς…το έχεις πληρωμένο…
με κόπους κι όνειρα ζωής…είναι αποκτημένο…


Μέσα από κάμπους και βουνά…με περισσή ομορφάδα…
με καλοκαιρινό καιρό…και με λαμπρή λιακάδα…


Θα είναι το ταξίδι σου…μες στης ζωής τη χώρα…
κι ούτε στιγμή μη φοβηθείς…αν δεις και κάποια μπόρα…


Πάλι ο ήλιος θε να βγει…μετά την καταιγίδα…
να ρίξει πάνω σου άπλετα...το φως και την ελπίδα…
ν πάρει της ζωής…φίλε το «μαύρο» τρένο…
κου οδηγού…και πες του «κατεβαίνω» …
Εκείνος πάντως, δεν παρέλειπε να απαγγείλει και το αγαπημένο του τετράστιχο του Μ. Αναγνωστάκη :

  Απο την πόλη έρχομαι και σε χωριό πηγαίνω
αν τρέξω λίγο και βιαστώ, το τρένο το προφταίνω!
  Τί τυχερός, είναι express!, παντού δε σταματάει,
μα στο χωριό που πάω εγώ, το τρένο αυτό δεν πάει!!


΄Αλλοτε πάλι στην παρέα ήτανε οι συνάδελφοι που διακρινόντουσαν για τις διηγήσεις και το χιούμορ τους, όπως χθές που η βραδιά ξεκίνησε με τη διήγηση του Αποστόλη του Kαρδιτσιώτη, «Πειρατή» τον φωνάζανε οι συνάδελφοι και το αποδεχότανε ο καλοκάγαθος Θεσσαλός,  πρώην Κεντρικός Ελεγκτής  που είχε χάσει  το δεξί του μάτι  σε σιδηροδρομικό δυστύχημα στα Τέμπη. Είχε ένα ξεχωριστό   χάρισμα αυτός ο άνθρωπος  να διηγείται παραστατικά και γλαφυρά με τη βαθειά βελούδινη φωνή του, ήτανε μάλιστα  στα μεγάλα  κέφια του, εκείνο το βράδυ, γιατί αρραβώνιασε τη μοναχοθυγατέρα του,  μετά λοιπόν τα κεράσματα και τις ευχές, όλοι κρεμόντουσαν από τα χείλη του,  τους θύμισε εκείνον  τον Αρχιεπιθεωρητή, τον Πελοπίδα το Θηβαίο με το παρατσούκλι  « Λιχούδης» , που αν και είχε ζάχαρο κι η δόλια η κυρά του τον τάϊζε πικροράδικα και τον πότιζε ματζούνια, εκείνος δεν έχανε ευκαιρία να φάει ένα γλυκό όπου και όπως το εύρισκε…." που λέτε κάποτε  στα Φάρσαλα,  επιβιβαστήκανε δυό κυρίες καλοβαλμένες θεία και ανηψιά, με πολλά μπαγκάζια, ο Πελοπίδας ,  Ελεγκτής  τότε ,  φρόντισε προσωπικά να τακτοποιηθούνε  στο κουπέ τους και σε όλη τη διαδρομή δεν έπαψε να περνάει και να ξαναπερνάει , για να βεβαιωθεί ότι όλα είναι καλά.








Οι συνάδελφοι μόλις πήρανε είδηση τι συμβαίνει,  αρχίσανε να κρυφογελάνε βέβαιοι ότι έχει βάλει στο μάτι ,όχι τις κυρίες, αλλά το ταψί με τον σαπουνέ χαλβά που μεταφέρανε και δεν είχανε άδικο, μόλις το τραίνο έφθασε στο Σταθμό Αθηνών, έσπευσε να βοηθήσει τις συγκεκριμένες επιβάτισσες να αποβιβαστούνε και προθυμοποιήθηκε με περισσή ευγένεια να μεταφέρει και το ταψί με το χαλβά, όμως….τρελαμένος από την ευωδιά και τη λαχτάρα του για το γλύκισμα, σκόνταψε ο άμοιρος στο τελευταίο σκαλοπάτι του βαγονιού και προσγειώθηκε στην αποβάθρα με το πρόσωπο χωμένο μέσα στο ταψί !!!"
Μία άλλη φορά , συνέχισε ο Νώντας , πρώην Κεντρικός Σταθμάρχης στη Λάρισα, παρ΄ολίγο να πιαστεί στα πράσα από τον Γενικό Επιθεωρητή Αμαξοστοιχιών λίγο έξω από το Σταθμό της Θεσσαλονίκης,  ένας κλειδούχος συγχωριανός του, ο Ευδόκιμος, του είχε φέρει ένα βάζο γλυκό κυδώνι , δεν άντεξε τον πειρασμό ο δυστυχής  , άνοιξε λοιπόν το βάζο και βουτώντας μέσα τα δάχτυλα γευότανε με αγαλίαση το μυρωδάτο γλυκό, όταν ξαφνικά αντιλήφθηκε στην άλλη άκρη του βαγονιού τον Γενικό Επιθεωρητή, τον Αργυρίου το συχωρεμένο, να έρχεται προς το μέρος του….πανικόβλητος έχωσε το βάζο όπως-όπως  στην τσέπη του και έβγαλε  το πασαλειμμένο χέρι του  έξω από το παράθυρο, προφασιζόμενος ότι προσπαθεί να κλείσει το τζάμι….ενώ τα σιρόπια είχανε ποτίσει το σακάκι της στολής του και κατρακυλούσανε στο πάτωμα….





Η  πλάκα όμως που είχε αφήσει εποχή και η διήγησή της πάντα έφερνε γέλιο στην παρέα, ήτανε εκείνη η ιστορία του νεαρού τότε Κωστή, γιού και εγγονού σιδηροδρομικού που έκανε συνοδεία στις Κλινάμαξες στη διαδρομή Αθήνα- Παρίσι , αυτός ο αθεόφοβος όσο μπόϊ  του έλειπε, τόσο δαιμόνιο μυαλό είχε, πρώτος πήρε είδηση πως εκείνη τη στραβοβδομάδα , τρείς μυστακοφόροι του σιναφιού, είχανε πάθει
 μεγάλη ζημιά, δηλαδή τους συνέβει ότι χειρότερο και το ΄φεραν 
βαρέως, πρώτος  ο ίδιος ο μπάρμπας του ο Περικλής, Προϊστάμενος Αμαξοστοιχίας,   προσπαθώντας να ξεβουλώσει ένα καμινέτο , είχε καψαλίσει γερά τα μουστάκια και τα φρύδια του, από την άλλη ο Φωκίων, Σταθμάρχης απο την Τιθορέα, έβριζε ξεσκούφωτος γιατί ο κουρέας του, με μια αδέξια ξουραφιά του είχε κουτσουρέψει το δεξί άκρο του περιποιημένου του μύστακος, για τον  οποίο ήτανε ιδιαίτερα περήφανος και ευαίσθητος και δεν έφθανε αυτό, τρίτωσε και το κακό, όταν ο Αρχιεπιθεωρητής ο Τζινιώλης, ένας ευθυτενής ομορφάντρας που έφερε το ωραιότερο μουστάκι πάντων των σιδηροδρομικών, εισέπραξε μία γενναία γρατζουνιά από το γάτο του τον Σμόκυ, που του  τραυμάτισε όχι μόνο τη μύτη και το πηγούνι, αλλά δυστυχώς  και ένα μεγάλο μέρος από το εξαιρετικά περιποιημένο μουστάκι του ….
Αμίλητοι μετά  το πάθημά τους και οι τρείς, για μέρες ….όλο τραβιόντουσαν στις πιό απόμερες γωνίες του Σταθμού  και σιγοκουβεντιάζανε προσπαθώντας να παρηγορηθούνε για το πάθημά τους και να  εκτίθενται όσο το δυνατόν λιγότερο στα βλέμματα των συναδέλφων και των επιβατών. Τότε ακριβώς εμφανίστηκε ο Κωστής, αυτό το διαβολόσπερμα, ως από μηχανής Θεός τους παρουσιάστηκε και τους διαβεβαίωσε ότι θα τους έφερνε από το Παρίσι μία θαυματουργή Μαντέκα και το πρόβλημά τους θα λυνότανε άμεσα και με τον καλλίτερο τρόπο….Κάνανε υπομονή πέντε ημέρες οι ατυχήσαντες και όταν επιτέλους παραλάβανε το θαυματουργό βαζάκι, αναγάλλιασε η ψυχή τους, ο Κωστής μάλιστα δεν δέχτηκε χρήματα, «είναι δώρο» τους είπε και τους έδωσε λεπτομερείς οδηγίες χρήσης.
Αναθαρρήσανε και γεμάτοι προσμονή….το ίδιο βράδυ και οι τρείς, σπεύσανε και  απλώσανε την αλοιφή στα τραυματισμένα μουστάκια τους, βάλανε μάλιστα έναν επίδεσμο και τον τυλίξαμε με ένα δεύτερο γύρω από το κεφάλι για να σταθεροποιήσουνε τον πρώτο και να κάνει καλή δουλειά η αλοιφή, ο μπάρμπας του μάλιστα, άπλωσε μια γερή δόση και στα φρύδια και αποκοιμηθήκανε μπανταρισμένοι σαν τραυματίες πολέμου προσδοκώντας το θαύμα !!! Το πρωϊ τρέξανε όλοι στο λαβομάνο να ξετυλίξουνε τους επιδέσμους και να καμαρώσουνε τα σωτήρια αποτελέσματα της θαυματουργής Μαντέκας. Κοντέψανε να πάθουνε αποπληξία, τα μουστάκια τους  αντί να αποκατασταθούν, είχανε κολλήσει στον επίδεσμο ολοσχερώς και η περιοχή ανάμεσα στη μύτη και το επάνω χείλος που καλύπτανε, έμοιαζε με σεληνιακό τοπίο !!! Ο μπάρμπας του ούρλιαζε και έβγαζε αφρούς από το στόμα, δεν είχε εξαφανιστεί μόνο του μουστάκι του, αλλά και τα φρύδια !!! Η κάλτσα του διαβόλου αντί για μαντέκα τους είχε προμηθεύσει αποτριχωτική κρέμα !!!
Ο πατέρας του Κωστή, ο Θεόδωρος , πρώην Κεντρικός Σταθμάρχης στο Λιανοκλάδι,  απειλούσε με μια φαλτσέτα να τον σκοτώσει κι ο μπάρμπας του έξαλλος, τον έψαχνε σε γή και ουρανό για να τον σύρει κάτω από τις ρόδες του τραίνου. Η μάνα του, η συχωρεμένη η κυρά Καλλιόπη, τον είχε φυγαδεύσει άρον- άρον στο σπίτι της κουμπάρας της στην Πάτρα για να τον γλιτώσει, μάλιστα ο νεαρός, με τη βοήθεια των συναδέλφων, πήρε εσπευσμένα και κατ΄εξαίρεση μετάθεση για την Πάτρα.
Ο γέρος όμως του τη φύλαγε  , πήγε στην Πάτρα απροειδοποίητα και τον  συνάντησε να βολτάρει στην παραλία, του έριξε δύο μπουνιές σαν κεραυνούς, τον έκανε μαύρο στο ξύλο μπροστά στα μάτια των περαστικών και τέλος τον πέταξε  στη θάλασσα, ενώ ο Αρχιεπιθεωρητής και ο  Σταθμάρχης , βρίζανε θεούς και δαίμονες και κατεβάζανε καντήλια απειλώντας ότι αν πέσει στα χέρια τους ο τρισάθλιος ,θα τον πετάγανε από τη γέφυρα της Παπαδιάς . Τελικά ξεθύμανε η οργή τους και όταν αποκατασταθήκανε πιά τα μουστάκια τους, δώσανε άφεση, φοβούμενοι να μη γίνουνε αιτία για φονικό, μιας κι ο πατέρας του Κωστή είχε μεν χρυσή καρδιά αλλά ήτανε οξύθυμος και δεν ανεχότανε τις πλάκες του κανακάρη του, που τον προσβάλανε βαρειά, αυτόν που είχε πάντοτε άψογες σχέσεις με τους συναδέλφους, ενώ  ο άλλος μπάρμπας του  ο Ανδρόνικος, Γενικός Επιθεωρητής, όπως και ο μακαρίτης ο παππούς του, Controleur στο θρυλικό SIMPLON ORIENT EXPRESS  , ήτανε από τους πιο κιμπάρηδες και αξιαγάπητους σιδηροδρομικούς.


Παπά παιδί, διαβόλου εγγόνι λέει η παροιμία που επαληθεύτηκε 100%  μιάς  και ο  Κωστής από τη μεριά της μάνας του ήτανε πράγματι παπά εγγόνι….
Πάντως ήτανε αμετανόητος και ανεξάντλητος στα καλαμπούρια και τις πλάκες ο άτιμος κι εκεί στην Πάτρα είχε σκαρώσει διάφορα, ο Περικλής ο Κλειδούχος, τους θύμισε εκείνο το Πάσχα που είχε βουτήξει ένα μισογεμάτο δοχείο μαύρη λαδομπογιά, από το Μηχανοστάσιο και είχε ζωγραφίσει με  μαύρες ρίγες και μαύρες βούλες τα δύο κάτασπρα σκυλιά του Υποπροϊσταμένου Αμαξοστοιχιών.
Εκείνος έξαλλος , είχε γεμίσει τον τόπο σημειώματα επικηρύσσοντας το δράστη με ένα διόλου ευκαταφρόνητο ποσό για την εποχή. Κι είχε το θράσος το διαβολογέννημα,  όχι μόνο να παρουσιαστεί, αλλά να  υποστηρίξει  με βεβαιότητα, ότι δράστες ήτανε μια κουστωδία τσιγγάνων που είχανε ταξιδέψει την προηγουμένη προς Αμαλιάδα….και να εισπράξει στη συνέχεια  χωρίς την παραμικρή ενοχή την αμοιβή, με την οποία οργάνωσε ένα πλούσιο τσιμπούσι και κέρασε όλους τους συναδέλφους πλήν του Υποπροϊσταμένου εννοείται….
Ο Βαγγέλης ο  πρώην Προϊστάμενος του Γραφείου Κίνησης, έφερε την κουβέντα σ΄ εκείνη τη δόλια την υπάλληλο του εκδοτηρίου εισιτηρίων,  τη μελαχροινούλα γαλανομάτα Λίτσα, με το φτωχό μυαλό και το μεγάλο  καημό, να παντρευτεί σιδηροδρομικό, γιατί της άρεσε η στολή…

Δεν είχε δυσκολευτεί να την πείσει  ο αφιλότιμος  ο Αντώνης ο Κεφαλονίτης  , Σταθμάρχης στην Κατερίνη, ότι έχει έτοιμο γαμπρό, τον δίδυμο αδελφό του και τη διαβεβαίωνε μάλιστα, μ΄εκείνη την αδιαφιλονίκητη πειστικότητα που διέθετε, ότι ο ίδιος θα γινότανε  κουμπάρος…. Της έφερνε ο αθεόφοβος που και που καμία κολώνια ή ένα μαντήλι, δώρα δήθεν από το μέλλοντα γαμπρό κι εκείνη η μυαλοκομμένη  ,όχι μόνο το είχε πιστέψει αλλά ετοίμαζε τα προικιά της και ξεροστάλιαζε στο σταθμό γράφοντας  στιχάκια : « όλα τα τραίνα ήρθανε, κι όλοι σιδηροδρόμοι, κι εμένα το πουλάκι μου, δεν φάνηκε ακόμη….»
Τελικά, παντρεύτηκε  έναν Λοχία από την Ξάνθη, που της προξένεψε μία εξαδέλφη της.
Αναψοκοκκινισμένοι όλοι από τα τσίπουρα και τις μπύρες και δακρυσμένοι  από τα γέλια, σήκωσαν  τα ποτήρια τους και τσουγκρίσανε « Εβίβα»!!! Καλά να είμαστε σύντροφοι ν΄ανταμώνουμε και να μοιραζόμαστε τις ιστορίες μας !!! Την ίδια στιγμή ακούστηκε το σφύριγμα του τραίνου, ο Αστέριος κοίταξε το ρολόϊ του, η Αμαξοστοιχία 602 έμπαινε στο σταθμό στην ώρα της, θα αναχωρούσε στις 11.20΄ακριβώς, η παρέα σε λίγο θα σκόρπιζε μέχρι την επόμενη σύναξη.
 
            


                                                                                                                                       Ο Αστέριος έκλεινε πάντα στις 11.30 τηρούσε  με σχολαστική ακρίβεια το ωράριό του, σαν δρομολόγιο τραίνου…..χωρίς αλλαγές,  χωρίς καθυστερήσεις…μοναδική εξαίρεση τα Χριστούγεννα, η Πρωτοχρονιά, και το Μ.Σάββατο, τότε  το καφενείο έμενε ανοικτό όλο το 24ωρο, υπήρχε  στρωμένο τραπέζι, φορτωμένο με καλούδια και παραδοσιακά εδέσματα, ανάλογα με την περίσταση. Ο Αστέριος  μαζί με την οικογένειά του, υποδεχότανε και  κέρναγε όλους τους συναδέλφους που είχανε υπηρεσία στο Σταθμό όπως και τους μοναχικούς , εν ενεργεία ή συνταξιούχους, που  φρόντιζε και τους καλούσε προσωπικά να περάσουνε μαζί  αυτές τις ξεχωριστές ημέρες, σαν  μέλη της « μεγάλης  σιδηροδρομικής οικογένειας….



*Η Μαντέκα = ειδική  κηρώδης αρωματική αλοιφή (πομάδα) σε μαύρο ή καφέ χρώμα, για την διαμόρφωση και στερέωση  του μουστακιού. Από το λατινικό mantica ή πιθανότερο από το αραβικό ΜΑΝΤΑΚΟ που σημαίνει γράσσο ή λίπος.